Ο σοσιαλισμός, το μεταβατικό πρόγραμμα και η ΛΑΕ

των Ηλία Ιωακείμογλου και Πάνου Κοσμά
δημοσιεύθηκε στο rproject στις 8/4/2016

1. Tο πρόβλημα κάτω από το χαλί

Υπάρ­χουν, άραγε, δια­φο­ρές στην αντί­λη­ψη που έχου­με με­τα­ξύ μας, στο εσω­τε­ρι­κό της ΛΑΕ, σχε­τι­κά με θε­με­λιώ­δη ζη­τή­μα­τα, όπως η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, η σχέση πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων και πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, η πο­ρεία προς το σο­σια­λι­σμό; Εάν οι δια­φο­ρές αυτές όντως υπάρ­χουν, μπο­ρούν, άραγε, να γε­φυ­ρω­θούν τώρα, χάρη στην καλή θέ­λη­ση που έχου­με και η οποία χτί­στη­κε με τον καιρό μέσα από την εμπει­ρία της συ­νύ­παρ­ξής μας στον Σύ­ρι­ζα; Μπο­ρού­με, μήπως, να τις πα­ρα­βλέ­ψου­με στο όνομα της μά­ξι­μουμ ορ­γα­νω­τι­κής ενό­τη­τας; Υπάρ­χουν ισχυ­ρά επι­χει­ρή­μα­τα ότι η απά­ντη­ση είναι αρ­νη­τι­κή (βλ. στο σχε­τι­κό άρθρο που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά (1) και στο Rproject). Οι δια­φο­ρές είναι θε­με­λια­κές, ισχυ­ρι­ζό­ταν το άρθρο, διότι ανα­φέ­ρο­νται στη χά­ρα­ξη πο­λι­τι­κής στρα­τη­γι­κής, στη μα­κρο­χρό­νια πο­ρεία που θα ακο­λου­θή­σου­με ως ΛΑΕ, τι στό­χους θα βά­λου­με, ποιες συμ­μα­χί­ες χρεια­ζό­μα­στε. Και αν κάτι μπο­ρεί να μας δι­δά­ξει το πα­ρελ­θόν, είναι ότι οι εν λόγω δια­φο­ρές ανα­φέ­ρο­νται σε ιδέες που αλ­λη­λο-γρον­θο­κο­πού­νται εδώ και έναν αιώνα χωρίς να επι­τευ­χθεί ποτέ κα­νε­νός εί­δους σύν­θε­ση. Για τους λό­γους αυ­τούς, κα­τέ­λη­γε το άρθρο, η μόνη απο­τε­λε­σμα­τι­κή μορφή σύ­ντα­ξης των δυ­νά­με­ων της δικής μας Αρι­στε­ράς δεν μπο­ρεί να είναι άλλη από το ενιαίο μέ­τω­πο, δεν μπο­ρεί να είναι η μορφή «κόμμα» ή κά­ποια υβρι­δι­κή μορφή με­τώ­που και κόμ­μα­τος.

Σε απά­ντη­ση ή στον από­η­χο των πα­ρα­πά­νω από­ψε­ων, ο σ. Πέ­τρος Πα­πα­κων­στα­ντί­νου δη­μο­σί­ευ­σε στην Ίσκρα (2) άρθρο με το οποίο άσκη­σε κρι­τι­κή στις πα­ρα­πά­νω από­ψεις, και ο σ. Πα­να­γιώ­της Σω­τή­ρης το­πο­θε­τή­θη­κε στο Εκτός Γραμ­μής (3). Κατά πα­ρά­δο­ξο τρόπο, και τα δύο άρθρα επι­βε­βαιώ­νουν εμ­μέ­σως τη θέση που θέ­λουν να απορ­ρί­ψουν, δη­λα­δή τη θέση ότι οι δια­φο­ρές από­ψε­ων στο εσω­τε­ρι­κό της ΛΑΕ όσον αφορά τα στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα είναι αντα­γω­νι­στι­κές και έτσι δεν μπο­ρούν να απο­τε­λέ­σουν αντι­κεί­με­νο σύν­θε­σης και ανα­γκα­στι­κά επι­βάλ­λουν τη μορφή «ενιαίο μέ­τω­πο». Αυτή η έμ­με­ση επι­βε­βαί­ω­ση υπάρ­χει επει­δή και τα δύο άρθρα, κάθε ένα από αυτά ξε­χω­ρι­στά, υπο­γραμ­μί­ζουν τις δια­φο­ρές στην αντί­λη­ψη των στρα­τη­γι­κών, μα­κρο­πρό­θε­σμων κα­τευ­θύν­σε­ων που υπάρ­χουν στο εσω­τε­ρι­κό της ΛΑΕ, παίρ­νο­ντας θέση υπέρ της μίας ή της άλλης άπο­ψης, και μά­λι­στα με τρόπο επαρ­κώς άκαμ­πτο και ανυ­πο­χώ­ρη­το, ώστε να απο­τε­λεί ερώ­τη­μα πώς μπο­ρεί να γίνει εφι­κτή η σύ­ντα­ξη προ­γράμ­μα­τος μέσω της σύν­θε­σης τόσο δια­φο­ρε­τι­κών στρα­τη­γι­κών προ­σα­να­το­λι­σμών.

Για πα­ρά­δειγ­μα, ο σ. Σω­τή­ρης, με έναν συλ­λο­γι­σμό που ανα­φέ­ρε­ται στην ιστο­ρι­κή συ­γκυ­ρία στην Ελ­λά­δα, φτά­νει στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι «εξαρ­χής, η έξο­δος από την ύφεση και το ‘‘σπι­ράλ θα­νά­του­’’ της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας θα απαι­τή­σει με­τα­σχη­μα­τι­σμούς σε σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα όξυν­ση των τα­ξι­κών συ­γκρού­σε­ων με την ‘‘επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τα­’’». Και για να μην υπάρ­ξουν πα­ρε­ξη­γή­σεις, ο Πα­να­γιώ­της ανα­φέ­ρει με­τα­ξύ άλλων ως με­τα­σχη­μα­τι­σμούς σε σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση «πρα­κτι­κές αυ­το­δια­χεί­ρι­σης για το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που μένει ανα­ξιο­ποί­η­το (...) πρα­κτι­κές ερ­γα­τι­κού ελέγ­χου (...) ανα­γκα­στι­κά πλατύ πει­ρα­μα­τι­σμό σε νέες μορ­φές ορ­γά­νω­σης της πα­ρα­γω­γής». Είναι, άραγε, εφι­κτό, να υπάρ­ξει σύν­θε­ση της άπο­ψης αυτής με την άποψη που δια­τυ­πώ­νει ο Πέ­τρος στο άρθρο του ότι δεν μπο­ρούν να υπάρ­ξουν «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες» εντός κα­πι­τα­λι­στι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, με μη κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές πα­ρα­γω­γής; Διότι, ας μη γε­λιό­μα­στε, η τα­ξι­κή σύ­γκρου­ση με την επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, η αυ­το­δια­χεί­ρι­ση σε κα­τει­λημ­μέ­νες από τους ερ­γα­ζό­με­νους επι­χει­ρή­σεις, ο ερ­γα­τι­κός έλεγ­χος, ο πει­ρα­μα­τι­σμός με νέες μορ­φές ορ­γά­νω­σης της πα­ρα­γω­γής, δεν είναι «με­τα­σχη­μα­τι­σμοί σε σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση», είναι με­τα­σχη­μα­τι­σμοί με σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα μέσα στα σπλά­χνα του κα­πι­τα­λι­σμού.

Το πα­ρά­δειγ­μα αυτό (και άλλα που θα μπο­ρού­σα­με εύ­κο­λα να πολ­λα­πλα­σιά­σου­με με το υλικό των δη­μο­σιευ­μέ­νων άρ­θρων) δεί­χνει με γλα­φυ­ρό τρόπο ότι τα τρία άρθρα των συ­ντρό­φων, ενώ υπο­γραμ­μί­ζουν θε­με­λιώ­δεις δια­φο­ρές όσον αφορά στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα, κα­τα­λή­γουν, πα­ρα­δό­ξως, στην πρό­τα­ση ενός προ­γράμ­μα­τος υβρι­δι­κής μορ­φής με­τώ­που - κόμ­μα­τος με ελά­χι­στη στρα­τη­γι­κή σύ­γκλι­ση. Η εντύ­πω­ση που δη­μιουρ­γεί­ται είναι ότι σπρώ­χνουν το πρό­βλη­μα κάτω από το χαλί, όπως συ­νη­θί­ζε­ται στη ΛΑΕ από την πρώτη στιγ­μή της συ­γκρό­τη­σής της, με απο­τέ­λε­σμα τη συσ­σώ­ρευ­ση μιας εν πολ­λοίς βου­βής πι­κρί­ας και απο­γο­ή­τευ­σης που ενι­σχύ­ει φυ­γό­κε­ντρες τά­σεις απο­συ­σπεί­ρω­σης.

