ηγεμονία

Όταν οι συνθήκες έγιναν ανατρεπτικές

Πολύ νωρίς, ήδη από το 2010, διαμορφώθηκε το εξής ταξικό σκηνικό: οι "πάνω" θέλουν να αλλάξουν ριζικά το καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου και εκμετάλλευσης της εργασίας στοιχηματίζοντας ότι η πολιτική τους θα επικρατήσει των αντιστάσεων, και οι "κάτω" βυθίζονται βαθμιαία αλλά σταθερά σε ένα πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας, αυξανόμενων εισοδηματικών ανισοτήτων, υφαρπαγής της παρελθούσας εργασίας τους (της δικής τους ή των γονιών τους), δέσμευσης της μελλοντικής τους εργασίας από τους κατόχους κεφαλαίου και πολιτικής ισχύος, χωρίς το "δημοκρατικό παιχνίδι" να τους δίνει έξοδο διαφυγής.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχει χαραχθεί μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτούς που επιζητούν ένθερμα ή δειλά τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό, και σε αυτούς που τον απεχθάνονται ή απλώς αμύνονται απέναντί του. Στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα χωρίστηκαν οι "προοδευτικοί άνθρωποι" της προηγούμενης περιόδου, οι ελαφρώς αριστεροί, οι μετριοπαθείς “φωτισμένοι” αστοί με τους οποίους μπορούσαμε να σε κάποιο βαθμό συνεννοηθούμε ή να συνυπάρξουμε στο παρελθόν, οι πρώην κεϋνσιανοί, οι πρώην σοσιαλδημοκράτες: οι περισσότεροι πέρασαν στους απέναντι, μία προσχώρηση μετά την άλλη, ακολουθώντας την κοινωνική ταξική πόλωση στα επεισόδιά της --με τελευταίο επεισόδιο την αυτομόληση του Σύριζα στο νεοφιλελεύθερο κράτος. Έχουν συγκροτηθεί έτσι, χρονιά τη χρονιά, δύο εχθρικά ταξικά μπλοκ τα οποία πολώνονται διαρκώς ένθεν κακείθεν της βαθιάς ταξικής διαχωριστικής γραμμής, και τα οποία έκαναν αυτοπροσώπως την εμφάνισή τους στην πολιτική σκηνή στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, και θα συγκρουστούν κάποια στιγμή, πιθανότατα με μεγάλη βία --εκτός εάν με τα χρόνια, η έλλειψη πολιτικής εκπροσώπησης που δημιουργήθηκε από την νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του Σύριζα οδηγήσει τους "κάτω" σε πολιτικό και ιδεολογικό όλεθρο.
Οπότε εδώ εμφανίζεται το ζήτημα της αριστερής εναλλακτικής πρότασης, ή όπως το θέτουν πολλοί, το ζήτημα του προγράμματος.
Οι προτάσεις της Αριστεράς, από το 1980 και μετά, ήταν πάντοτε προτάσεις διακυβέρνησης που περιορίζουν την Αριστερά σε ρόλο θεσμικής αντιπολίτευσης την στιγμή που θα έπρεπε να είναι μέσα στις κοινωνικές μάχες που διεξάγονται στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές (διότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, η ισχύς της τάξης δεν συγκροτείται μόνο στους χώρους της εργασίας και παραγωγής αλλά και στους χώρους της αναπαραγωγής). Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι αν η δική μας Αριστερά θα ξεφύγει από τον παλιό της εαυτό, της κοινοβουλευτικής παρουσίας και της διαχείρισης των κοινωνικών αγώνων στα παραδοσιακά πλαίσια των παραδοσιακών κοινωνικών συμβιβασμών όπως αυτοί διαμορφώθηκαν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης --διότι τα πλαίσια αυτά δεν υπάρχουν πια. “Το πρώτο μου σφάλμα ήταν ότι με γλώσσα άλλου καιρού, θέλησα να αρχίσω να μιλώ για πράγματα σημερινά” (Νόρα Αναγνωστάκη).
Η προσκόλληση στα παλιά δείχνει ότι ακόμη και η δική μας Αριστερά δεν έχει κατανοήσει το βασικό: Η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι, σήμερα, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον στη φτώχεια και την απόγνωση. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Διατηρεί επομένως το δικαίωμα να καταστρέφει τις ίδιες τις ζωές μας, και τώρα το κάνει αδίστακτα, και μάλιστα χωρίς προοπτική να σταματήσει ο εφιάλτης. Δεν θα σταματήσει ούτε όταν θα έρθει η περιβόητη "ανάπτυξη", διότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ και του εισοδήματος των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχουν πλέον αποσυνδεθεί --κάτι που δεν κατανοούν όχι μόνο στο Σύριζα αλλά και σημαντικά τμήματα της δικής μας Αριστεράς.
Το ενδιαφέρον για εμάς είναι ότι επειδή υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει εισέλθει σε περίοδο αποσταθεροποίησης. Το γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη αυξάνει την κατασταλτική αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής που υφαίνει χίλια σκοινιά γύρω μας, φορολογικά, διοικητικά, αστυνομικά και άλλα, δεν είναι ένδειξη δύναμης αλλά αδυναμίας. Ισχύει πάντα ο γνωστός "νόμος" ότι το άθροισμα ηγεμονικής ισχύος και έντασης της καταστολής είναι σταθερό. Η αστική τάξη καταφεύγει στην ένταση της καταστολής για να αναπληρώσει την αποδυνάμωση της πολιτικής της ηγεμονίας.
Με αυτά, διαμορφώνεται μια πολιτική συγκυρία στην οποία ο αντικαπιταλισμός και ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής δράσης. Όχι σαν ιδεολογικό statement, όπως κάνουν μια ζωή οι αριστεριστές ανεξάρτητα από την πολιτική συγκυρία, αλλά επειδή έχει έρθει η ιστορική στιγμή που οι ίδιες οι συνθήκες είναι ανατρεπτικές.

Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού & το πρόγραμμά μας

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 7 Ιανουαρίου 2016
Ο σοσιαλισμός είναι σήμερα επίκαιρος: είναι το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης. Εάν αυτό πράγματι ισχύει και εάν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό, το πρόγραμμά μας οφείλουμε να το χτίσουμε επάνω σε αυτήν την βάση, της επικαιρότητας του σοσιαλισμού.

Πότε η αστική ηγεμονία κινδυνεύει

Όταν ο Μαρξ και ο Ενγκελς δημοσίευσαν το Κομμουνιστικό μανιφέστο, είχε παρέλθει περίπου μισός αιώνας ταχύρρυθμης καπιταλιστικής βιομηχανικής ανάπτυξης, γιγαντιαίας συσσώρευσης κεφαλαίου και τεχνολογικής καινοτομίας, αλλά η κατάσταση της εργατικής τάξης παρέμενε άθλια. Σε αυτό το σημείο, ο Μαρξ θεώρησε ότι η βασική, δομική αδυναμία του καπιταλισμού είχε αναδυθεί: η θεαματική βιομηχανική και τεχνολογική πρόοδος, και οι ιστορικά πρωτοφανείς ρυθμοί μεγέθυνσης της παραγωγής εμπορευμάτων, πραγματοποιούνται με ταυτόχρονη συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο της κοινωνίας, εκεί που βρίσκονται οι κάτοχοι κεφαλαίου, και συσσώρευση φτώχειας στον άλλο πόλο, εκεί όπου βρίσκονται όσοι κατέχουν μόνο την ικανότητά τους προς εργασία (την εργασιακή τους δύναμη). Θεώρησε ότι αυτή η εκρηκτική κοινωνική πόλωση θέτει τις βάσεις για την πολιτική χρεωκοπία του καπιταλισμού, για τον εξής λόγο: “Η αστική τάξη είναι ανίκανη να διατηρήσει για πολύ τη θέση της κυρίαρχης τάξης (…) επειδή είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στους δούλους της την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δουλεία”. Όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους, η αστική τάξη δεν μπορεί να διατηρήσει την ηγετική της θέση στην κοινωνία, η ηγεμονία της βρίσκεται σε κρίση, επειδή το δικό της ιδιοτελές συμφέρον έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την συντήρηση και την αναπαραγωγή των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων.

Η επιστροφή του αχαλίνωτου καπιταλισμού

Το εργατικό, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης, στοιχημάτισαν, αμέσως μετά τον πόλεμο, ότι το σύστημα μπορούσε να μετασχηματιστεί, να εξανθρωπισθεί, να διατηρήσει τον παραγωγικό δυναμισμό του αποβάλλοντας όμως την μακροχρόνια τάση του να αυξάνει τις ανισότητες των εισοδημάτων κεφαλαίου και εργασίας. Στοιχημάτισαν ότι μπορεί να σταματήσει να συσσωρεύει πλούτο για τους κατόχους κεφαλαίου και φτώχεια για τους κατόχους εργασιακής δύναμης —και μάλιστα στοιχημάτισαν ότι μπορούσε να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς ακριβώς επειδή θα είχε αρνηθεί το αμαρτωλό παρελθόν της ανθρωποφαγίας του, ακριβώς επειδή θα του είχε επιβληθεί να μην αυξάνει τις ανισότητες. Το στοίχημα φαινόταν κερδισμένο για τις δυνάμεις της εργασίας για τριάντα ολόκληρα χρόνια, ας πούμε κατά προσέγγιση από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 έως το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Τριάντα χρόνια ήταν αρκετά για να πιστέψουν οι περισσότεροι ότι ο καπιταλισμός είχε αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα —με δυο λόγια, ότι είχε μεταλλαχθεί χάρη στο κοινωνικό κράτος, τη σταθερότητα στη διανομή του προϊόντος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, τη σταθερότητα ή τη μείωση των ανισοτήτων, τη μαζική παραγωγή σε σύζευξη με την μαζική κατανάλωση των μισθωτών, όλα αυτά τα οποία συγκροτούσαν ένα θαύμα που έμοιαζε ότι θα διαρκέσει χίλια χρόνια. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, γνωρίζουμε τώρα ότι οι έκτακτες συνθήκες της μεταπολεμικής περιόδου που επιβλήθηκαν στον καπιταλισμό, και μόνον αυτές, μπορούν να εξηγήσουν την παρέκκλισή του από την αυθεντική του φύση —που αυτή, παρέμενε αναλλοίωτη κάτω από τους περιορισμούς που της είχαν επιβληθεί από τις δυνάμεις της εργασίας.
Μετά από τριανταπέντε χρόνια βαθμιαίας πλην όμως συνεπούς αποδόμησης του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους, από την πρώτη κυβέρνηση Θάτσερ μέχρι σήμερα, οι δυνάμεις του κεφαλαίου πραγματοποιούν στη διάρκεια της κρίσης την τελευταία επίθεση για να κλείσουν μέσα σε μια ιστορική παρένθεση το κοινωνικό κράτος, την μείωση των ανισοτήτων, την αυξανόμενη αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων τάξεων, τον κεϋνσιανισμό, τον μαρξισμό, την ίδια την αστική δημοκρατία που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι για τους επικυρίαρχους. Γνωρίζουμε τώρα ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ρέπει ακατάπαυστα στην αύξηση των ανισοτήτων, στην πόλωση πλούτου και φτώχειας, και ότι μόνο εξωτερικοί παράγοντες, που σπάνιες ιστορικές συνθήκες ενδέχεται να συγκεντρώσουν, μπορούν να ανατρέψουν αυτήν την ακατανίκητη τάση. Τέτοιες σπάνιες συνθήκες όμως δεν υπάρχουν σήμερα. Ο καπιταλισμός στέκεται και πάλι απέναντί μας ως η δύναμη του γυμνού χρήματος, του αχαλίνωτου κεφαλαίου που απαιτεί ανθρωποθυσίες για να συντηρηθεί, να αναπαραχθεί και να διογκωθεί ως αξία που αξιοποιεί τον ίδιο της τον εαυτό.

Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού

Αυτά μας φέρνουν σε μια συγκυρία όπου προκύπτουν τα ίδια ερωτήματα που έθετε ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Διότι τώρα ισχύει ότι η άρχουσα τάξη δεν μπορεί, ούτε και θέλει, να διασφαλίσει τους όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής, δεν μπορεί να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των υποτελών κοινωνικών τάξεων επειδή αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ιδιοτελές της συμφέρον. Είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στις εργαζόμενες τάξεις την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους την υποταγή στον καπιταλισμό —και για τον λόγο αυτό η ηγετική της θέση στην κοινωνία τίθεται εκ των πραγμάτων σε αμφισβήτηση. Από την έναρξη της κρίσης, το 2008, η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης είναι ανοιχτή.
Η συγκυρία αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι τώρα, σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στις δύο προηγούμενες μεγάλες κρίσεις του καπιταλισμού, στον 20ο αιώνα, η αστική τάξη δεν διαθέτει κανένα σχέδιο εξόδου από την κρίση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 αναδύθηκε η μεγάλη εναλλακτική λύση του κεϋνσιανισμού και της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, ενώ στη δεκαετία του 1970 ο νεοφιλελευθερισμός άρπαξε την ευκαιρία για να ηγεμονεύσει. Σήμερα, κανένα τέτοιο μεγάλο σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν έχει αναδυθεί, και η άρχουσα τάξη αφήνεται στις αυθόρμητες ορέξεις της, προσπαθεί να αλλάξει ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων κεφαλαίου εργασίας, να αυξήσει τα κέρδη της αφήνοντας στην τύχη της την συντήρηση και την αναπαραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, να αποδιαρθρώσει το κοινωνικό κράτος.
Αυτό γίνεται με τους εξής τρόπους: Με την αναδιανομή του εισοδήματος, τη φορολογική πολιτική και την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους ιδιοποιείται ένα αυξανόμενο μερίδιο από την αξία που παράγουμε κάθε χρονιά. Με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους δεσμεύει για λογαριασμό της ένα μεγάλο μέρος της μελλοντικής μας εργασίας. Με τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους υφαρπάζει ένα μεγάλο μέρος από την παρελθούσα εργασία μας που έχει αποκρυσταλλωθεί στα περιουσιακά στοιχεία των εργαζόμενων τάξεων.
Παρούσα, μελλοντική και παρελθούσα εργασία, έχουν τεθεί στην διάθεση της άρχουσας τάξης προκειμένου να διασωθεί το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, το κεφάλαιο που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, που πλεονάζει αλλά απαιτεί επίμονα και πάσει θυσία την αμοιβή του. Η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατο με τις υπάρχουσες συνθήκες να ικανοποιηθεί. Η προσπάθεια λοιπόν της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται στην αναδιανομή του προϊόντος μέσω μιας πολιτικής που δεσμεύει για λογαριασμό του κεφαλαίου ένα αυξανόμενο μερίδιο από το δικό μας εισόδημα, από τη δική μας εργασία, την παρούσα, την παρελθούσα και την μελλοντική. Αυτή όμως η πολιτική είναι ακριβώς εκείνη που καθιστά την αστική τάξη “ανίκανη να διατηρήσει για πολύ τη θέση της κυρίαρχης τάξης επειδή είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στους δούλους της την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δουλεία”, με τα λόγια του Μαρξ.
Η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης είναι “ένα παράθυρο ευκαιρίας” που θα μείνει ανοιχτό για όσο καιρό οι κυρίαρχοι δεν θα έχουν πείσει τους κυριαρχούμενους πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος πέρα από τη γενίκευση της λιτότητας, για όσο καιρό δηλαδή οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις δεν θα έχουν αποδεχθεί τα νέα καταναλωτικά πρότυπα φτώχειας ως "φυσιολογικά" και "δίκαια”. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, η αστική ηγεμονία θα έχει αποκατασταθεί, η δε φτώχεια και η βαρβαρότητα θα έχουν νομιμοποιηθεί.
Για αυτούς τους λόγους, κανένα πρόγραμμα αριστερού πολιτικού κόμματος, οργάνωσης κλπ δεν μπορεί να μην οικοδομεί τη λογική του και τις προτάσεις του επί αυτού του βασικού γεγονότος της καπιταλιστικής κρίσης. Ο σοσιαλισμός είναι επίκαιρος, με την έννοια ότι αποτελεί το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που διαθέτουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην ηγεμονική κρίση της αστικής τάξης και να κρατήσουν την κοινωνία έξω από την βαρβαρότητα.

Η μείωση των αποδοχών της μισθωτής εργασίας

Gr Η μείωση των αποδοχών των μισθωτών το 2010-2015.001

Κρίση, ανεργία, τάξη εναντίον τάξης

Ηλίας Ιωακείμογλου: Κρίση, ανεργία, τάξη εναντίον τάξης by Htheoriapairneithesi on Mixcloud

Entrevista / Revista de Economia Critica

Entrevista a Elias Ioakimoglou
Entrevista realizada por Bibiana Medialdea y Antonio Sanabria. | 27.12.2015
Revista de Economía Crítica, nº20, segundo semestre 2015, ISNN 2013-5254 Entrevista realizada por Bibiana Medialdea y Antonio Sanabria. Elias Ioakimoglou es investigador en economía política. Noviembre 2015. Traducción: Jordi Roca Jusmet

Q: Syriza election victory in January 2015 opened high expectations about the possibilities for an alternative economic management and for the social majority in Europe. A political force that explicitly questioned the logic of austerity and adjustment achieved unprecedented popular support on the continent. It has not even been a year of that time, what do you think you can balance the experience of government regarding these expectations possibility of an alternative economic management?
Great expectations about Syriza being able and willing to apply an anti-austerity economic programme drugging the economy out of recession, lowering unemployment and reducing income inequalities, have been subverted in one single night: the night of the 12th July, when Alexis Tsipras took the political and moral responsibility to capitulate, against all odds, breaking Syriza’s promises for social justice and economic relief. A whole country has been surprised and delivered without resistance to captivity by debt by a man who proved to be able to sell the moon.
Then, Alexis Tsipras knowing “sorry” means nothing once promises are broken, he sold the moon a second time. He gave new impossible promises: this time he would find ways to relief the most vulnerable citizens from the consequences of the 3d adjustment programme that he, himself, had signed a few days ago. Furthermore, using a political blitzkrieg he took by surprise its political adversaries: he proclaimed new general elections leaving to its adversaries inside Syriza a short time span of only 30 days to organize a new party. It is improbable that the working classes, the unemployed and the low income population that supported Tsipras all the way from the beginning of the crisis to the U-turn of the 12th of July believed Syriza is still the same party. Everybody in Greece knows that Alexis Tsipras in now a Schultz-like social-democrat politician. Nevertheless, the voters of the Left had no credible alternative since the new leftist party Popular Unity, was unable to present a clear-cut alternative strategy; therefore they voted for Tsipras hoping that he would keep at least some of its renewed promises or they preferred to abstain from the elections.
Q: What about the role of Varoufakis in negotiations with the troika? Do you think other negotiating strategy by the first government of Syriza would have done better?
I don’t think Varoufakis had nothing to do with the negotiating strategy, which was defined and finalised by Tsipras and its advisors during the two first months of 2015. That was done in a completely undemocratic way, ignoring the party. Until then we expected that the negotiations would start with bold moves, with the Greek government imposing capital controls right away after the elections of January and postponing debt service payments until an agreement is reached. I am convinced that the outcome of such an aggressive negotiating strategy would have been much better than the humiliating capitulation of the 12th July.
Q: How do you interpret the announcement of the referendum now? And the result? The Greek population seems to reject the proposal from the troika but also discards a break with it (leaving the euro) ... It was somewhat ambiguous the question itself? In view of the results obtained by Popular Unity, do you think that a more forceful question would have had a more favorable "yes" result?
The question was not at all ambiguous. All Greeks understood what it was about. It was not a question about leaving the eurozone or not, it was about the continuation of austerity policies, labour market reform and lower wages in order to increase (supposedly) competitiveness. It was about the continuation of policies dismantling the social state, reducing dramatically pensions and demolishing social protection institutions --and the answer was as clear as the question. Who gave this answer? We know now, thanks to statistics, that the answer was not given by the Greeks in general; it was given by the working classes of the business sector, civil servants, precarious workers, the unemployed, the young and the poor. Each one or these social categories voted “no” massively (80% to 90%). On the contrary, high income social categories, owners of capital and wealth, voted massively for “yes”. To put it simply, those who are benefiting from austerity policies and structural reform voted for “yes” while those who suffer from these policies voted for “no”. Now, this is a clear cut division: The week before the referendum was one of those rare historical moments when social classes and their allies jump on the political scene and become visible to the naked eye. The bloc of social forces in power that is the bourgeoisie, big capital, bankers, executives of corporations and financial firms, big media journalists, high rank state bureaucrats, neoliberal intellectuals and artists, life-style featherbrains and start-up young wanna-be entrepreneurs, petit-bourgeois benefiting from huge income inequalities achieved through internal devaluation and labour market reform, rentiers, small firm owners paying now half wages of what they used to pay in 2010, old people sitting on their accumulated wealth, they all presented themselves, in person, on the electoral battlefield to defend openly, without the usual ideological ornaments, their immediate class interest, the interest of naked money, the right to live on profit, interest and rent, to live on the labour of others. The presence of this social bloc in power was strong not only in the streets and demonstrations and TV, but also in firms where employees were more or less openly threatened by employers that they would be fired if they would vote for ‘no’. This exhibition of class self-interest and crude force, the absence of a hegemonic narrative of the ruling classes, was the catalyst that precipitated the long process of formation of an anti-austerity, unified, visible social bloc of the working classes, the unemployed, the young and the poor. The formation of this bloc started in 2010 with the implementation of the EU-driven economic adjustment programmes and ended a few days before the referendum when the subordinate social classes organised massive demonstrations of historical size and energy (without the intermediation of the leading politicians of Syriza who mildly supported the ‘no’ campaign) and voted ‘no’ against all the warnings, the threats, the blackmail, the ideological bullying, the fear spread by TV channels, firms, employer’s organisations, neoliberal economists and politicians, against the risk of being fired, impoverished, thrown in the misery of a country outcast from the supposedly stable and secure economic environment of the eurozone.
Q: The election results and the apparent support for the euro shown in the polls, does it make possible, in your opinion, to manage a break from the Greek government with the single currency and short-term costs of Grexit?
The election results do not show a support for the euro. Voters of the Left voted for Syriza because the alternative was a conservative government that would apply the 3d memorandum this time with even more cruelty than before. Syriza remained the best choice for the unemployed, the workers, the young and the poor even after the U-turn of the 12th of July.
As far as the break with the single currency is concerned, the Greek government does not have the intention to leave the eurozone, they are even hostile to such an eventual outcome --they always have been and that is why they capitulated.
Q: After formation of Syriza’s new government once it has been electorally validated the signature of the third "rescue", which goals and perspectives do you believe there are to work for an alternative to austerity in the country?
The signature of the 3d memorandum has not been electorally validated. Voters simply tried to protect themselves from the worst possible outcome that was a government formed by the conservative party of New Democracy, wich was the only party able to win the election except Syriza.
The perspectives to work for an alternative to austerity have nothing to do with Syriza, which gradually, but very fast, degenerates to a Renzi-style social-democratic party. We are thus confronted with this historical originality: In the presence of a strong anti-austerity social bloc of conscious, politically active workers, unemployed, young people, poor people, militants, that have acquired precious political and organisational skills during the five years of fierce social conflict and political struggle, there is not a political party or organisation able to assume the representation of this anti-austerity social bloc. So, the perspectives for an anti-austerity policy depend on the agility of political forces that left Syriza (approximately 40% of its most active and politically skilled members) to form a new political organisation able to assume the political representation of the anti-austerity social bloc.
Q: After signing third memorandum now, from the creditor side it seems they to accept some restructuring, as Syriza requested in the negotiations. In fact, the IMF raises it as a precondition to participate again. What do you think about that?
What is at stakes in Greece is not mainly the repayment of debt, it is the continuation and the success of a large scale enterprise of destruction of existing social structures and the reconstruction of the society on the basis of purely neoliberal principles. The aims of this enterprise are to obtain a radical change in the balance of power between labour and capital, and the stabilisation of the labour income at very low levels. This is essential in order to secure a minimum acceptable level of profitability although capital is over-accumulated. In other words, the size of accumulated capital is now so big that its claims on a diminished real product exceed by far the actual size of this product; therefore these claims are unsustainable unless the working classes, the unemployed, the pensioners, the young, accept to live with less and less goods and services. Now, this is the plan of the ruling classes of Europe for Greece, and if Tsipras drags Greece along this path, I suppose he can obtain some concessions from the creditors concerning the debt in exchange for his good services; perhaps that will give him the chance to sell the moon for a third time.