Εάν έτσι έχουν τα πράγ­μα­τα, πρέ­πει εδώ που βρι­σκό­μα­στε να υπάρ­ξει ένας λε­πτο­με­ρής διά­λο­γος για να ελέγ­ξου­με τη υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας ότι είναι εφι­κτή μια «ελά­χι­στη στρα­τη­γι­κή σύ­γκλι­ση» (κατά την έκ­φρα­ση του Πέ­τρου) και βε­βαί­ως σε τι θα συ­νί­στα­το αυτό το ελά­χι­στο. Τα τρία πρώτα δη­μο­σιευ­μέ­να άρθρα έχουν ήδη εγκαι­νιά­σει μια ευ­ρεία, συ­ντρο­φι­κή και ανοι­χτή συ­ζή­τη­ση που έπρε­πε να είχε γίνει από καιρό, και η οποία μπο­ρεί να θέσει στη δο­κι­μα­σία της κρι­τι­κής, ως υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας, τον ισχυ­ρι­σμό ότι μπο­ρούν οι συ­νι­στώ­σες της ΛΑΕ να συμ­φω­νή­σουν σε θέ­μα­τα στρα­τη­γι­κής σε βαθμό επαρ­κή ώστε η μορφή «κόμμα» ή κά­ποια υβρι­δι­κή μορφή με­τώ­που-κόμ­μα­τος να προ­κρί­νε­ται ως η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρη μορφή συ­γκρό­τη­σης συλ­λο­γι­κό­τη­τας.

Σε αυτή την κα­τεύ­θυν­ση, του πε­ραι­τέ­ρω δια­λό­γου, το υπό­λοι­πο άρθρο ανα­φέ­ρε­ται σε εκεί­νες τις δια­φο­ρές θε­με­λια­κών αντι­λή­ψε­ων που υπάρ­χουν στους κόλ­πους της ΛΑΕ και έχουν την πιο κρί­σι­μη ση­μα­σία για την πο­ρεία μας στο εξής, εξη­γώ­ντας τώρα κα­λύ­τε­ρα τις θέ­σεις του άρ­θρου που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά και θε­ω­ρή­θη­κε ότι υιο­θε­τεί «εύ­κο­λες λύ­σεις» (Πέ­τρος) ή ότι έχει «σχη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα» (Πα­να­γιώ­της). Σαν προ­ϋ­πό­θε­ση των συλ­λο­γι­σμών που ακο­λου­θούν, λαμ­βά­νου­με ως αυ­το­νό­η­το δε­δο­μέ­νο ότι κα­νείς μας δεν επι­θυ­μεί την ανα­πα­ρα­γω­γή ενός «Σύ­ρι­ζα 2», ενός με­τώ­που-κόμ­μα­τος όπου η ηγε­σία κάνει ό,τι θέλει και η αντι­πο­λί­τευ­ση κα­τα­γρά­φει τις δια­φω­νί­ες της, η ηγε­σία ει­ση­γεί­ται και η αντι­πο­λί­τευ­ση κα­τα­θέ­τει τρο­πο­λο­γί­ες, διότι το απο­τέ­λε­σμα τέ­τοιων πρα­κτι­κών δεν είναι η σύν­θε­ση από­ψε­ων αλλά το «κα­πέ­λω­μα» και τε­λι­κά ο εκ­φυ­λι­σμός.

2. Το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα και ο σο­σια­λι­σμός

Υπάρ­χουν δύο αντι­λή­ψεις για την πο­ρεία στο σο­σια­λι­σμό (γε­νι­κά στην Αρι­στε­ρά, αλλά και στη ΛΑΕ), οι οποί­ες έρ­χο­νται εύ­κο­λα στη επι­φά­νεια με την ερώ­τη­ση εάν ο σο­σια­λι­σμός είναι απλώς ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας ή μήπως είναι και μια ιστο­ρι­κή τάση, δη­λα­δή μια αυ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προς μια ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κή κοι­νω­νία (τον κομ­μου­νι­σμό), μια ιστο­ρι­κή τάση εγ­γε­γραμ­μέ­νη στον ίδιο τον τρόπο ύπαρ­ξης του κα­πι­τα­λι­σμού, εγ­γε­γραμ­μέ­νη στο εγ­γε­νές ρήγμα της αντί­θε­σης κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας και γι’ αυτό διαρ­κώς πα­ρού­σα - έτσι ώστε τα φύτρα του κομ­μου­νι­στι­κού μας μέλ­λο­ντος να ενυ­πάρ­χουν στα σπλά­χνα του κα­πι­τα­λι­σμού. Όχι μόνο με την έν­νοια ότι έχουν σχη­μα­τι­στεί στα σπλά­χνα του κα­πι­τα­λι­σμού αυτά τα φύτρα, που η Αρι­στε­ρά πρέ­πει να αγω­νι­στεί για να «απε­λευ­θε­ρω­θούν» από τους κα­τα­να­γκα­σμούς του κα­πι­τα­λι­στι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής, αλλά και με την έν­νοια ότι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας είναι όχι απλώς ενερ­γή αλλά και δε­σπό­ζου­σα, ανα­πα­ρά­γο­ντας διαρ­κώς το τα­ξι­κό - κοι­νω­νι­κό ρήγμα και μη επι­τρέ­πο­ντας πο­λι­τι­κές τα­ξι­κά «ου­δέ­τε­ρες».

Σύμ­φω­να με τη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρη­τι­κή πα­ρά­δο­ση, ο κομ­μου­νι­σμός (και ο σο­σια­λι­σμός που είναι η με­τα­βα­τι­κή φάση από τον κα­πι­τα­λι­στι­κό στον κομ­μου­νι­στι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής) «δεν είναι για εμάς μια κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των που πρέ­πει να εγκα­θι­δρυ­θεί, ένα ιδε­ώ­δες που σ' αυτό θα πρέ­πει να προ­σαρ­μο­στεί η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ονο­μά­ζου­με κομ­μου­νι­σμό την πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση που κα­ταρ­γεί τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των. Οι όροι αυτής της κί­νη­σης προ­κύ­πτουν από τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις που τώρα υπάρ­χουν» (Μαρξ και Έγκελς, Η Γερ­μα­νι­κή Ιδε­ο­λο­γία, Gutenberg, 1997, σελ. 81-82). Η δια­τύ­πω­ση «πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση» δεν θα πρέ­πει εδώ να ερ­μη­νευ­θεί ως «η κί­νη­ση που πράγ­μα­τι συμ­βαί­νει» αλλά ως «η κί­νη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας».

Αυτές οι δύο δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις για το σο­σια­λι­σμό, πα­ρά­γουν δύο δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις για τον τρόπο που σχε­διά­ζο­νται τα με­γά­λα, μα­κρο­χρό­νια, μελ­λο­ντι­κά βή­μα­τα μιας πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης της Αρι­στε­ράς, το στρα­τη­γι­κό της σχέ­διο:

Εάν ο σο­σια­λι­σμός είναι μόνο ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας, δια­κρι­τό από το προη­γού­με­νο στά­διο του κα­πι­τα­λι­σμού όπως το άσπρο με το μαύρο, τότε ο σο­σια­λι­σμός δεν εμ­φα­νί­ζε­ται με καμιά μορφή ύπαρ­ξης στο παρόν, και ως τού­του, για να φτά­σου­με σε αυτόν, φυ­σι­κό είναι να προη­γού­νται άλλα στά­δια υψη­λής προ­τε­ραιό­τη­τας, στα οποία το πε­ριε­χό­με­νο της δρά­σης μας κα­θο­ρί­ζε­ται απο­κλει­στι­κά με βάση το στόχο του τρέ­χο­ντος στα­δί­ου. Εάν, για πα­ρά­δειγ­μα, βρι­σκό­μα­στε σε ένα στά­διο όπου ο στό­χος είναι να προ­χω­ρή­σου­με σε ανα­διάρ­θρω­ση του πα­ρα­γω­γι­κού δυ­να­μι­κού, αυτό θα πρέ­πει να εξυ­πη­ρε­τεί το στόχο της επού­λω­σης των πλη­γών που άφησε η μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα, και έτσι ο στρα­τη­γι­κός μας στό­χος του σο­σια­λι­σμού εξω­θεί­ται σε κά­ποιο απροσ­διό­ρι­στο μελ­λον: αυτό που υπο­τί­θε­ται ότι χρειά­ζε­ται τώρα, είναι η ανα­συ­γκρό­τη­ση των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων του τόπου, ενώ ό,τι αφορά τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις ανα­βάλ­λε­ται επ' αό­ρι­στον επει­δή ανα­φέ­ρε­ται σε ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας που είναι ο σο­σια­λι­σμός. Οι φρά­σεις «στην κα­τεύ­θυν­ση του σο­σια­λι­σμού», «με σο­σια­λι­στι­κό ορί­ζο­ντα», «με σο­σια­λι­στι­κή προ­ο­πτι­κή», που χρη­σι­μο­ποιού­νται κατά κόρον από τα ηγε­τι­κά στε­λέ­χη της ΛΑΕ, απο­δί­δουν ακρι­βώς αυτή την αντί­λη­ψη, ενός σο­σια­λι­στι­κού μέλ­λο­ντος που δεν κα­θο­ρί­ζει το πε­ριε­χό­με­νο των ση­με­ρι­νών μας μαχών, αλλά μόνο τον «αξια­κό ορί­ζο­ντα» της πάλης μας. Η πε­ρί­πτω­ση της ΒΙΟΜΕ αντι­με­τω­πί­ζε­ται έτσι ως ου­το­πία ή ως μια απλή αμυ­ντι­κή κί­νη­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων, διότι όπως γρά­φει ο Πέ­τρος, δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες» στο αρ­χι­πέ­λα­γος του κα­πι­τα­λι­σμού. Η θε­ω­ρία των στα­δί­ων, ανα­φέ­ρε­ται λοι­πόν σε ένα είδος ιστο­ρι­κής σκά­λας που πρέ­πει να ανε­βού­με «ένα σκα­λο­πά­τι τη φορά» χωρίς να κοι­τά­με στην κο­ρυ­φή της μην τυχόν και ζα­λι­στού­με και πέ­σου­με.

Εάν πάλι ο σο­σια­λι­σμός δεν εμ­φα­νί­ζε­ται μόνο σε ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας, δη­λα­δή μόνο στο με­τα­βα­τι­κό ιστο­ρι­κό στά­διο ανά­με­σα στον κα­πι­τα­λι­σμό και τον κομ­μου­νι­σμό, αλλά είναι και μια ιστο­ρι­κή τάση διαρ­κώς πα­ρού­σα μέσα στην κί­νη­ση της ίδιας της κα­πι­τα­λι­στι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, επο­μέ­νως πα­ρού­σα εδώ και τώρα, αυτό ση­μαί­νει ότι είναι κάτι ανι­χνεύ­σι­μο μέσα στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες κα­πι­τα­λι­στι­κής βαρ­βα­ρό­τη­τας. Επο­μέ­νως, οι εν­διά­με­σοι πο­λι­τι­κοί στό­χοι που θέ­του­με πρέ­πει να εγκολ­πώ­νουν ευθύς εξαρ­χής στα άμεσα κα­θή­κο­ντα την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του στρα­τη­γι­κού στό­χου και να τη συν­θέ­τουν με την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του όποιου εν­διά­με­σου στό­χου. Το θε­ω­ρη­τι­κό σχήμα που προ­κύ­πτει από αυτά, είναι το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα, το οποίο είναι ευθύς εξαρ­χής με­τα­βα­τι­κό σο­σια­λι­στι­κό πρό­γραμ­μα. Όσον αφορά, για πα­ρά­δειγ­μα, το στόχο της ανα­διάρ­θρω­σης του πα­ρα­γω­γι­κού δυ­να­μι­κού, οι δρά­σεις που θα ανα­λά­βου­με και τα μέσα που θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με οφεί­λουν να εξυ­πη­ρε­τούν τον στόχο της ανα­τρο­πής της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής με τρόπο που να εν­δυ­να­μώ­νει την ιστο­ρι­κή τάση προς το σο­σια­λι­σμό, πα­ρεμ­βαί­νο­ντας στις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας, στην ορ­γά­νω­ση της πα­ρα­γω­γής, εγκα­θι­στώ­ντας μορ­φές αυ­το­δια­χεί­ρι­σης, δί­νο­ντας προ­τε­ραιό­τη­τα στην πα­ρα­γω­γή δη­μό­σιων αγα­θών, ενι­σχύ­ο­ντας τις συ­νερ­γα­τι­κές μορ­φές πα­ρα­γω­γής, ανοί­γο­ντας τις πόρ­τες των επι­χει­ρή­σε­ων στη δη­μο­κρα­τία και τον κοι­νω­νι­κό έλεγ­χο, υπο­τάσ­σο­ντας το δε­σπο­τι­σμό των ερ­γο­δο­τών στον ερ­γα­τι­κό έλεγ­χο κ.λπ. (βλ. επί­σης στο άρθρο του Πα­να­γιώ­τη Σω­τή­ρη). Κάθε επι­χεί­ρη­ση που εγκα­τα­λεί­πε­ται από τα αφε­ντι­κά, πρέ­πει να περ­νά­ει στα χέρια των ερ­γα­ζο­μέ­νων για να υπάρ­ξει προ­ώ­θη­ση νέων μορ­φών ορ­γά­νω­σης της ερ­γα­σί­ας, που θα υπερ­βαί­νουν τα τυ­πι­κά κα­πι­τα­λι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ερ­γα­σί­ας: ει­δι­κευ­μέ­νη-ανει­δί­κευ­τη ερ­γα­σία, εκτέ­λε­ση-διεύ­θυν­ση, δια­νοη­τι­κή-χει­ρω­να­κτι­κή ερ­γα­σία, ιε­ραρ­χι­κές σχέ­σεις, δε­σπο­τι­σμός και αδια­φά­νεια κ.λπ. Η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση από τη δική μας άποψη δεν νο­εί­ται χωρίς να θί­ξου­με τα ιερά και τα όσια του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής: το δι­καί­ω­μα του κα­πι­τα­λι­στή να διευ­θύ­νει εκεί­νος και μόνον εκεί­νος την πα­ρα­γω­γή, να την ορ­γα­νώ­νει και να καρ­πώ­νε­ται τα οφέλη, να απο­φα­σί­ζει τι και πώς θα πα­ρά­γου­με εμείς, οι άμε­σοι πα­ρα­γω­γοί, για λο­γα­ρια­σμό του και προς όφε­λός του. Εξάλ­λου, επει­δή «δεν ερ­γα­ζό­μα­στε δύο φορές, μια φορά για να δη­μιουρ­γή­σου­με χρή­σι­μο προ­ϊ­όν, δη­λα­δή μια αξία χρή­σης, με­τα­τρέ­πο­ντας τα μέσα πα­ρα­γω­γής σε προ­ϊ­ό­ντα, και την άλλη φορά για να δη­μιουρ­γή­σου­με αξία και υπε­ρα­ξία» (Μαρξ), δεν μπο­ρού­με να δια­χω­ρί­σου­με την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση από τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις, ούτε μπο­ρού­με να κά­νου­με πο­λι­τι­κή πρώτα με τη μία (την ανα­συ­γκρό­τη­ση των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων) και μετά, στο αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό ή σο­σια­λι­στι­κό μέλ­λον, με τις άλλες (τις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής).

Έχου­με, λοι­πόν, μέσα στη ΛΑΕ, δύο δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις για το σο­σια­λι­σμό, αμ­φό­τε­ρες με βα­θιές ιστο­ρι­κές κα­τα­βο­λές, στρα­τη­γι­κά ασύμ­βα­τες με­τα­ξύ τους, οι οποί­ες υπο­δει­κνύ­ουν δύο δια­φο­ρε­τι­κές στρα­τη­γι­κές για την πο­ρεία προς το σο­σια­λι­σμό: τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων και τη θε­ω­ρία του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος.

Το πρό­βλη­μα δεν λύ­νε­ται με αλ­λα­γή λε­ξι­λο­γί­ου, με­το­νο­μά­ζο­ντας τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων σε με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα, ούτε με την πα­ρα­δο­χή πως αυτά τα δύο τε­λι­κά δεν δια­φέ­ρουν και πολύ με­τα­ξύ τους. Ο Πέ­τρος γρά­φει στο άρθρο του ότι «η μη ύπαρ­ξη με­τα­βα­τι­κού ‘‘στα­δί­ου­’’ δεν ση­μαί­νει μη ύπαρ­ξη με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος πάλης των λαϊ­κών τά­ξε­ων για μια άμεση, λυ­τρω­τι­κή απά­ντη­ση στις αγω­νί­ες και τις ανά­γκες τους». Πράγ­μα­τι, έτσι είναι: τόσο ένα «με­τα­βα­τι­κό στά­διο» (όπως αυτό προ­βλέ­πε­ται από τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων) όσο και ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα (όπως αυτό που προ­βλέ­πε­ται από τη θε­ω­ρία των με­τα­βα­τι­κών σο­σια­λι­στι­κών προ­γραμ­μά­των) πε­ρι­λαμ­βά­νουν άμεσα κα­θή­κο­ντα για την άμεση απά­ντη­ση στα προ­βλή­μα­τα, στις αγω­νί­ες και τις ανά­γκες των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, μόνο που η ομοιό­τη­τα στα­μα­τά­ει ακρι­βώς εκεί. Το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα προ­βλέ­πει κάτι πα­ρα­πά­νω από ό,τι προ­βλέ­πει η θε­ω­ρία των στα­δί­ων: προ­βλέ­πει ότι ο στρα­τη­γι­κός στό­χος (η σο­σια­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή εξου­σία), συμ­με­τέ­χει ήδη τώρα, μαζί με τους εν­διά­με­σους στό­χους, ως κα­θο­δη­γη­τι­κή αρχή στον κα­θο­ρι­σμό των άμε­σων κα­θη­κό­ντων όσο και των μέσων που θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με για την υλο­ποί­η­σή τους. Πρό­κει­ται για μια ενιαία δια­δι­κα­σία επί­τευ­ξης εν­διά­με­σων στό­χων και ταυ­το­χρό­νως εν­δυ­νά­μω­σης της ιστο­ρι­κής τάσης προς το σο­σια­λι­σμό (δη­λα­δή εξυ­πη­ρέ­τη­σης του στρα­τη­γι­κού στό­χου), κάτι που δεν ισχύ­ει για τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων, όπου τα άμεσα κα­θή­κο­ντα (του κάθε στα­δί­ου) κα­θο­δη­γού­νται απο­κλει­στι­κά από το στόχο του εν λόγω στα­δί­ου.*