Για τη διάρθρωση του προγράμματος


constructivism1
Δημοσιεύθηκε στο rproject 20.12.2015

Τα πολιτικά προγράμματα της Αριστεράς ακολουθούν μια θεματική οργάνωση της ύλης συνήθως αφιερώνοντας ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για κάθε θέμα: διεθνής κατάσταση, οικονομία, κοινωνικό κράτος, πολιτικό σύστημα, δημόσια διοίκηση, εξωτερική πολιτική κλπ. Ωστόσο, αυτή η διαίρεση έχει στενή σχέση με την οργάνωση της αστικής κρατικής μηχανής ανά υπουργείο και άλλους φορείς του δημοσίου.
Πρό­κει­ται για μια ορ­γά­νω­ση που ακο­λου­θεί την λο­γι­κή του ελέγ­χου και της ορ­γά­νω­σης της κοι­νω­νί­ας δια της κα­τά­τμη­σης, μια λο­γι­κή που προσ­διο­ρί­ζει πεδία άσκη­σης της αστι­κής εξου­σί­ας. Βρί­σκου­με την ίδια θε­μα­τι­κή διαί­ρε­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας στην αστι­κή ορ­γά­νω­ση της γνώ­σης, όπου ση­μα­ντι­κές βαθ­μί­δες της κοι­νω­νί­ας εκλαμ­βά­νο­νται ως αρ­κού­ντως δια­κρι­τές ώστε να δι­καιο­λο­γεί­ται η γνω­στι­κή διαί­ρε­ση των “αν­θρω­πι­στι­κών σπου­δών” σε αυ­τό­νο­μα γνω­στι­κά αντι­κεί­με­να, σε ξε­χω­ρι­στές επι­στή­μες και σε αντί­στοι­χες πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τμή­μα­τα: οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νιο­λο­γία, πο­λι­τι­κές επι­στή­μες, διε­θνείς εξω­τε­ρι­κές σχέ­σεις κλπ.
Η ορ­γά­νω­ση ενός προ­γράμ­μα­τος της Αρι­στε­ράς με βάση τις θε­μα­τι­κές ενό­τη­τες όπως τις κα­τα­λα­βαί­νουν η αστι­κή ορ­γά­νω­ση της γνώ­σης και η κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας, δη­μιουρ­γούν ευθύς εξαρ­χής ένα πλαί­σιο απέ­να­ντι στο οποίο θα έπρε­πε, αν μη τι άλλο, να εί­μα­στε κα­χύ­πο­πτοι, για τον πολύ απλό λόγο ότι αντα­να­κλά την αντί­λη­ψη του αντι­πά­λου και την ορ­γά­νω­ση της δικής του κρα­τι­κής μη­χα­νής. Η αστι­κή κρα­τι­κή μη­χα­νή ορ­γα­νώ­νει ολό­κλη­ρη την κοι­νω­νία με την γνω­στή θε­μα­τι­κή κα­τά­τμη­ση, έτσι ώστε να ανα­πα­ρά­γο­νται οι συν­θή­κες ενός τα­ξι­κού αντα­γω­νι­σμού στον οποίο κυ­ριαρ­χεί η αστι­κή τάξη. Η κα­τά­τμη­ση “ανά υπουρ­γείο και δη­μό­σια υπη­ρε­σία” είναι ένα πλαί­σιο του οποί­ου την τα­ξι­κή αθω­ό­τη­τα έχου­με απο­δε­χθεί και το χρη­σι­μο­ποιού­με “πα­ρα­δο­σια­κά” υπο­θέ­το­ντας ότι μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει εξί­σου καλά για την δια­τύ­πω­ση αρι­στε­ρών ρι­ζο­σπα­στι­κών θέ­σε­ων, ακόμη και ανα­τρε­πτι­κών, και επα­να­στα­τι­κών θέ­σε­ων.
Το δικό μας πρό­γραμ­μα καλό θα ήταν να ακο­λου­θεί την δική μας αντί­λη­ψη για την ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας. “Από την οπτι­κή γωνία από την οποία βλέπω τα πράγ­μα­τα, η ανά­πτυ­ξη του οι­κο­νο­μι­κού σχη­μα­τι­σμού της κοι­νω­νί­ας γί­νε­ται ορατή ως δια­δι­κα­σία με χα­ρα­κτή­ρα όμοιο με αυτόν που έχουν οι δια­δι­κα­σί­ες στη φύση”, διευ­κρι­νί­ζει ο Μαρξ στην ει­σα­γω­γή του Κε­φα­λαί­ου. Στη συ­νέ­χεια, ο όρος της δια­δι­κα­σί­ας (προ­τσές στην ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση του Π. Μαυ­ρομ­μά­τη) θα κυ­ριαρ­χή­σει σε κάθε σε­λί­δα του με­γά­λου βι­βλί­ου του.
Η δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής και η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής (εκ των οποί­ων κάθε μία διαι­ρεί­ται σε επί μέ­ρους δια­δι­κα­σί­ες) είναι οι δύο βα­σι­κές δια­δι­κα­σί­ες που συ­γκρο­τούν την αστι­κή κοι­νω­νία —δεν είναι οι μόνες, είναι οι δύο βα­σι­κές. Μπο­ρούν άραγε να χω­ρέ­σουν στο πλαί­σιο της πα­ρα­δο­σια­κής ορ­γά­νω­σης της ύλης ενός προ­γράμ­μα­τος σε κε­φά­λαια που λίγο - πολύ ακο­λου­θούν την λο­γι­κή του αστι­κού κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού;