Ας πά­ρου­με ένα πα­ρά­δειγ­μα με το οποίο ασχο­λή­θη­καν τα δύο άρθρα, της Ερ­γα­τι­κής Αρι­στε­ράς και της Ίσκρα: τόσο η δράση που κα­θο­δη­γεί­ται από τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων όσο και αυτή που κα­θο­δη­γεί­ται από τη λο­γι­κή του με­τα­βα­τι­κού σο­σια­λι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος προ­φα­νώς προ­βλέ­πουν δρά­σεις αλ­λη­λεγ­γύ­ης στις γει­το­νιές για την αντι­με­τώ­πι­ση των άμε­σων προ­βλη­μά­των συ­ντή­ρη­σης και ανα­πα­ρα­γω­γής που αντι­με­τω­πί­ζουν οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις στο βαθμό που οι μι­σθοί μειώ­νο­νται, η απα­σχό­λη­ση συρ­ρι­κνώ­νε­ται και το κρά­τος εγκα­τα­λεί­πει μια σειρά διαύ­λων διο­χέ­τευ­σης πόρων στην κοι­νω­νι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή (υγεία, επι­δό­μα­τα ανερ­γί­ας, συ­ντά­ξεις κ.λπ.). Η ομοιό­τη­τα όμως στα­μα­τά­ει εκεί: η θε­ω­ρία των στα­δί­ων, ακρι­βώς επει­δή εξω­θεί στο υπερ­πέ­ραν τον σο­σια­λι­σμό, μάς συ­νι­στά να προσ­διο­ρί­σου­με τις δρά­σεις μας απο­κλει­στι­κά με βάση τις άμε­σες ανά­γκες της στιγ­μής, δη­λα­δή την ανα­κού­φι­ση εκεί­νων των στρω­μά­των που αντι­με­τω­πί­ζουν προ­βλή­μα­τα συ­ντή­ρη­σης και ανα­πα­ρα­γω­γής των ικα­νο­τή­των τους προς ερ­γα­σία. Όπως λέει ο Πέ­τρος στην κρι­τι­κή του, η ιδέα ότι μπο­ρούν να υπάρ­ξουν δομές αλ­λη­λεγ­γύ­ης χτι­σμέ­νες πάνω στις αξίες του σο­σια­λι­σμού είναι αυ­τα­πά­τη. Πρέ­πει λοι­πόν να υπο­θέ­σου­με ότι μπο­ρού­με να ανα­πτύ­ξου­με δομές αλ­λη­λεγ­γύ­ης χτι­σμέ­νες πάνω στις αξίες του χρι­στια­νι­σμού ή του αν­θρω­πι­σμού, αλλά όχι του σο­σια­λι­σμού; (διότι η αλ­λη­λεγ­γύη δεν μπο­ρεί να αιω­ρεί­ται στον αέρα, σε κά­ποιες αξίες θα πρέ­πει να στη­ρι­χτεί) Η θε­ω­ρία του με­τα­βα­τι­κού σο­σια­λι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος, αντι­θέ­τως, επει­δή ξε­κι­νά από τη θέση πώς ο κομ­μου­νι­σμός, άρα και ο σο­σια­λι­σμός, είναι μια τάση της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, είναι κάτι που αχνο­δια­γρά­φε­ται μέσα στην κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία και στο εγ­γε­νές ρήγμα της αντί­θε­σης κε­φά­λαιο - ερ­γα­σία, είναι μια τάση που μπο­ρού­με να την πα­ρα­τη­ρή­σου­με μέσα σε πολλά φαι­νό­με­να της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, έχει να πει τα εξής: Καμία πράξη αλ­λη­λεγ­γύ­ης δε φέρει άλλο ιδε­ο­λο­γι­κό φορ­τίο από αυτό που της προσ­δί­δου­με εμείς με την κοι­νω­νι­κή πρα­κτι­κή μας. Για να είναι κόκκινο το χρώμα της δικής μας αλ­λη­λεγ­γύης, θα πρέπει να πα­ρεμ­βαίνει στην ίδια τη δια­δι­κα­σία της ύφαν­σης του πλέγμα­τος των κοι­νω­νι­κών σχέσεων με σκοπό την αλ­λα­γή τους, να εγκα­θι­στά νέες μορφές κοι­νω­νι­κής πρα­κτι­κής οι οποίες θα προ­α­ναγ­γέλλουν τον τύπο κοι­νω­νίας που ορα­μα­τι­ζόμαστε, να κα­τα­δει­κνύει ότι αυτή δεν είναι ένα μελ­λο­ντι­κό στάδιο της ιστο­ρίας αλλά μια τάση ενύπαρ­κτη στα πράγματα, είναι μια δυ­να­τότητα εγ­γε­γραμ­μένη σε αυτό που ζούμε σήμερα, είναι μια ανοι­χτή δυ­να­τότητα εγ­γε­γραμ­μένη στο ίδιο το εσω­τε­ρι­κό του κα­πι­τα­λι­σμού. Οι δικές μας δράσεις αλ­λη­λεγ­γύης θα πρέπει να βρί­σκουν μέσα στην κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία αυτό που αναγ­γέλλει το τέλος της και σε αυτά να κάνουμε χώρο, να τους δώσουμε διάρκεια: Η αυ­το-ορ­γάνωση και η αυ­το-διεύθυνση στις γει­το­νιές, η απο-εμπο­ρευ­μα­το­ποίηση, οι αυ­το­δια­χει­ρι­ζόμενοι κοι­νω­νι­κοί χώροι, τα κοι­νω­νι­κά κέντρα και τα κοι­νω­νι­κά ια­τρεία, αντα­να­κλούν συμ­βο­λι­κά τις αξίες της δικής μας, κόκκι­νης αλ­λη­λεγ­γύης. Οι συ­νε­ται­ρι­σμοί πα­ρα­γω­γής ενέργειας από ανα­νεώσιμες πηγές με γνώμονα την ενερ­γεια­κή αυ­το­νο­μία και ενα­ντίον της λο­γι­κής της αξιο­ποίησης του κε­φα­λαίου, οι μορφές μη κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νο­τι­κής πα­ρα­γω­γής (συλ­λο­γι­κές κουζίνες, κα­θα­ρι­στήρια, παι­δι­κοί σταθ­μοί, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές, μου­σι­κές κ.λπ. λέσχες που λει­τουρ­γούν ως δικοί μας ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί), μπο­ρούν να δια­μορ­φώσουν χώρους ιδε­ο­λο­γι­κής απε­μπλο­κής της ερ­γα­σίας από το κεφάλαιο, εκπαίδευ­σης στη λο­γι­κή και την ηθική της κοι­νω­νίας των ανα­γκών, σε αντι­πα­ράθεση με τη λο­γι­κή της κοι­νω­νίας του κέρδους, της συσσώρευ­σης κε­φα­λαίου και της κα­τα­σπα­τάλησης των φυ­σι­κών πόρων. Και επει­δή με τα χρό­νια και τις δε­κα­ε­τί­ες τις πα­λιές δι­κο­λα­βί­ες τις μά­θα­με, ας το διευ­κρι­νί­σου­με: η κόκ­κι­νη αλ­λη­λεγ­γύη στις γει­το­νιές, οι αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές ορ­γά­νω­σης της ερ­γα­σί­ας, η αμ­φι­σβή­τη­ση των κε­φα­λαιο­κρα­τι­κών σχέ­σε­ων πα­ρα­γω­γής και των σχέ­σε­ων ιδιο­κτη­σί­ας, δεν μπο­ρούν μόνες τους να ανοί­ξουν το δρόμο στο σο­σια­λι­σμό, όπως εν­δε­χο­μέ­νως πι­στεύ­ουν οι αναρ­χι­κοί και κά­ποιοι με­τα­μο­ντέρ­νοι αρι­στε­ροί, αλλά είναι έργο κυ­ρί­ως του πο­λι­τι­κού αγώνα στην κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή σκηνή, του αγώνα για την εξου­σία. Από την άλλη όμως, ο κε­ντρι­κός πο­λι­τι­κός αγώ­νας και ο αγώ­νας για την εξου­σία χωρίς γεί­ω­ση στις μάζες και στις «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες», ελ­πί­δες δεν έχει.

Η θε­ω­ρία των στα­δί­ων σε όλες τις εκ­δο­χές της (με­τα­ξύ άλλων και στην εκ­δο­χή της ότι δεν μπο­ρού­με να πα­λέ­ψου­με για αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα με­τα­σχη­μα­τι­σμούς επει­δή στον κα­πι­τα­λι­σμό δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες») είναι η θε­ω­ρία που απο­μό­νω­σε το ερ­γα­τι­κό, σο­σια­λι­στι­κό, κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα (με ελά­χι­στες τι­μη­τι­κές εξαι­ρέ­σεις) από κάθε πα­ρέμ­βα­ση στις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας και στις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή στις σχέ­σεις που έχουν οι ερ­γα­ζό­με­νοι με τα μέσα πα­ρα­γω­γής, με­τα­ξύ τους και με την επι­χεί­ρη­ση.

Στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες της κρί­σης, όταν η τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών είναι σε θέση να κα­τα­στρέ­φει κατά βού­λη­ση τα μέσα πα­ρα­γω­γής επει­δή δεν λει­τουρ­γούν ικα­νο­ποι­η­τι­κά ως κε­φά­λαιο κα­τα­δι­κά­ζο­ντας έτσι σε μα­κρο­χρό­νια ανερ­γία τους ερ­γα­ζό­με­νους που έθε­ταν σε κί­νη­ση αυτά τα μέσα πα­ρα­γω­γής, η αντί­λη­ψη ότι τώρα δεν είναι η ώρα να μας απα­σχο­λούν οι σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής, εγκα­τα­λεί­πει τις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις στην από­λυ­τη εξου­σία των αφε­ντι­κών, σε μια πε­ρί­ο­δο όπου ο κάθε ερ­γο­δό­της είναι σε θέση να εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται την ερ­γα­σία με τους χει­ρό­τε­ρους δυ­να­τούς όρους για τους ερ­γα­ζό­με­νους, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την αμοι­βή, αλλά και τα ωρά­ρια, τις δια­τα­γές και τις εξευ­τε­λι­στι­κές απαι­τή­σεις των επι­χει­ρή­σε­ων, τον υπο­βι­βα­σμό της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας στο επί­πε­δο της δου­λεί­ας, την πε­ρι­φρό­νη­ση της αξιο­πρέ­πειας των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Ο «νόμος της αγο­ράς» δεν αφορά μόνο το μισθό, αφορά ένα σύ­νο­λο σχέ­σε­ων, των πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων, όπου η κα­τά­στα­ση σή­με­ρα έχει γίνει αφό­ρη­τη για τους ερ­γα­ζό­με­νους. Ακόμα και η δική μας Αρι­στε­ρά απέ­χει από αυτό το πεδίο όπου οι κρε­α­το­μη­χα­νές της αστι­κής τάξης θε­ρί­ζουν όλες μαζί τον κόσμο της ερ­γα­σί­ας, διότι η ενα­σχό­λη­ση με τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις δεν είναι της ώρας, υπο­τί­θε­ται.

Και βέ­βαια, στη βάση των πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων στο πρω­το­γε­νές επί­πε­δο της πα­ρα­γω­γής, ορ­θώ­νε­ται το οι­κο­δό­μη­μα των συ­νο­λι­κών κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, των συ­νο­λι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας: στην κα­τα­νά­λω­ση, στη δια­νο­μή, στο κρά­τος. Οι οποί­ες έχουν κα­θο­λι­κό και ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα. Σε αυτή τη βάση, είναι σωστό ότι δεν μπο­ρούν να εγκα­θι­δρυ­θούν σο­σια­λι­στι­κές πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού, αλλά αυτό κα­θό­λου δεν ση­μαί­νει ότι δεν μπο­ρούν και δεν πρέ­πει να γί­νο­νται πει­ρα­μα­τι­σμοί, να δί­νο­νται μάχες και να υπάρ­χουν κα­τα­κτή­σεις με αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό και σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αυτό που πρέ­πει να επι­χει­ρού­με, είναι ο συ­ντο­νι­σμός και η γε­νί­κευ­σή τους, ώστε να αρ­θρω­θούν σε μια συ­νο­λι­κή μάχη για τη σο­σια­λι­στι­κή ανα­τρο­πή και εξου­σία. Αλλά πώς θα γε­νι­κευ­τούν σε μια τέ­τοια μάχη αν δεν έχουν ή δεν μπο­λιά­ζο­νται με αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό και σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα; Την αυ­τα­πά­τη ότι μπο­ρού­με να εγκα­θι­δρύ­σου­με σο­σια­λι­στι­κές πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις χωρίς να δώ­σου­με και να κερ­δί­σου­με τον αγώνα για την εξου­σία, μας τον δί­δα­ξε πιο πρό­σφα­τα ο Χο­λο­γου­έι («Να αλ­λά­ξου­με την κοι­νω­νία χωρίς να πά­ρου­με την εξου­σία»), αλλά τη συ­να­ντού­με και σε ρεύ­μα­τα του αναρ­χι­σμού και της αυ­το­νο­μί­ας. Αυτή η αυ­τα­πά­τη πα­ρα­γνω­ρί­ζει τον ενιαίο και συ­νο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, που δεν επι­τρέ­πει την ανά­πτυ­ξη μιας «πα­ράλ­λη­λης σο­σια­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας» στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού. Ωστό­σο, η άποψη ότι δεν μπο­ρούν ούτε πρέ­πει να γί­νουν σο­σια­λι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα πει­ρα­μα­τι­σμοί και με­τα­σχη­μα­τι­σμοί στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού, επει­δή αντι­με­τω­πί­ζουν τον κίν­δυ­νο της εν­σω­μά­τω­σης ή επει­δή δεν μπο­ρούν να ολο­κλη­ρω­θούν χωρίς την κα­τά­λη­ψη της εξου­σί­ας, κάνει το ίδιο λάθος από την ανά­πο­δη: πα­ρερ­μη­νεύ­ει τον ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα των σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, πα­ρα­γνω­ρί­ζο­ντας το εγ­γε­νές στον κα­πι­τα­λι­σμό ρήγμα ανά­με­σα στο κε­φά­λαιο και την ερ­γα­σία και αρ­νεί­ται τη δυ­να­τό­τη­τα αυτό ακρι­βώς το ρήγμα να πα­ρα­γά­γει σο­σια­λι­στι­κές, δη­λα­δή αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές κα­τα­κτή­σεις, πει­ρα­μα­τι­σμούς και με­τα­σχη­μα­τι­σμούς. Αυτή ακρι­βώς είναι η βα­σι­κή φι­λο­σο­φία της θε­ω­ρί­ας των στα­δί­ων: υπάρ­χει ένα «στά­διο» ή μια «πρώτη φάση» όπου όλες οι αλ­λα­γές, με­τα­σχη­μα­τι­σμοί, ανα­τρο­πές κ.λπ. δεν θί­γουν το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, αλλά «επου­λώ­νουν πλη­γές» και ανα­συ­γκρο­τούν ή με­τα­σχη­μα­τί­ζουν την (κα­πι­τα­λι­στι­κή) οι­κο­νο­μία χωρίς να θί­γουν τις κα­πι­τα­λι­στι­κές στα­θε­ρές. Τα κά­νουν όλα αυτά χωρίς να θί­γουν -από την επό­με­νη μέρα» κι όχι σε επό­με­νο στά­διο- το κέρ­δος σαν δε­σπό­ζου­σα αρχή της πα­ρα­γω­γής, την αγορά σαν μη­χα­νι­σμό κα­τα­νο­μής των πόρων (χρη­μα­τι­κών και αν­θρώ­πι­νων), την ατο­μι­κή ιδιο­κτη­σία των μέσων πα­ρα­γω­γής, την ερ­γο­δο­τι­κή εξου­σία, την πο­λι­τι­κή εξου­σία της άρ­χου­σας τάξης. Έτσι, η θε­ω­ρία των στα­δί­ων φτά­νει, από εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό δρόμο, να αμ­φι­σβη­τεί το συ­νο­λι­κό και ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας. Ενώ μας απο­δί­δει αδί­κως τη μομφή για αυ­τα­πά­τες περί «σο­σια­λι­στι­κών νη­σί­δων» στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού, διέ­πε­ται η ίδια από την αυ­τα­πά­τη ότι μπο­ρεί να υπάρ­ξει -και μά­λι­στα σε συν­θή­κες δο­μι­κής κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού- η δυ­να­τό­τη­τα όχι για «νη­σί­δες» αλλά για μια ολό­κλη­ρη «ήπει­ρο» φι­λο­λαϊ­κών πο­λι­τι­κών και πο­λι­τι­κών σύ­γκρου­σης με το διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο χωρίς να θι­γούν οι στα­θε­ρές του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, χωρίς να ξε­σπά­σει άμεσα η μάχη για την εξου­σία.