Απο­συ­ναρ­μο­λο­γώ­ντας τα­ξι­κές μη­χα­νές
Ας πά­ρου­με σαν πα­ρά­δειγ­μα την δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής. Η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής, είναι έναν αέ­να­ος κύ­κλος δρά­σε­ων, πρά­ξε­ων, ενερ­γειών που δη­μιουρ­γεί ξανά και ξανά συν­θή­κες ανα­γκαί­ες ώστε οι μεν κά­το­χοι κε­φα­λαί­ου να ανα­νε­ώ­νουν την οι­κο­νο­μι­κή και πο­λι­τι­κή κυ­ριαρ­χία τους, και οι κά­το­χοι ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης να είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να εμ­φα­νί­ζο­νται κάθε νέα χρο­νιά, κάθε νέο μήνα ή κάθε μέρα, στην πόρτα της επι­χεί­ρη­σης για να που­λή­σουν την ερ­γα­σια­κή τους δύ­να­μη. Βέ­βαια, η πρώτη και πιο βα­σι­κή συν­θή­κη ανα­πα­ρα­γω­γής των δύο βα­σι­κών τά­ξε­ων της αστι­κής κοι­νω­νί­ας δια­σφα­λί­ζε­ται από την ίδια την φύση της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­γω­γής: Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­γω­γής, ο ερ­γα­ζό­με­νος βρί­σκε­ται ξανά απο­γυ­μνω­μέ­νος από κάθε ιδιο­κτη­σία, πέραν της ιδιο­κτη­σί­ας της ερ­γα­σια­κής του δύ­να­μης, και αντι­μέ­τω­πος με το προ­ϊ­όν της ίδιας του της ερ­γα­σί­ας που έχει με­τα­τρα­πεί τώρα σε κε­φά­λαιο. Αυτό όμως δεν είναι αρ­κε­τό, και η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής πρέ­πει να προ­σφέ­ρει μια σειρά επι­πλέ­ον όρων.
Μια πλευ­ρά της συ­νο­λι­κής κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής είναι η ανα­πα­ρα­γω­γή της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης: Οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις, προ­κει­μέ­νου να ανα­πα­ρα­χθούν θα με­τα­κι­νη­θούν κυ­κλι­κά ανά­με­σα στην εστία, το σχο­λείο, τα ση­μεία εμπο­ρι­κής διά­θε­σης των εμπο­ρευ­μά­των, τα ση­μεία πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών υγεί­ας (νο­σο­κο­μεία και κλι­νι­κές, ια­τρεία κλπ.), τους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του κρά­τους (γή­πε­δο, εγκα­τα­στά­σεις δια­σκέ­δα­σης και «δρα­στη­ριο­τή­των» της εκ­κο­λα­πτό­με­νης γε­νιάς ερ­γα­ζο­μέ­νων κλπ.) και ούτω κα­θε­ξής. Κα­τοι­κί­ες και υπο­δο­μές για την πα­ρα­γω­γή ηλε­κτρι­σμού, ύδρευ­σης, απο­χέ­τευ­σης, φω­τι­σμού κλπ., πλα­τεί­ες, κα­φε­νεία και καφέ, εστια­τό­ρια και επι­χει­ρή­σεις δια­σκέ­δα­σης, σχο­λεία, νο­σο­κο­μεία και όλα τα συ­να­φή, ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κρά­τους, εκ­κλη­σία, γή­πε­δα και λοι­πές αθλη­τι­κές εγκα­τα­στά­σεις, τη­λε­ό­ρα­ση, χώροι άσκη­σης των εθί­μων του χω­ριού και της πόλης, μνη­μεία του εθνι­κι­σμού και του πα­τριω­τι­σμού και πα­ρό­μοιων εορ­τών, αστι­κό οδικό δί­κτυο, επι­βα­τι­κά με­τα­φο­ρι­κά μέσα, αστι­κές συ­γκοι­νω­νί­ες, εμπο­ρι­κά κα­τα­στή­μα­τα και κέ­ντρα, και άλλα ακόμη, είναι στοι­χεία της δια­δι­κα­σί­ας ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, είναι στοι­χεία που ανή­κουν στο “κοι­νω­νι­κό ερ­γο­στά­σιο” το οποίο πα­ρά­γει το εμπό­ρευ­μα “ερ­γα­σια­κή δύ­να­μη” στην ποιό­τη­τα και την πο­σό­τη­τα που έχει ανά­γκη η συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου, είναι λοι­πόν στοι­χεία μιας κοι­νω­νι­κής δια­δι­κα­σί­ας που εκ­δι­πλώ­νε­ται, μιας δια­δι­κα­σί­ας όπου εξυ­φαί­νε­ται το ύφα­σμα των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων της “κα­θη­με­ρι­νής ζωής” . Αυτά τα στοι­χεία, εάν τα απο­μο­νώ­σω και τα θε­ω­ρή­σω ξε­χω­ρι­στά, όπως κά­νουν τα προ­γράμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς, δεν έχουν πια το ίδιο νόημα, ακρι­βώς όπως εάν απο­συ­ναρ­μο­λο­γή­σω ένα αυ­το­κί­νη­το, τα εξαρ­τή­μα­τά του δεν θα απο­τε­λούν πια ένα αυ­το­κί­νη­το αλλά ξε­χω­ρι­στά εξαρ­τή­μα­τα των οποί­ων η σχέση με τα υπό­λοι­πα αλλά και με το αυ­το­κί­νη­το θα έχει χαθεί. Έτσι με το σχο­λείο, έτσι με τον αθλη­τι­σμό και τα έθιμα, έτσι και με την οι­κο­γέ­νεια και όλα τα άλλα, που αν τα εξε­τά­σου­με απο­κομ­μέ­να από την έντα­ξή τους στη δια­δι­κα­σία ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, εμ­φα­νί­ζο­νται ως θε­σμοί με θε­τι­κό ή από­λυ­τα θε­τι­κό πρό­ση­μο ή ως ανε­κτές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες (όπως η θρη­σκεία). Υπο­στέλ­λε­ται έτσι κάθε τα­ξι­κή κρι­τι­κή σε θε­σμούς με έντο­νο τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα, σε θε­σμούς-γρα­νά­ζια της γι­γα­ντιαί­ας κοι­νω­νι­κής μη­χα­νής που ελέγ­χει, δια­πλά­θει βιο­λο­γι­κά και ιδε­ο­λο­γι­κά, και διο­χε­τεύ­ει στην πα­ρα­γω­γή έναν ολό­κλη­ρο πλη­θυ­σμό, τον πλη­θυ­σμό των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, των προ­λε­τά­ριων, των πρε­κά­ριων, και του ημι-προ­λε­τα­ριά­του των υπη­ρε­σιών. "Το κε­φά­λαιο ρυθ­μί­ζει την πα­ρα­γω­γή της ίδιας της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, την πα­ρα­γω­γή της αν­θρώ­πι­νης μάζας που εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται, στη βάση των ανα­γκών του για εκ­με­τάλ­λευ­ση" κατά τον Μαρξ, ή όπως λέει ο Φουκώ, η συσ­σώ­ρευ­ση αν­θρώ­πων ρυθ­μί­ζε­ται από την συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου.
Αυτά ως πα­ρά­δειγ­μα. Εάν στρα­φού­με προς την δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής θα δια­πι­στώ­σου­με ότι τα ίδια ισχύ­ουν και για αυτήν. Η ενό­τη­τά της δια­σπά­ται στα προ­γράμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς σε επι­μέ­ρους στοι­χεία που χά­νουν το τα­ξι­κό τους πρό­ση­μο: οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις θε­ω­ρού­νται ως ξε­χω­ρι­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ανά­πτυ­ξη, τε­χνο­λο­γία, βιο­μη­χα­νία, πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, αγο­ρές κλπ), και οι πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις δεν χω­ρά­νε σε κα­νέ­να κε­φά­λαιο, και μια μόνο πλευ­ρά τους πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και τη σχε­τι­κή νο­μο­θε­σία —και ούτω κα­θε­ξής.

Ορ­γά­νω­ση του προ­γράμ­μα­τος ανά στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση
Η κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία συ­ντί­θε­ται από δια­δι­κα­σί­ες, από τα προ­τσές στη σφαί­ρα της πα­ρα­γω­γής και της ανα­πα­ρα­γω­γής, και κάθε δια­δι­κα­σία συ­γκρο­τεί μια κοι­νω­νι­κή βαθ­μί­δα που δια­θέ­τει σχε­τι­κή αυ­το­νο­μία σε σχέση με το σύ­νο­λο, και σε κάθε βαθ­μί­δα μπο­ρού­με να ανα­γνω­ρί­σου­με τα προ­βλή­μα­τά μας και να ορί­σου­με μια στρα­τη­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­σης, ανα­τρο­πής ή επα­να­στα­τι­κών αλ­λα­γών.
Συ­νε­χί­ζο­ντας στο ίδιο πα­ρά­δειγ­μα, το δικό μας πρό­γραμ­μα θα έπρε­πε να πε­ρι­λαμ­βά­νει μια ενό­τη­τα για την κοι­νω­νι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, με την ευ­ρεία της έν­νοια που εμπλέ­κει και τους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του Κρά­τους, και τις λει­τουρ­γί­ες της πόλης (ως πόλη του κε­φα­λαί­ου) και άλλα ακόμα. Σε αυτήν την ενό­τη­τα θα έπρε­πε να ανα­γνω­ρί­ζει τα προ­βλή­μα­τα των επι­κυ­ριαρ­χού­με­νων κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων και να προ­τεί­νει μια με­γά­λη, επο­μέ­νως μα­κρο­πρό­θε­σμη, στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Ποια κα­τεύ­θυν­ση από όλες, είναι ένα πο­λι­τι­κό ζή­τη­μα που απο­μέ­νει κάθε φορά να λυθεί. Στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία της μνη­μο­νια­κής Ελ­λά­δας, θα είναι άραγε η απο­κα­τά­στα­ση των σπα­σμέ­νων δι­κτύ­ων του κοι­νω­νι­κού κρά­τους που εγκα­τα­λεί­πο­νται από την κρα­τι­κή μη­χα­νή και στε­ρούν πο­λύ­τι­μους πό­ρους από τις λι­γό­τε­ρο εύ­πο­ρες τά­ξεις; Θα είναι μήπως η προ­σπά­θεια με­τα­σχη­μα­τι­σμού της ίδιας της κα­θη­με­ρι­νής ζωής επί νέων αξιών ώστε να προ­κύ­ψουν κοι­νω­νι­κοί χώροι αυ­το­νο­μί­ας ένα­ντι του κε­φα­λαί­ου και του κρά­τους, μορ­φές αυ­τό­νο­μης ορ­γά­νω­σης της ζωής βα­σι­σμέ­νες στις αρχές της κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης και της κόκ­κι­νης αλ­λη­λεγ­γύ­ης; Αυτά θα κρι­θούν πο­λι­τι­κά, αλλά σε κάθε πε­ρί­πτω­ση μια στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση μπο­ρεί να ορι­στεί με σα­φή­νεια, όπως μπο­ρεί να ορι­στεί για κάθε επι­μέ­ρους μα­κρο­πρό­θε­σμο, στρα­τη­γι­κό, στόχο, ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα που θα τον υπη­ρε­τεί.
Για την άλλη με­γά­λη δια­δι­κα­σία της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής κοι­νω­νί­ας, τη δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής, η οποία στην αστι­κή κρα­τι­κή τυ­πο­λο­γία πε­ρι­λαμ­βά­νει την μι­κρο­οι­κο­νο­μία των επι­χει­ρή­σε­ων και την μα­κρο­οι­κο­νο­μία, την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή (ει­σο­δη­μα­τι­κή, νο­μι­σμα­τι­κή, συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή, κρα­τι­κή δια­χεί­ρι­ση του χρή­μα­τος και της πί­στης), τις διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές (αγορά ερ­γα­σί­ας, αγο­ρές προ­ϊ­ό­ντος, διάρ­θρω­ση των κλά­δων πα­ρα­γω­γής, βιο­μη­χα­νι­κή πο­λι­τι­κή) και άλλα, η με­γά­λη στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση φαί­νε­ται ότι εύ­κο­λα θα προσ­διο­ρι­στεί αφού όλοι τώρα θα συμ­φω­νού­σα­με ότι πρέ­πει να είναι ο σο­σια­λι­στι­κός με­τα­σχη­μα­τι­σμός της πα­ρα­γω­γής.
Μια τέ­τοια ορ­γά­νω­ση της ύλης του προ­γράμ­μα­τος είναι ανα­γκαί­ος όρος για την πο­λι­τι­κή επα­νεκ­κί­νη­ση που χρειά­ζο­νται απελ­πι­σμέ­να οι δυ­νά­μεις μας, την γεί­ω­ση στη σύγ­χρο­νη τα­ξι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη δια­τύ­πω­ση ενός ορά­μα­τος για μια κοι­νω­νία απε­λευ­θέ­ρω­σης από τα δεσμά του Κε­φα­λαί­ου, και για την ισχυ­ρή θέση στους κοι­νω­νι­κούς συ­σχε­τι­σμούς δύ­να­μης εδώ και τώρα.

Επιστροφή στις μάζες, αλλά πώς;

olga-ivanova-design-for-a-collective-dacha
Olga Ivanova, Design for a Collective Dacha, 1928.