Δεν είναι λοι­πόν πα­ρά­δο­ξο που, ενώ με βάση μια τέ­τοια θε­ώ­ρη­ση ο στό­χος της κα­τά­κτη­σης της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας θα έπρε­πε να απο­λυ­το­ποι­η­θεί (αφού η «πε­ρι­πέ­τεια» του σο­σια­λι­σμού αρ­χί­ζει μόνο ύστε­ρα από την κα­τά­λη­ψη της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας), πα­ρα­πέ­μπε­ται και αυτός για επό­με­νο στά­διο. Ανα­πό­φευ­κτα, όλο το στρα­τη­γι­κό σχέ­διο στη­ρί­ζε­ται στην ελ­πί­δα ή πρό­βλε­ψη ότι, όπως γρά­φει ο Πέ­τρος, «μόνο η προ­ώ­θη­ση άμε­σων μέ­τρων, με­γά­λης κρου­στι­κής ισχύ­ος, που προ­τεί­νει η ΛΑΕ, όπως η στάση πλη­ρω­μών του χρέ­ους, η έξο­δος από την Ευ­ρω­ζώ­νη και η εθνι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών (μετά μά­λι­στα από την πρό­σφα­τη αλ­λα­γή του ιδιο­κτη­σια­κού κα­θε­στώ­τος τους) ισο­δυ­να­μούν με κή­ρυ­ξη πο­λέ­μου στο διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Κάτι που θα οδη­γή­σει σε μια ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων σύ­γκρου­ση, που θα φέρει επί τά­πη­τος το πρό­βλη­μα της πραγ­μα­τι­κής εξου­σί­ας». Λίγο πιο πάνω, στην ίδια πα­ρά­γρα­φο γρά­φει για συ­γκέ­ντρω­ση δυ­νά­με­ων «για απο­φα­σι­στι­κές ανα­με­τρή­σεις, οι οποί­ες θα θέ­σουν κά­ποια στιγ­μή (υπο­γράμ­μι­ση δική μας) επί τά­πη­τος το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας (και όχι μόνο της κυ­βέρ­νη­σης)».

Η πε­ρι­πέ­τεια του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απέ­δει­ξε πέρα από κάθε αμ­φι­βο­λία ότι το πρώτο μισό αυτών των προ­βλέ­ψε­ων ισχύ­ει από­λυ­τα: πράγ­μα­τι, έστω και ένα μόνο από αυτά τα «κρου­στι­κά» μέτρα «εξα­σφα­λί­ζει» με μα­θη­μα­τι­κή ακρί­βεια τη με­τω­πι­κή σύ­γκρου­ση με το διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Μά­λι­στα, η εμπει­ρία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απέ­δει­ξε ότι για να «εξα­σφα­λί­σου­με» τέ­τοιους θα­νά­σι­μους εχθρούς θα αρ­κού­σε και μόνο να αρ­νη­θού­με να υπο­γρά­ψου­με ένα μνη­μό­νιο. Όμως δεν αρκεί να βρού­με τον τρόπο ώστε να προ­κα­λέ­σου­με σε μια σύ­γκρου­ση μέ­χρις εσχά­των τους μι­ση­τούς εχθρούς μας: η πο­λι­τι­κή μας στρα­τη­γι­κή πρέ­πει να προ­βλέ­πει τα μέσα με τα οποία θα βγού­με νι­κη­τές σε αυτή τη σύ­γκρου­ση. Και το πρό­βλη­μα είναι ότι κα­νέ­να από τα μέτρα που «δειγ­μα­το­λη­πτι­κά» ανέ­φε­ρε ο Πέ­τρος δεν εξα­σφα­λί­ζει ταυ­τό­χρο­να και σχη­μα­τι­σμό μάχης, «στρα­τό» απο­φα­σι­σμέ­νο να δώσει τη μάχη μέχρι τέ­λους. Διότι απλού­στα­τα λη­σμό­νη­σε να συ­μπε­ρι­λά­βει στο πρό­χει­ρο «δείγ­μα» των «κρου­στι­κών» μέ­τρων που πα­ρέ­θε­σε, το κε­φά­λαιο που θα έπρε­πε να ανα­φέ­ρει πρώτο: τα μέτρα που θα αλ­λά­ξουν άμεσα και δρα­στι­κά τους όρους ζωής των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων. Δεν εν­νο­ού­με με αυτό ότι δια­φω­νεί με αυτά, όπως εξάλ­λου κι εμείς δεν δια­φω­νού­με με την έξοδο από την Ευ­ρω­ζώ­νη, τη στάση πλη­ρω­μών στο χρέος, την εθνι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών. Αυτή η πα­ρά­λει­ψη απο­κα­λύ­πτει εν­δε­χο­μέ­νως τι θε­ω­ρεί κα­νείς στρα­τη­γι­κά ση­μα­ντι­κό, σί­γου­ρα όμως πα­ρα­πέ­μπει σε δύο προ­φα­νή θε­με­λιώ­δη πο­λι­τι­κά ζη­τή­μα­τα: Πρώτο, αν στα «κρου­στι­κά» μέτρα ιε­ραρ­χή­σου­με πρώτα τα μέτρα που θα αλ­λά­ξουν άμεσα και δρα­στι­κά τους όρους ζωής και τις συν­θή­κες ανα­πα­ρα­γω­γής των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων (γεν­ναία αύ­ξη­ση μι­σθού, δρα­στι­κή φο­ρο­ε­λά­φρυν­ση, επί­δο­μα ανερ­γί­ας σε όλους τους ανέρ­γους και αύ­ξη­ση του χρό­νου από­δο­σής του, κα­τάρ­γη­ση όλων των μορ­φών «ελα­στι­κής» ερ­γα­σί­ας, μα­ζι­κό πρό­γραμ­μα δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων στις κοι­νω­νι­κές και οι­κο­λο­γι­κές υπο­δο­μές, ανοι­κο­δό­μη­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους με έμ­φα­ση στην αντι­με­τώ­πι­ση της κοι­νω­νι­κής εξα­θλί­ω­σης και τη στή­ρι­ξη της υγεί­ας και της παι­δεί­ας, κα­τάρ­γη­ση του ερ­γο­δο­τι­κού άβα­του στις επι­χει­ρή­σεις και νο­μο­θέ­τη­ση της με­τα­βί­βα­σής όσων εγκα­τα­λεί­πο­νται στους ερ­γα­ζό­με­νους με κρα­τι­κή στή­ρι­ξη και ερ­γα­τι­κή αυ­το­δια­χεί­ρι­ση, ορ­γά­νω­ση της «κόκ­κι­νης αλ­λη­λεγ­γύ­ης»), ως θε­με­λιώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση για να σχη­μα­τί­σου­με κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό σχη­μα­τι­σμό μάχης, τότε, εκτός από το διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο, θα εξα­σφα­λί­σου­με και έναν άλλο θα­νά­σι­μο αντί­πα­λο: την ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη και το σύ­στη­μα της οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής της εξου­σί­ας. Δεύ­τε­ρο, αν πρά­ξου­με όλα αυτά -και μά­λι­στα «στην πρώτη φάση της πρώ­της φάσης»- τότε η μάχη για την εξου­σία θα ξε­σπά­σει άμεσα και θα είναι πολύ σκλη­ρή. Το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας δεν θα τεθεί «κά­ποια στιγ­μή», αλλά από την επό­με­νη μέρα, με τον εξής πολύ απλό τρόπο, που προ­διέ­γρα­ψε εξάλ­λου κα­θα­ρά και η εμπει­ρία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ: η άρ­χου­σα τάξη και οι ιμπε­ρια­λι­στές σύμ­μα­χοί της θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν όλα τα μέσα για να ανα­τρέ­ψουν άμεσα την κυ­βέρ­νη­ση που θα δια­νοη­θεί να υλο­ποι­ή­σει ένα τέ­τοιο πρό­γραμ­μα. Η πάλη για την πο­λι­τι­κή εξου­σία θα ξε­κι­νή­σει από την «επό­με­νη μέρα» ακρι­βώς πάνω σε αυτό το έδα­φος.

Το τε­λευ­ταίο αυτό ση­μείο μας απο­κα­λύ­πτει τον άλλη θε­με­λιώ­δη πυ­λώ­να του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος: είναι πρό­γραμ­μα για την κα­τά­λη­ψη της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας και πα­ρα­πέ­μπει στον ερ­γα­τι­κό και κοι­νω­νι­κό έλεγ­χο στην πα­ρα­γω­γή, τη δια­νο­μή, την κα­τα­νά­λω­ση, αλλά και στο κρά­τος. Όλα αυτά πρέ­πει να αρ­χί­σουν επί­σης από την «επό­με­νη μέρα».