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά στις 21 Οκτωβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εγκαταλείψει τη δουλειά στις μάζες ήδη από τον Ιούνιο του 2012, όταν στράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην πολιτική της ανάθεσης και στον κυβερνητισμό. Το ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο που πρέπει να συγκροτήσουμε τώρα, πρέπει να επιστρέψει στις μάζες -και όλοι συμφωνούμε σε αυτό. Επιστροφή στις μάζες, λοιπόν, αλλά με ποιον τρόπο;
Η αστική τάξη που κατέχει την εξουσία κατορθώνει, σε μεγάλο βαθμό, να επιβάλλει στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις τις δικές της αξίες σαν δικές τους επειδή οργανώνει τον καμβά των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες ζουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, οργανώνει δηλαδή τους υλικούς όρους για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, εγκαθίσταται μέσα στην καθημερινή ζωή τους, μετατρέπει την κυρίαρχη ιδεολογία σε κλειδί για να ερμηνεύουν τις εμπειρίες της καθημερινής τους ζωής και εγκαθίσταται έτσι μέσα στον ίδιο το χώρο των συναισθημάτων. Η κυρίαρχη ιδεολογία γίνεται «πρακτική ιδεολογία», δηλαδή ιδέες που καθοδηγούν στάσεις και συμπεριφορές, γίνεται ερμηνευτικό κλειδί των βιωμάτων, ηθική και συναίσθημα, επειδή είναι ενσωματωμένη σε όλες τις διαδικασίες συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασιακής μας δύναμης: από το σχολείο (όπου μαζί με την «καθαρή» γνώση εγχαράσσονται στα παιδιά οι ιδέες της άρχουσας τάξης για την ιεραρχία, τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό, την πατρίδα και το Έθνος, τη θρησκεία και το μίσος για τον Άλλο κ.λπ.) μέχρι τις πράξεις αλληλεγγύης της Εκκλησίας (όπου μαζί με την πράξη εγχαράσσεται στους πιστούς η ιδέα ότι οι φτωχοί πρέπει να ζουν από τα περισσεύματα των πιο εύπορων), κάθε κοινωνική πρακτική συνοδεύεται από ιδεολογικό φορτίο που αποτίθεται στο μυαλό και τις ζωές όσων συμμετέχουν σε αυτήν την κοινωνική πρακτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δική μας Αριστερά, οι οργανωμένες δυνάμεις των υποτελών κοινωνικών τάξεων, δεν μπορούν να αρκούνται στην εκφώνηση ενός προγράμματος, όσο άρτιο και αν είναι αυτό. Έχουν και θεωρητική και ιδεολογική δουλειά μέσα στην καθημερινή ζωή των μαζών: ό,τι συμβαίνει στην πράξη πρέπει να βρίσκει το αντίστοιχό του στις ιδέες, να μεταφράζεται σε ηθικές αξίες, για να αποκτά κοινωνική επικύρωση και αξιώσεις μετάφρασης του ταξικού, ειδικού συμφέροντος σε γενικό συμφέρον -και τελικά για να μετατρέπεται σε υλική δύναμη.
Φιλανθρωπία
Καμιά πράξη αλληλεγγύης δεν φέρει άλλο ιδεολογικό φορτίο πέραν αυτού που της προσδίδουμε εμείς με την κοινωνική πρακτική μας. Η αλληλεγγύη της Εκκλησίας και των άλλων φιλανθρωπικών οργανώσεων αποσκοπεί (συνειδητά ή όχι, δεν μας αφορά) στη συντήρηση των ήδη κατεστημένων σχέσεων, ρόλων και μορφών κοινωνικής πρακτικής που καθορίζουν και σχηματοποιούν την καθημερινή ζωή και το περιβάλλον στο οποίο αυτή διεξάγεται. Είναι μια συντηρητική αλληλεγγύη, της οποίας το ιδεολογικό πρόσημο προσδίδει η κοινωνική πρακτική της φιλανθρωπίας, δηλαδή η κοινωνική πρακτική να επιβιώνουν οι φτωχοί με τα απομεινάρια της κατανάλωσης των εύπορων και των πλουσίων. Η αλληλεγγύη των ακροδεξιών αποσκοπεί στην αναπαραγωγή των ήδη κατεστημένων ιδεών για τη Φυλή, τη Θρησκεία και το Έθνος, την αναπαραγωγή του μίσους για τον Άλλο.
Κόκκινη αλληλεγγύη
Για να είναι κόκκινο το χρώμα της δικής μας αλληλεγγύης, θα πρέπει να παρεμβαίνει στην ίδια τη διαδικασία της ύφανσης του πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων με σκοπό την αλλαγή τους, να εγκαθιστά νέες μορφές κοινωνικής πρακτικής οι οποίες θα προαναγγέλλουν τον τύπο κοινωνίας που οραματιζόμαστε, να καταδεικνύει ότι αυτή δεν είναι ένα μελλοντικό στάδιο της ιστορίας αλλά μια τάση ενύπαρκτη στα πράγματα, είναι μια δυνατότητα εγγεγραμμένη σε αυτό που ζούμε σήμερα, είναι μια ανοιχτή δυνατότητα εγγεγραμμένη στο ίδιο το εσωτερικό του καπιταλισμού. Οι δικές μας δράσεις αλληλεγγύης θα πρέπει να προτείνουν να αναζητήσουμε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που αναγγέλλει το τέλος της (παραφράζοντας τον Ίταλο Καλβίνο, «να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, στη μέση της βαρβαρότητας, δεν είναι βαρβαρότητα, και σε αυτά να κάνουμε χώρο, να τους δώσουμε διάρκεια»).
Η συλλογικότητα και η δημοκρατία, όσο και αν είναι αναγκαίες και πολύτιμες, δεν είναι αρκετές, διότι δεν σκιαγραφούν ένα υπόδειγμα κοινωνικής οργάνωσης αναγκαστικά διαφορετικό από το κυρίαρχο. Η αυτοοργάνωση και η αυτοδιεύθυνση στις γειτονιές, η αποεμπορευματοποίηση, οι αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνικοί χώροι, τα κοινωνικά κέντρα και τα κοινωνικά ιατρεία, αντανακλούν συμβολικά τις αξίες της δικής μας, κόκκινης αλληλεγγύης. Οι συνεταιρισμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με γνώμονα την ενεργειακή αυτονομία και εναντίον της λογικής της αξιοποίησης του κεφαλαίου, οι μορφές μη καπιταλιστικής κοινοτικής παραγωγής (συλλογικές κουζίνες, καθαριστήρια, παιδικοί σταθμοί, κινηματογραφικές, μουσικές κ.λπ. λέσχες που λειτουργούν ως δικοί μας ιδεολογικοί μηχανισμοί), μπορούν να διαμορφώσουν χώρους ιδεολογικής απεμπλοκής της εργασίας από το κεφάλαιο, εκπαίδευσης στη λογική και την ηθική της κοινωνίας των αναγκών και της κόκκινης αλληλεγγύης, σε αντιπαράθεση με τη λογική της κοινωνίας του κέρδους, της συσσώρευσης κεφαλαίου και της κατασπατάλησης των φυσικών πόρων.
Κοινωνικοποίηση
Αυτή η λογική μπορεί και πρέπει να εισχωρήσει και στα νοικοκυριά, να κοινωνικοποιήσει τις εργασίες που πραγματοποιούν ιδιωτικά και με τον τρόπο αυτό να προσφέρει στα μέλη τους μια νέα μορφή κοινωνικοποίησης, όχι πια διαμέσου της αγοράς αλλά διά της παραγωγής δημόσιων, συλλογικών, κοινωνικών αγαθών κάτω από μη ιεραρχικές, μη ανταγωνιστικές σχέσεις παραγωγής. Ο ανορθολογισμός της λιλιπούτειας κλίμακας της οικιακής εργασίας μπορεί να αντικατασταθεί με την εξωτερίκευση της οικιακής εργασίας, την κοινωνικοποίησή της, δηλαδή την πραγματοποίησή της από την κοινότητα και την ανάπτυξη συλλογικών μορφών κατανάλωσης, παραγωγής και διαχείρισης των προϊόντων της εργασίας. Αυτή είναι η μόνη αντικαπιταλιστική λύση για την κατάργηση του ανορθολογισμού, του αναχρονισμού και της δουλείας της οικιακής εργασίας. Συλλογική φροντίδα και εκπαίδευση των παιδιών, αυτοδιαχειριζόμενοι παιδικοί σταθμοί, χώροι όπου τα παιδιά μπορούν να παίζουν συλλογικά, εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση, κοινοτικά πλυντήρια και εστιατόρια, συνεταιρισμοί τροφίμων, συλλογική φροντίδα των αρρώστων και των ηλικιωμένων, ανάπτυξη μορφών διαχείρισης που βασίζονται στην άμεση δημοκρατία, συμμετοχή όλων στις δημόσιες υποθέσεις, κοινωνικά ιατρεία, και άλλα τόσα, με αποκλεισμό κάθε δυνατότητας εκμετάλλευσης της εργασίας.
Προϋποθέσεις
Οι προϋποθέσεις γι’ αυτά τα εγχειρήματα υπάρχουν: είναι οι άφθονοι χτισμένοι χώροι που κατακρατούνται σφραγισμένοι από την ιδιωτική ιδιοκτησία, τις τράπεζες και την κρατική μηχανή, είναι ο απέραντος στόλος των αχρησιμοποίητων οικιακών συσκευών, είναι οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εργαζόμενων τάξεων. Αυτοί που κινούν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν χειρωνακτική εργασία και χειρίζονται τις μηχανές, μέχρι εκείνοι που ασκούν διανοητική εργασία και βάζουν σε εφαρμογή τις νέες τεχνολογικές γνώσεις, οργανώνουν τις ροές των υλικών και ορθολογικοποιούν τις διαδικασίες για λογαριασμό του καπιταλιστή, αυτοί οι ίδιοι μπορούν να στήσουν, να θέσουν σε κίνηση, να συντηρήσουν και να αναπτύξουν ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο.

Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;

151017-13271780005_9f5f212e2d_b-870x372

Δημοσιεύθηκε στο rednotebook στις 17 Οκτωβρίου 2015

Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.

1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.

Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και την μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κλπ, αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.

Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.

Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϋνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.

2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων

Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε την αντιμνημονιακή πολιτική.

Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.

Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στην συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.
Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’όλη την ήττα που δεχθήκαμε από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε

Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.

Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στον λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.

Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στον Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κλπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται για αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.

Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϋνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέυνς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μία κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις τον χρηματοπιστωτικό τομέα) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από την σοσιαλδημοκρατία και τον κεϋνσιανισμό.

Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϋνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στην μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μία κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με τον ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση / ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση / ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση –τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.

Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κλπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά την μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κλπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.

4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά

Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.

Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον την λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.

Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.

Τάξεις, λαός, νόμισμα, ανάπτυξη

socialdx
Δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2015 στο rpoject και το rednotebook

1. Τρία κρίσιμα ζητήματα
Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Σωτήρης Μάρταλης αναφέρθηκε στις ιδέες που κυκλοφορούν στο χώρο της ΛΑΕ σχετικά με τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα. Η θέση του Κόκκινου Δικτύου, που διατυπώνεται στο άρθρο του Σ. Μάρταλη, είναι σαφής: Μέσα σε ένα σαφές μεταβατικό πρόγραμμα, που μόνο μια μαζική δύναμη της ριζοσπαστικής Αριστεράς μπορεί να αναλάβει, η έξοδος από το ευρώ παραμένει αναγκαία συνθήκη. Αλλά όχι ικανή. Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες σχετικά με έναν υποτιθέμενο απελευθερωτικό ρόλο του νομίσματος χωρίς μεταβατικό πρόγραμμα.

Στη συνέχεια, ο Δ. Μπελαντής άσκησε κριτική στο άρθρο του Σωτήρη Μαρτάλη ανοίγοντας μια σειρά ζητημάτων που υπερβαίνουν τη συζήτηση για το νόμισμα αλλά μας αφορούν όλους και μάλιστα πολύ. Τα ζητήματα που θέτει το άρθρο του Δ. Μπελαντή είναι τα εξής:

Ο Δ. Μπελαντής, στην κριτική του στο Κόκκινο Δίκτυο, αναφέρει ότι δεν πρέπει να υπάρχει αντιπαράθεση της ταξικής ανάγνωσης της πραγματικότητας με τον πατριωτισμό και αποδίδει στο Κόκκινο Δίκτυο την αντίληψη, που εκείνος απορρίπτει, ότι υπάρχουν δυο καθαροί και απόλυτα διαυγείς πόλοι μέσα στη ριζοσπαστική αντιμνημονιακή Αριστερά, ο δρόμος του Μεταβατικού Προγράμματος, όπως τον κατανοεί το «διεθνιστικό ρεύμα» και από την άλλη μεριά ο πατριωτικός δρόμος του λαϊκού μετώπου και της εθνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. «Τυχαίνει η πραγματικότητα να είναι πιο πολύχρωμη και πολύ πιο πολυτασική, πολυσχιδής και πολυπαραγοντική», τονίζει, για να υποστηρίξει ότι είναι εφικτή η σύνθεση των δύο «δρόμων». Το πρώτο, λοιπόν, ζήτημα που θέτει είναι το ζήτημα της στρατηγικής:Λαϊκό μέτωπο ή σοσιαλιστική πορεία; Λαός εναντίον ιμπεριαλισμού ή τάξη εναντίον τάξης; Ή μήπως μια σύνθεση;

Ο Δ. Μπελαντής, στην κριτική που ασκεί στο άρθρο του Σ. Μάρταλη δεν απαντάει ευθέως στο ερώτημα εάν η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα είναι ικανή ή απλώς αναγκαία συνθήκη για την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής. Εμμέσως μόνο μπορούμε να συμπεράνουμε από όσα γράφει στο άρθρο του ότι μάλλον θεωρεί την έξοδο από το ευρώ ικανή συνθήκη για να ανατραπεί η μνημονιακή πολιτική (στην καλύτερη περίπτωση με κάποια συνοδευτικά μέτρα). Εξάλλου, εάν ο Δ. Μπελαντής θεωρούσε ότι το εθνικό νόμισμα είναι απλώς μια αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να ανατρέψουμε την μνημονιακή πολιτική, γιατί να γράψει άραγε ένα άρθρο κριτικής για τη θέση του Κόκκινου Δικτύου για το νόμισμα; Το δεύτερο ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής: Η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα, είναι ικανή ή απλώς αναγκαία συνθήκη για την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής; Με άλλα λόγια, το νόμισμα έχει κεντρική πολιτική σημασία για τις αντιμνημονιακές δυνάμεις;

Η παραγωγική ανασυγκρότηση. Γράφει ο Δ. Μπελαντής ότι η ανάπτυξη στην περίοδο εφαρμογής του μεταβατικού προγράμματος «Μπορεί να έχει έντονα δυαδικά και σοσιαλιστικά στοιχεία, έντονα στοιχεία εργατικού ελέγχου, αυτοδιαχείρισης και κοινωνικού πειραματισμού, αλλά αυτό δεν αποκλείει καθόλου την ύπαρξη και λειτουργία ενός διακριτού καπιταλιστικού τομέα, με τον οποίο θα υπάρχει αναγκαστικά μια μορφή κοινωνικού συμβολαίου», υποθέτοντας ότι έτσι ασκεί κάποια κριτική. Eξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει κανένας στην Αριστερά που να ισχυρίζεται το αντίθετο -ούτε βεβαίως το Κόκκινο Δίκτυο. Εδώ όμως προκύπτει το ερώτημα «τι είναι η αντιμνημονιακή αναπτυξιακή πορεία της χώρας», τι είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Οι κριτικές παρατηρήσεις του Δ. Μπελαντή επεκτείνονται αδίκως και σε άλλα ζητήματα που δεν αφορούν αυτούς στους οποίους απευθύνεται η κριτική. Ουδείς στο Κόκκινο Δίκτυο ισχυρίζεται π.χ. ότι δεν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ύψος του μισθού ή ακόμη ότι η σφαίρα της διανομής είναι η βασική σφαίρα του ταξικού ανταγωνισμού ή ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στη φορολογία! Αυτές τις παρατηρήσεις, λοιπόν, θα τις παρακάμψουμε διότι είναι εκτός θέματος.

2. Λαός, τάξη, ή μήπως μια σύνθεση;
Οι πολιτικές δυνάμεις που δυνητικά θα συμμετείχαν σε ένα ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο ιστορικά ρεύματα, εκ των οποίων έκαστο υιοθετεί μια διαφορετική πολιτική στρατηγική:

Η πρώτη στρατηγική προέρχεται από την ΕΑΜική λαϊκομετωπική παράδοση, είναι κυρίως αντι-ιμπεριαλιστική, και βασίζεται στην εκτίμηση ότι η κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας είναι μεταξύ του ιμπεριαλισμού και του λαού, ο οποίος περιλαμβάνει όλες τις κοινωνικές τάξεις εκτός από την καπιταλιστική ολιγαρχία που συνεργάζεται με τον ιμπεριαλισμό. Η στρατηγική αυτή αποδίδει μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην οικονομική ανάπτυξη και την αναβάθμιση του παραγωγικού συστήματος. Αναφέρεται στον πατριωτισμό επειδή αναγνωρίζει την αντι-ιμπεριαλιστική πάλη ως κεντρικής και καίριας σημασίας πολιτική δράση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βασική αναφορά της λαϊκομετωπικής στρατηγικής δεν είναι οι εργαζόμενες τάξεις αλλά ο λαός. Η πολιτική παράδοση του λαϊκού μετώπου συνοδεύεται από μια ορισμένη αντίληψη για το σχεδιασμό των μελλοντικών πολιτικών αγώνων, η οποία έχει γίνει γνωστή με το όνομα της θεωρίας των σταδίων: το πολιτικό σχέδιο περιγράφεται σε διαδοχικά στάδια, όπου κάθε στάδιο περιλαμβάνει έναν στόχο, τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν και τις συμμαχίες που είναι αναγκαίες για την επίτευξή του.

Η δεύτερη στρατηγική προέρχεται από τη μεγάλη άνοδο του εργατικού, σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος της περιόδου 1960-1980 και τη μαρξιστική θεωρητική επανάσταση που τη συνόδευε (και μέσω αυτής αναφέρεται στο 1917 και τον μπολσεβικισμό). Είναι μια στρατηγική ταξικής σύγκρουσης που βασίζεται στην εκτίμηση ότι η κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας είναι μεταξύ του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας (στο οποίο περιλαμβάνονται εκτός από την αστική τάξη, με όλες τις μερίδες της, και οι σύμμαχοί της, που είναι άλλες τάξεις, μερίδες τάξεων και κοινωνικών ομάδων) από τη μια μεριά, και των υποτελών κοινωνικών τάξεων ή κοινωνικών ομάδων από την άλλη. Η στρατηγική της ταξικής σύγκρουσης αποδίδει μεγάλη σημασία στο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων, στις αλλαγές της οργάνωσης της εργασίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων σε κατεύθυνση που προαναγγέλλει το σοσιαλισμό, και κατανοεί την οικονομική μεγέθυνση μόνο σε συνάρτηση και υπό την πρωτοκαθεδρία των κοινωνικών σχέσεων που τη συνοδεύουν. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους η βασική αναφορά της ταξικής στρατηγικής δεν είναι ο λαός αλλά οι εργαζόμενες τάξεις.

Αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε μία από αυτές τις δύο πολιτικές παραδόσεις βλέπει μόνο μία πλευρά της πραγματικότητας: Η πολιτική παράδοση του λαϊκού μετώπου δεν αγνοεί την ύπαρξη των κοινωνικών τάξεων, και όλοι γνωρίζουμε καλά ότι οι σύντροφοι που ακολουθούν αυτή την παράδοση είναι ταξικοί αγωνιστές. Ούτε η πολιτική παράδοση της ταξικής σύγκρουσης αγνοεί την ύπαρξη του ιμπεριαλισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός αρθρώνεται με το μπλοκ εξουσίας. Αυτό είναι τόσο προφανές, που όλοι θα έπρεπε να το γνωρίζουν (περιλαμβανόμενου και του Δ. Μπελαντή). Η διαφοροποίηση των δύο πολιτικών παραδόσεων δεν προέρχεται λοιπόν από ένα είδος πολιτικής ανοησίας όπου η μία ή η άλλη πλευρά θα έκλεινε τα μάτια σε μια ορισμένη πλευρά της πραγματικότητας. Η σύνθεση του ταξικού και του εθνικού που προτείνει ο Δ. Μπελαντής δεν έχει νόημα διότι ήδη κάθε πλευρά έχει πραγματοποιήσει μια τέτοια σύνθεση, με τους δικούς της όρους και τις έννοιες που χρησιμοποιεί.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο πολιτικών παραδόσεων προέρχεται από την ιεράρχηση που κάνει μεταξύ ταξικού και εθνικού, προέρχεται από αυτό που κάθε πλευρά κατανοεί ως κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας, διότι η απάντηση στην ερώτηση «ποια είναι η κύρια αντίθεση» καθορίζει ποιες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες επιδιώκεις να συγκροτήσεις. Εάν η κύρια αντίθεση είναι μεταξύ του λαού και του ιμπεριαλισμού και των ντόπιων συμμάχων του, τότε πρέπει να απευθυνθούμε στην κοινωνική πλειοψηφία που περιλαμβάνει ολόκληρο το λαό, από τον οποίο εξαιρείται η ολιγαρχία, το μεγάλο κεφαλαίο και οι υπηρέτες του. Σε αυτή την προοπτική, η επιδιωκόμενη κοινωνική συμμαχία περιλαμβάνει την παλαιά μικροαστική τάξη, τους ιδιοκτήτες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τους μικρούς εμπόρους που η μνημονιακή πολιτική τούς απειλεί με χρεοκοπία και άλλα μικροαστικά στρώματα. Εάν, αντιθέτως, η κύρια αντίθεση είναι το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας του κεφαλαίου εναντίον των υποτελών κοινωνικών τάξεων, τότε η επιδιωκόμενη συμμαχία δεν μπορεί να περιλαμβάνει τα μικρά και μεσαία αφεντικά (όχι ως άτομα, διότι πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις, αλλά ως κοινωνική τάξη). Ούτε μπορούμε να εκπροσωπήσουμε όσους περιμένουν αυξήσεις των μισθών τους και τους εργοδότες τους ταυτόχρονα, όσους παραμένουν απλήρωτοι και όσους δεν τους πληρώνουν.