Ασφα­λώς μι­λώ­ντας για το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα και την υλο­ποί­η­σή του από την «επό­με­νη μέρα», δεν μπο­ρού­με να προ­δια­γρά­ψου­με μα ακρί­βεια το ρυθμό των με­τα­βο­λών και το χρο­νι­κό ορί­ζο­ντα που η μάχη θα κρι­θεί. Ωστό­σο, όλες οι διε­θνείς εμπει­ρί­ες λένε ότι η μάχη για την εξου­σία δεν είναι με­σο­μα­κρο­πρό­θε­σμου χρο­νι­κού ορί­ζο­ντα αλλά βρα­χυ­με­σο­πρό­θε­σμου. Στη Χιλή κρά­τη­σε δυό­μι­σι χρό­νια. Στην Αντί­στα­ση, από την έναρ­ξή της μέχρι και τη Βάρ­κι­ζα, οπότε ου­σια­στι­κά κρί­θη­κε, 4 χρό­νια, στις ιδιό­μορ­φες συν­θή­κες της ξένης κα­το­χής. Τα κυ­βερ­νη­τι­κά πει­ρά­μα­τα της Λ. Αμε­ρι­κής (για πα­ρά­δειγ­μα, στη Βε­νε­ζου­έ­λα) δι­ήρ­κε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο, αλλά η διάρ­κεια ήταν απο­τέ­λε­σμα στρα­τη­γι­κής ατολ­μί­ας, δη­λα­δή αυ­τα­πά­της ή αδυ­να­μί­ας για ολο­κλή­ρω­ση της ρήξης με τον κα­πι­τα­λι­σμό, που οδή­γη­σε ανα­πό­φευ­κτα στην αντε­πί­θε­ση του συ­στή­μα­τος. Αν πά­ντως μι­λά­με για στρα­τη­γι­κή ανα­τρο­πής του κα­πι­τα­λι­σμού και όχι για «αντι­μπε­ρια­λι­στι­κό κεϊν­σια­νι­σμό» και αν μι­λά­με για χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­στι­κού πυ­ρή­να και μά­λι­στα της Ευ­ρω­ζώ­νης όπως η Ελ­λά­δα, η έκ­βα­ση της μάχης για την εξου­σία θα κρι­θεί στο βρα­χυ­με­σο­πρό­θε­σμο ορί­ζο­ντα.

Οι τε­λευ­ταί­ες δια­πι­στώ­σεις έχουν ση­μα­σία αν θέ­λου­με να οριο­θε­τή­σου­με με ακρί­βεια -και όχι με την ευ­κο­λία προ­πα­γαν­δι­στι­κών σχη­μά­των- τη δια­φο­ρά της με­τα­βα­τι­κής μας στρα­τη­γι­κής από τη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ. Η δια­φο­ρά μας με το ΚΚΕ δεν είναι ότι εμείς πι­στεύ­ου­με πως μπο­ρεί να υπάρ­ξει φι­λο­λαϊ­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση σε μια χώρα των ιμπε­ρια­λι­στι­κών ολο­κλη­ρώ­σε­ων και σε συν­θή­κες δο­μι­κής κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού χωρίς μάχη και τε­λι­κά κα­τά­κτη­ση της εξου­σί­ας, αλλά ότι μια με­γά­λη πο­λι­τι­κή ανα­τρο­πή που θα φέρει μια «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» μπο­ρεί να πυ­ρο­δο­τή­σει τη μάχη για την κα­τά­κτη­ση της εξου­σί­ας και το σο­σια­λι­σμό. Χωρίς αυτή την τε­λευ­ταία πα­ρα­δο­χή, οι κα­τη­γο­ρί­ες προς το ΚΚΕ για ανά­γκη απα­ντή­σε­ων «στο σκλη­ρό σή­με­ρα και όχι στο σο­σια­λι­στι­κό επέ­κει­να» μέ­νουν κού­φια προ­πα­γαν­δι­στι­κά σχή­μα­τα. Διότι το ΚΚΕ έχει γε­νι­κά από­λυ­το δίκιο όταν λέει ότι δεν μπο­ρούν να υπάρ­ξουν φι­λο­λαϊ­κές πο­λι­τι­κές στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού. Απορ­ρί­πτει όμως τη στρα­τη­γι­κή δυ­να­τό­τη­τα μιας με­γά­λης πο­λι­τι­κής ανα­τρο­πής και σχη­μα­τι­σμού «κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς» που δε θα λύσει με­μιάς το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας, αλλά μπο­ρεί να πυ­ρο­δο­τή­σει και να επι­τα­χύ­νει τη δια­δι­κα­σία για τη σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση υλο­ποιώ­ντας αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή μέτρα και πο­λι­τι­κές, υλο­ποιώ­ντας δη­λα­δή πο­λι­τι­κές σε σύ­γκρου­ση με τον κα­πι­τα­λι­σμό.

Μια ολο­κλη­ρω­μέ­νη κρι­τι­κή στη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ δεν πρέ­πει να υπο­κύ­ψει στις ευ­κο­λί­ες προ­πα­γαν­δι­στι­κών σχη­μά­των. Πρέ­πει επί­σης να απα­ντή­σει στη στρα­τη­γι­κή θέση ότι το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα είναι «νό­μι­μο» στρα­τη­γι­κά μόνο σε συν­θή­κες επα­να­στα­τι­κής κα­τά­στα­σης - μια συ­ζή­τη­ση που εκ­φεύ­γει από τα όρια αυτού του άρ­θρου. Το πρό­βλη­μα με τη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ είναι ότι αρ­νεί­ται τη με­τα­βα­τι­κή στρα­τη­γι­κή για το σο­σια­λι­σμό. Αλλά η απά­ντη­ση στη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ δεν είναι η πα­λι­νόρ­θω­ση της στρα­τη­γι­κής των στα­δί­ων!

3. Εν τέλει: μέ­τω­πο ή κόμμα;

Υπάρ­χουν δύο υβρι­δι­κά στοι­χεία που έχου­με συμ­φω­νή­σει στη ΛΑΕ, τα οποία υπήρ­ξαν από ένα ση­μείο και ύστε­ρα και στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, αλλά εξ όσων γνω­ρί­ζου­με και στην ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ: Πρώτο, η από­δο­ση ισό­τη­τας δι­καιω­μά­των και υπο­χρε­ώ­σε­ων για τους/τις ανέ­ντα­χτους/ες μέλη της με το «ένα μέλος - μία ψήφος». Και δεύ­τε­ρο, η δυ­να­τό­τη­τα να απο­φα­σί­ζε­ται διά πλειο­ψη­φί­ας η πο­λι­τι­κή τα­κτι­κή: δι’ απλής πλειο­ψη­φί­ας τα ήσ­σο­νος ση­μα­σί­ας ζη­τή­μα­τα τα­κτι­κής, διά ενι­σχυ­μέ­νης πλειο­ψη­φί­ας τα ση­μα­ντι­κά. Τα «υβρι­δι­κά» στοι­χεία στα­μα­τούν εδώ, και πε­ρι­γρά­φουν μια προ­ω­θη­μέ­νη ή «ώριμη» μορφή με­τώ­που, κι όχι μια υβρι­δι­κή κορφή προς το ενιαίο κόμμα. Οτι­δή­πο­τε πέρα από τα δύο αυτά «υβρι­δι­κά» στοι­χεία που δια­μορ­φώ­νουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας προ­ω­θη­μέ­νης μορ­φής ενιαί­ου με­τώ­που, πα­ρα­κάμ­πτει εντε­λώς απε­ρί­σκε­πτα κατά τη γνώμη μας τα ζη­τή­μα­τα των στρα­τη­γι­κών απο­κλί­σε­ων. Διότι ενιαίο κόμμα ση­μαί­νει κοινή στρα­τη­γι­κή ταυ­τό­τη­τα, η οποία δεν υπάρ­χει για τα ρεύ­μα­τα που συ­να­παρ­τί­ζουν τη ΛΑΕ.

Το πρό­βλη­μα αυτό δεν μπο­ρού­με να το προ­σπε­ρά­σου­με ούτε με το να πούμε πως όλα τα μαρ­ξι­στι­κά ρεύ­μα­τα απέ­τυ­χαν εξί­σου και άρα απαι­τεί­ται υπέρ­βα­ση όλων διά της ανα­σύν­θε­σης ούτε με το να ανα­θέ­σου­με στην πο­λι­τι­κή μορφή μέ­τω­πο κα­θή­κο­ντα που κά­πο­τε ανα­λο­γού­σαν στην πο­λι­τι­κή μορφή κόμμα.