Παραδείγματος χάριν, στην αντίληψη του λαϊκού μετώπου, το κόστος της μετάβασης σε εθνικό νόμισμα πρέπει να το επιμεριστεί όλος ο λαός, όλες οι κοινωνικές τάξεις μαζί με το κεφάλαιο, ακόμη και αν υπάρξει μια μικρή μεροληψία υπέρ των εργαζομένων. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Δ. Μπελαντής «Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το λιγότερο που μπορεί και πρέπει να ζητά ένα κόμμα με ηγεμονία της μισθωτής εργασίας είναι η προστασία τουλάχιστον του εργατικού εισοδήματος από μια πιθανή υποτίμηση του νομίσματος (π.χ. ΑΤΑ) (…). Επίσης, πρέπει να τίθεται ζήτημα αξιοπρεπών εργατικών εισοδηματικών αυξήσεων», συνεχίζει ο Δ. Μπελαντής, «αλλά και δεν μπορεί ταυτόχρονα να υποτιμάται ότι μια χώρα σε σύγκρουση με το ιμπεριαλιστικό πλέγμα θα είναι μια χώρα σε στενό οικονομικό περιορισμό και δυσκολία. Σε αυτό το πλαίσιο, τη ζημιά πρέπει κυρίως να την υποστεί το κεφάλαιο και όχι η εργασία, αλλά όλες οι κοινωνικές δυνάμεις θα συμπιεστούν για μια πρώτη περίοδο». Αντιθέτως, στην αντίληψη της ταξικής σύγκρουσης, η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα πρέπει να συνοδεύεται από μια μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή του εισοδήματος από την οποία θα ωφεληθούν αμέσως και σε μεγάλο βαθμό οι εργαζόμενες τάξεις και αναπόφευκτα θα μειωθεί το περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων, το οποίο σήμερα βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Εάν με αυτούς τους νέους όρους διανομής του προϊόντος δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους κάποιες επιχειρήσεις, ας περάσουν στα χέρια των εργαζομένων με νομική υποστήριξη του εγχειρήματος της αυτοδιαχείρισης από την κεντρική κυβέρνηση. Στην αντίληψη του λαϊκού μετώπου, αντιθέτως, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα εμφανίζεται ως ένα πρώτο στάδιο κατά το οποίο θα διασφαλιστούν περισσότεροι βαθμοί ελευθερίας της ελληνικής οικονομίας (δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού) έναντι του ιμπεριαλισμού, και κατά το οποίο οι ταξικοί αγώνες λαμβάνονται υπόψη στην αμυντική μορφή τους (με «αξιοπρεπείς εργατικές εισοδηματικές αυξήσεις», κατά την έκφραση του Δ. Μπελαντή), ενώ η επίθεση ενάντια στον καπιταλισμό απωθείται σε μεταγενέστερο στάδιο.

Στην αντίληψη της ταξικής σύγκρουσης, αντιθέτως, η επίθεση στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής οφείλει να είναι συνεχής, εδώ και τώρα, από όπου απορρέει και η ιδέα του μεταβατικού προγράμματος: Το μεταβατικό πρόγραμμα, με τη λενινιστική έννοια του όρου, θα είναι ένα πρόγραμμα αποτελούμενο από στόχους, μέτρα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών, που θα συνδέονται με απώτερους αντικαπιταλιστικούς στρατηγικούς στόχους και θα θέτουν τις προϋποθέσεις για την επίτευξή τους καθώς η ίδια η πείρα του νέου, δυνητικού κοινωνικού μπλοκ εξουσίας των υποτελών τάξεων θα δείχνει ότι η ρήξη σήμερα με την Eυρωζώνη και αύριο με το σύστημα είναι αναγκαία για να μη ζήσουμε σαν δούλοι. Πρόκειται για πρόγραμμα του οποίου τα συστατικά στοιχεία θα προαναγγέλλουν το ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική.

Είναι προφανές ότι οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να συντεθούν σε ενιαία αντίληψη (όπως προτείνει ο Δ. Μπελαντής). Σε τελευταία ανάλυση ανάγονται στην εξής θεμελιώδη διαφορά: ότι για τους μεν ο σοσιαλισμός είναι ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας ενώ για τους δε είναι μια τάση ενύπαρκτη στον καπιταλισμό, επομένως ήδη παρούσα με διάφορες μορφές στη σημερινή κοινωνία, και τις οποίες συνεχώς θα πρέπει να εντοπίζουμε και να ενισχύουμε, να τους δίνουμε χώρο και διάρκεια.

3. Νομισματικές αυταπάτες
Θα μπορούσε θεωρητικά να υπάρξει μια καθαρά καπιταλιστική έξοδος από την Ευρωζώνη, ισχυρίζεται ο Δ. Μπελαντής, αν κάποια υπαρκτή μερίδα του αστισμού το επεδίωκε. Λάθος: Θα μπορούσε να υπάρξει μια καθαρά καπιταλιστική έξοδος και με αριστερή κυβέρνηση εάν αυτή νόμιζε ότι η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και ικανή συνθήκη για να βγούμε από το μνημονιακό καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας, εάν δηλαδή δεν συνόδευε τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα με ένα αριστερό μακροοικονομικό σχέδιο. Η ιδέα ότι το νόμισμα και η υποτίμηση της συναλλαγματικής του ισοτιμίας μπορεί να είναι για εμάς κάτι παραπάνω από ένα εργαλείο των κοινωνικών αγώνων είναι λανθασμένη. Στο τέλος των αλλαγών που ενεργοποιεί μια νομισματική υποτίμηση, το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας μπορεί να έχει αυξηθεί ή να έχει μειωθεί, διότι υπάρχουν παράγοντες που ενεργοποιούνται από την υποτίμηση του νομίσματος και έχουν αντίθετα αποτελέσματα επί των μισθών. Τίποτα δεν υπάρχει στο οικονομικό σύστημα, στους νόμους που το διέπουν, που να προκαθορίζει ποια από τις δύο επιπτώσεις θα είναι η ισχυρότερη. Αυτό ισχύει επειδή η λειτουργία του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος ενσωματώνει μιαν αρχή ριζικής αβεβαιότητας που είναι ο βασικός κοινωνικός ανταγωνισμός κεφαλαίου - εργασίας. Αυτός αποφασίζει τελικά εάν θα αυξηθεί το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας ή εάν θα μειωθεί μετά από μια νομισματική υποτίμηση. Με άλλα λόγια, αποφασίζει το σχετικό βάρος που ρίχνουν οι δύο ανταγωνιστικές πλευρές, το κεφάλαιο και η εργασία, στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων. Αυτό δεν είναι μια πολιτική εκτίμηση, είναι ο αντικειμενικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η καπιταλιστική οικονομία -τόσο αντικειμενικός, που μπορείς να τον γράψεις στον πίνακα υπό τη μορφή εξισώσεων που δεν είναι διαπραγματεύσιμες με βάση τις πολιτικές προτιμήσεις κάποιου. Για αυτούς τους λόγους, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα έχει το ταξικό πρόσημο που έχουν τα μέτρα τα οποία τη συνοδεύουν και εν συνεχεία το πολιτικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται. Αυτά λέγοντας δεν υποβαθμίζει κανείς τη σημασία του νομίσματος, όπως ισχυρίζεται ο Δ. Μπελαντής, απλώς δεν πάει σε ραντεβού στα τυφλά.

4. Τι είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση;
Δεν μπορούμε να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση χωρίς να έχουμε στο νου μας και να εντάσσουμε στην πολιτική μας τις κοινωνικές σχέσεις: τις μορφές ιδιοκτησίας υπό τις οποίες θα μπορεί να διεξάγεται η παραγωγική δραστηριότητα, έναν κανόνα για την πρωτογενή διανομή του εισοδήματος (δηλαδή έναν κανόνα για την αναλογία κατά την οποία τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγής θα μοιράζονται στα κέρδη και στους μισθούς), έναν κανόνα για τη διάθεση του πλεονάσματος της παραγωγής (πόσα κέρδη μπορεί να ιδιοποιείται ο χρηματοπιστωτικός τομέας; πόσο υψηλοί να είναι οι φόροι επί των κερδών; πώς θα αυξηθεί το τμήμα του κέρδους που επενδύεται;), έναν κανόνα για τη δευτερογενή διανομή του εισοδήματος (φύση, μέγεθος και χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους). Επίσης, η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να νοείται χωρίς το θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και των αγορών εργασίας, διότι αυτές οι δύο διαφορετικές βαθμίδες της οικονομίας βρίσκονται σε αλληλεπίδραση.

Για αυτούς τους λόγους, είναι λανθασμένη η παραδοσιακή αντίληψη (την οποία παρουσιάζει και ο Δ. Μπελαντής στην κριτική του) ότι στη μεταβατική περίοδο θα υπάρχουν δίπλα-δίπλα ένα καπιταλιστικός τομέας της οικονομίας και ένας άλλος τομέας, κοινωνικός, αυτοδιαχειριστικός, παραγωγής κοινωνικών αγαθών, με δυο λόγια ένας σοσιαλιστικός τομέας της οικονομίας. Εάν η παραγωγική ανασυγκρότηση έχει τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, θα είναι μια διαδικασία που θα διαπερνάει το σύνολο του παραγωγικού συστήματος, ακόμη και αυτό που θα παραμένει (εξ ανάγκης) υπό καπιταλιστική ιδιοκτησία και διεύθυνση. Αλλιώς θα είχαμε θέσει τις προϋποθέσεις για μια παταγώδη αποτυχία.

5. Κριτική και διάλογος, αλλά για ποιο λόγο;
Το ζήτημα τώρα δεν είναι να συζητήσουμε ποια από τις δύο αυτές στρατηγικές που κληρονομήσαμε από την κοινή μας πολιτική παράδοση της Αριστεράς είναι η σωστή. Ούτε είναι το ζήτημα να εξηγηθούμε για το θέμα της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αυτά θα τα συζητούσαμε εάν επρόκειτο να τραβήξει καθένας το μοναχικό δρόμο του. Εδώ όμως πρέπει να υπάρξει μια συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει εφικτό, με δεδομένη την αδυναμία σύνθεσης των θεμελιωδών διαφορών μας, να βαδίζουμε ξεχωριστά αλλά να χτυπάμε μαζί, σε ενιαίο μέτωπο. Να συζητήσουμε τι είδους μέτωπο χρειαζόμαστε, με ποιο οργανωτικό σχήμα, ποιες προϋποθέσεις συμμετοχής, και το κυριότερο, με ποιο κοινό πρόγραμμα, ώστε να μη μείνει έξω από το μέτωπο ούτε μία από τις αντιμνημονιακές πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς.