Κατ’ αρχάς, η πο­λι­τι­κή θέση ότι όλα τα ρεύ­μα­τα της Αρι­στε­ράς απέ­τυ­χαν και άρα χρειά­ζε­ται επα­νί­δρυ­ση στο έδα­φος αυτής της πα­ρα­δο­χής, έχει ένα επι­κίν­δυ­να «θολό» ση­μείο: απέ­τυ­χαν «εξί­σου» η ρε­φορ­μι­στι­κή και η επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή; Απέ­τυ­χαν «εξί­σου» τα ρεύ­μα­τα που εκ­προ­σω­πούν το ένα και το άλλο από τα δύο βα­σι­κά στρα­τη­γι­κά ρεύ­μα­τα στην Αρι­στε­ρά; Επο­μέ­νως, χρεια­ζό­μα­στε μια επα­νί­δρυ­ση στο έδα­φος της άρσης του ιστο­ρι­κού στρα­τη­γι­κού σχί­σμα­τος στους κόλ­πους της Αρι­στε­ράς; Μέχρι κά­ποιος να μας πει αυτό, στα­μα­τού­με θέ­το­ντας απλώς το ερώ­τη­μα. Υπο­θέ­του­με ωστό­σο ότι είναι προ­φα­νείς οι κα­τα­λυ­τι­κές συ­νέ­πειες αν δοθεί κα­τα­φα­τι­κή απά­ντη­ση σε αυτό το ερώ­τη­μα. Σε ό,τι μας αφορά, εί­μα­στε πο­λι­τι­κά εχθρι­κοί σε οποια­δή­πο­τε «επα­νί­δρυ­ση» στη βάση μιας τέ­τοιας πα­ρα­δο­χής. Μας εν­δια­φέ­ρει μόνο η «επα­νί­δρυ­ση» στη βάση της επι­και­ρο­ποί­η­σης της επα­να­στα­τι­κής στρα­τη­γι­κής.

Κατά δεύ­τε­ρο λόγο, δια­φω­νού­με με τη θέση πως η πο­λι­τι­κή μορφή μέ­τω­πο μπο­ρεί να αντι­κα­τα­στή­σει την πο­λι­τι­κή μορφή κόμμα και να επι­τε­λέ­σει τα κα­θή­κο­ντα που ιστο­ρι­κά επι­τέ­λε­σε το κόμμα. Εξα­κο­λου­θού­με να χρεια­ζό­μα­στε κόμμα, και συ­γκρο­τού­με μέ­τω­πο γιατί δεν υπάρ­χουν οι υπο­κει­με­νι­κές δυ­να­τό­τη­τες για να συ­γκρο­τή­σου­με το κόμμα που χρεια­ζό­μα­στε. Η ωρί­μαν­ση της ιστο­ρι­κής ανά­γκης δεν συμ­βα­δί­ζει -και δεν είναι η πρώτη φορά στην Ιστο­ρία- με την ωρί­μαν­ση των υπο­κει­με­νι­κών προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων. Οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις αυτές είναι, όπως γνω­ρί­ζου­με, βα­σι­κά δύο: Πρώτο, ο σχη­μα­τι­σμός μέσα από την τα­ξι­κή πάλη μιας μα­ζι­κής, ερ­γα­τι­κής - κοι­νω­νι­κής, επα­να­στα­τι­κής πρω­το­πο­ρί­ας που να τεί­νει και να μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί σε κόμμα. Δεύ­τε­ρο, η συμ­φω­νία πάνω στη στρα­τη­γι­κή. Από τη μια λοι­πόν, το γε­γο­νός ότι χρεια­ζό­μα­στε επει­γό­ντως το μα­ζι­κό επα­να­στα­τι­κό κόμμα, δεν ση­μαί­νει ότι μπο­ρού­με να το ιδρύ­σου­με με όπλο το πεί­σμα ή με ορ­γα­νω­τι­κό «υβρι­δι­σμό», παρά την ανυ­παρ­ξία των υπο­κει­με­νι­κών όρων. Από την άλλη, το γε­γο­νός ότι η ανε­πάρ­κεια των όρων για να συ­γκρο­τή­σου­με ένα τέ­τοιο κόμμα κάνει ανα­γκαίο το μέ­τω­πο, δεν ση­μαί­νει ότι το μέ­τω­πο μπο­ρεί να υπο­κα­τα­στή­σει το κόμμα ή να με­τα­τρα­πεί, με «Δού­ρειο ίππο» τον προ­γραμ­μα­τι­κό ή ορ­γα­νω­τι­κό «υβρι­δι­σμό», σε κόμμα ή σε οιο­νεί κόμμα.

Η θέση του Πα­να­γιώ­τη ότι «σε μια πε­ρί­ο­δο ανα­σύν­θε­σης της Αρι­στε­ράς ως δύ­να­μης ανα­τρο­πής, τα μέ­τω­πα είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι δυ­νά­μει ‘‘νέοι Ηγε­μό­νε­ς’’» αντί να ξε­κα­θα­ρί­ζει τα πα­ρα­πά­νω, επι­τεί­νει τη σύγ­χυ­ση. Η «ανα­σύν­θε­ση της Αρι­στε­ράς ως δύ­να­μης ανα­τρο­πής» και τα «μέ­τω­πα-νέ­οι Ηγε­μό­νες» δεν είναι παρά ωραί­ες φρά­σεις που αφή­νουν όλο το έργο της συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­σης και του ξε­κα­θα­ρί­σμα­τος ανοι­χτό. Όσο για την απαί­τη­ση του Πέ­τρου για μια «ελά­χι­στη στρα­τη­γι­κή σύ­γκλι­ση», αυτή μπο­ρεί να υπάρ­ξει πράγ­μα­τι, στο εξής έδα­φος: μιας γε­νι­κής στρα­τη­γι­κής με πο­λι­τι­κή αιχμή μια με­γά­λη πο­λι­τι­κή ανα­τρο­πή και το σχη­μα­τι­σμό κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς, που θα συ­γκρο­τεί τα­ξι­κό σχη­μα­τι­σμό μάχης και θα επι­τα­χύ­νει την πο­ρεία προς τη σο­σια­λι­στι­κή ανα­τρο­πή υλο­ποιώ­ντας αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κά μέτρα, ορ­γα­νώ­νο­ντας τη σύ­γκρου­ση με το σύ­στη­μα, ορ­γα­νώ­νο­ντας τη μάχη για την εξου­σία. Όχι όμως στο έδα­φος ενός «στα­δί­ου» ή μιας «φάσης» με αντι­μνη­μο­νια­κά - ανα­πτυ­ξια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Και αφή­νο­ντας όλα τα υπό­λοι­πα στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα ανοι­χτά. Αν υπάρ­χει αυτή η δυ­να­τό­τη­τα, ασφα­λώς και θα πρέ­πει να την «αρ­πά­ξου­με», αλλά αυτό δεν αλ­λά­ζει το χα­ρα­κτή­ρα της συ­γκρό­τη­σής μας ως προ­ω­θη­μέ­νης μορ­φής με­τώ­που.

Ση­μειώ­σεις

*Το προ­σφι­λές φι­λο­σο­φι­κό σχήμα το οποίο επι­κα­λεί­ται η θε­ω­ρία των στα­δί­ων είναι η διά­κρι­ση με­τα­ξύ της βα­σι­κής αντί­θε­σης και της κύ­ριας ή κυ­ρί­αρ­χης αντί­θε­σης - ένα φι­λο­σο­φι­κό δά­νειο από το έργο του Μάο Τσε Τουνγκ «Για τις αντι­θέ­σεις». Η βα­σι­κή αντί­θε­ση είναι κε­φά­λαιο - ερ­γα­σία, αλλά η κύρια ή κυ­ρί­αρ­χη είναι η αντί­θε­ση μνη­μό­νιο - αντι­μνη­μό­νιο (ή, κατά μία άλλη εκ­δο­χή, λαός - ιμπε­ρια­λι­σμός). Η βα­σι­κή αντί­θε­ση είναι κάτι σαν αδρα­νές υπό­στρω­μα που ενερ­γο­ποιεί­ται όταν ολο­κλη­ρω­θούν τα κα­θή­κο­ντα που επι­βάλ­λει η κύρια ή κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση, η οποία έτσι δε­σπό­ζει σε ένα στά­διο της πάλης.


[1] Η.Ιω­α­κεί­μο­γλου, “ΛΑΕ: Τι πρό­γραμ­μα χρεια­ζό­μα­στε;“, τεύ­χος 356, 16 Μαρ­τί­ου 2016. Στο rproject: https://​rproject.​gr/​article/​lae-ti-programma-hreiazomaste

[2] Π. Πα­πα­κων­στα­ντί­νου, "Ο πει­ρα­σμός των εύ­κο­λων απα­ντή­σε­ων", Ίσκρα, 24 Μαρ­τί­ου 2016, http://​www.​iskra.​gr/​index.​php?​option=com_​content&​view=article&​id=23831:​l...​

[3] Π. Σω­τή­ρης, "Ο σο­σια­λι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος δεν είναι πο­λυ­τέ­λεια", Εκτός Γραμ­μής, 31 Μαρ­τί­ου 2016, http://​www.​ektosgrammis.​gr/​index.​php?​option=com_​content&​view=article&​id=...​