Η πολιτική κουζίνα της Θεανώς Φωτίου

The-Cook-The-Thief-His-Wife-and-Her-Lover

Δημοσιεύθηκε στο rednotebook στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

Προφανώς δικαιολογημένη ήταν η θυμηδία που προκάλεσαν οι δηλώσεις της Θεανώς Φωτίου σχετικά με την ελληνική οικογένεια που κάπως βολεύει την οικονομική της στενότητα εφευρίσκοντας συνταγές διατροφής χαμηλού κόστους. Ωστόσο, οι μαρμελάδες και τα γεμιστά της υπουργού έχουν και μια σκοτεινή πλευρά. Τώρα που γελάσαμε αρκετά με εκείνη, μπορούμε να αναρωτηθούμε ποιο είναι το σημαινόμενο πίσω από το γελοίο σημαίνον. Το σημαινόμενο, λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο από τον «λιτό βίο» του Γιάνη Βαρουφάκη: μια ζωή στο όριο της επιβίωσης (για τους φτωχούς), φτωχή (για τους προλετάριους) ή έστω υλικά περιορισμένη (για τους μικροαστούς), πλην όμως τίμια και αξιοπρεπής, όπως για παράδειγμα στη δεκαετία του 1950 —και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η υπουργός συμπλήρωσε με νόημα ότι το μενού της, που δεν προορίζεται βεβαίως για τις εύπορες τάξεις που κατέχουν την εξουσία, μάς είναι γνωστό από το παρελθόν. Είμαστε εκπαιδευμένοι στη λιτότητα από την Ιστορία, λέει.

Για να αποκτήσει το πλήρες νόημα της η προτροπή της υπουργού, πρέπει να την τοποθετήσουμε μέσα στα συμφραζόμενά της, που είναι η σημερινή οικονομική συγκυρία. Ο λιτός βίος ως πρότυπο ζωής προκύπτει ως αυθόρμητο ιδεολόγημα των σημερινών σοσιαλφιλελεύθερων διαχειριστών της εξουσίας υπό την πίεση της ανάγκης τους να εφεύρουν ένα «νέο μοντέλο ανάπτυξης»: ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου, ένα νέο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας, υπό τους περιορισμούς που θέτουν η ύφεση, το υπέρογκο δημόσιο χρέος, και φυσικά η αδήριτη ανάγκη της αστικής τάξης να μεταφέρει όλα τα βάρη της κρίσης στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ο λιτός βίος είναι ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του νέου καθεστώτος συσσώρευσης που αναδύεται μέσα από τους συνεχείς οικονομικούς και κοινωνικούς σχηματισμούς που επέβαλαν τα δύο πρώτα μνημόνια και θα ολοκληρωθούν με το μνημόνιο Τσίπρα-Τσακαλώτου. Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή.

Από την μεγάλη ύφεση στη μεγάλη στασιμότητα

Η μνημονιακή πολιτική της πενταετίας 2010-2014 βύθισε την οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση που μείωσε δραματικά την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών, αποδυνάμωσε τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις και κατακρήμνισε τους μισθούς. Η παρατεταμένη ύφεση απόκτησε με τον καιρό λειτουργίες οικονομικού δαρβινισμού: επέβαλε την λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των «μη ανταγωνιστικών» εργαζόμενων ώστε η οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο αύξησης της παραγωγής και των κερδών μέσω μιας διαδικασίας δημιουργικής καταστροφής. Το παραγωγικό δυναμικό συρρικνώθηκε και η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα. Πρόκειται για διαδικασία εγγενή στον καπιταλισμό, που προκειμένου να βγει από τις μεγάλες δομικές κρίσεις του, κάθε φορά κανιβαλίζει τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις, καταβροχθίζει τους πιο αδύναμους εργαζόμενους, απαλλοτριώνει πλούτο και περιουσίες των μεσαίων και των λαϊκών στρωμάτων, επιβάλλει στις παραγωγικές εργαζόμενες τάξεις την επισφάλεια ή την ανεργία. Η διαδικασία αυτή της δημιουργικής καταστροφής έχει προχωρήσει στην Ελλάδα και οι δυνάμεις της αστικής τάξης βρίσκονται πλέον αρκετά κοντά στην οριστική μορφοποίηση, θεσμική κατοχύρωση και παγίωση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου, με τα βάρβαρα χαρακτηριστικά που επέβαλε η μνημονιακή πολιτική. Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται λοιπόν σήμερα, χάρη στην «φυσική επιλογή» των ανθεκτικότερων κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης, με μικρότερο μεν παραγωγικό σύστημα αλλά με ισχυρότερες επιχειρήσεις. Η συνολική ζήτηση είναι εξαιρετικά μειωμένη, αλλά όχι τόσο μειωμένη για κάθε επιχείρηση ξεχωριστά, αφού τώρα οι ισχυρότερες επιχειρήσεις που επέζησαν ιδιοποιήθηκαν την ζήτηση των ανταγωνιστών τους που υπέκυψαν στην κρίση. Οι δυνάμεις της εργασίας έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανεργίας και των νομοθετικών παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας, οι οποίες κατάργησαν τους θεσμούς προστασίας της εργασίας. Το μέσο περιθώριο κέρδους είναι πολύ υψηλό και η αμοιβή εργασίας είναι πια εξαιρετικά χαμηλή, τόσο σε σύγκριση με την περίοδο πριν το δεύτερο μνημόνιο όσο και σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Οι μνημονιακές αλλαγές έχουν συγκροτήσει ήδη το περίγραμμα ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου και η διαδικασία συγκέντρωσης των συνθηκών για την οριστική μετάβαση σε μια νέα περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου, φαίνεται ότι πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της με το μνημόνιο Τσίπρα-Τσακαλώτου.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου θα προκαλέσει νέο κύκλο εκκαθαρίσεων στο εργατικό δυναμικό και στο παραγωγικό δυναμικό που θα έχουν υφεσιακές επιπτώσεις, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι το μισο-έτοιμο μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου διαθέτει ένα δυναμικό ανάπτυξης με χαμηλούς ρυθμούς της τάξης του 2% (πρόκειται για τον μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης που μπορεί να επιτύχει η ελληνική οικονομία όπως αυτός υπολογίζεται από το ΔΝΤ και άλλες μελέτες). Μπορεί τώρα κάποιος να φανταστεί ως πόσο μεγάλη επιτυχία θα προβληθεί αυτό από τον Αλέξη Τσίπρα, το περιβάλλον του και τους σοσιαλφιλελεύθερους ιδεολόγους του Σύριζα αυτή η μετάβαση από τη μεγάλη ύφεση στη μεγάλη στασιμότητα.

Ανεργία και λιτός βίος

Με τόσο χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως, είναι αδύνατο να υπάρξουν μεγάλες αυξήσεις στην απασχόληση, και το ποσοστό ανεργίας μετά από μια κάποια πτώση θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα. Ακόμη και εάν ολόκληρη η αύξηση της παραγωγής γινόταν με προσλήψεις, ο αριθμός των απασχολουμένων θα αυξανόταν όσο και το προϊόν, δηλαδή κατά 2%, δηλαδή περίπου 70 χιλιάδες άτομα ετησίως. Θα χρειαζόταν έτσι κάτι παραπάνω από μια δεκαετία για να έχουμε «μόνο» μισό εκατομμύριο ανέργους. Επειδή όμως ένα μέρος από την αύξηση της παραγωγής κατά 2% θα το καλύπτουν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας, θα υπήρχε διαρκώς συντήρηση ενός μεγάλου εφεδρικού εργατικού δυναμικού που θα πίεζε διαρκώς τους μισθούς και θα μονιμοποιούσε την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες.

Η χρόνια υψηλή ανεργία ως μέσο πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων, η διατήρηση των μισθών σε πολύ χαμηλά επίπεδα και η καθήλωση της αγοράς εργασίας σε καθεστώς μόνιμης απορρύθμισης, δεν είναι τα πρόσκαιρα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής ή μιας μεταβατικής περιόδου, είναι τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης που θα επέλθει κάποια στιγμή στη βάση του νέου καθεστώτος εκμετάλλευσης της εργασίας που χτίζεται σταδιακά με τα μνημόνια (και είναι ήδη μισο-έτοιμο).

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, εισέρχεται η πολιτική κουζίνα της Θεανώς Φωτίου, με τα γεμιστά της, τα απομεινάρια της κατανάλωσης που θα ανακτηθούν στην πορεία τους προς τις χωματερές προκειμένου να παρασκευαστούν τροφές για τους φτωχούς, και τα παρόμοια. Είναι, μια φθηνή λύση που θα μας επιτρέψει να ζούμε χωρίς πολλά - πολλά έξοδα, ένας λιτός βίος που προορίζεται για εμάς στα πλαίσια του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου —το οποίο δεν θα μπορεί να σταθεί όρθιο χωρίς τους χαμηλούς μισθούς και την ύπαρξη ενός πολυπληθούς εφεδρικού δυναμικού ανέργων. Ετοιμαστείτε, λοιπόν, για τον λιτό βίο, είναι το μήνυμα της υπουργού: ο πλούτος που θα παράγεται σε αυτή τη χώρα όταν αρχίσει η επανεκκίνηση της οικονομίας θα προορίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του για τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις τάξεις που κατέχουν την ιδιοκτησία και την εξουσία.

Η πολιτική κουζίνα της Θεανώς Φωτίου είναι, λοιπόν, το ίδιο απεχθής με την προτροπή της τελευταίας Γαλλίδας βασίλισσας «ας φάνε παντεσπάνι».

Βαδίζουμε χωριστά, χτυπάμε μαζί

150925-twin-houses-1969-870x418

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 24 και στο rednotebook στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

Βρισκόμαστε τώρα αντιμέτωποι με τη σκληρή αλήθεια ότι οι εργαζόμενες τάξεις γύρισαν την πλάτη στη Λαϊκή Ενότητα, και για να είμαστε ακριβείς θεώρησαν κυριολεκτικά ανύπαρκτη την εναλλακτική λύση που παρουσίασε το κόμμα που στηρίξαμε. Θα έπρεπε να είναι προφανές, σε όλους όσοι νιώθουν ότι μπορούν να συνεχίσουν, ότι μετά από μια τέτοια συντριπτική ήττα δεν είναι δυνατόν να συνεχίζουμε όπως πρώτα, και ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να συγκροτήσουμε, και μάλιστα από μηδενική βάση, ανοίγοντας εξ’ υπαρχής όλα τα ζητήματα, από τις ιδεολογικές και θεωρητικές μας αναφορές, το στρατηγικό μας στόχο και πώς να τον πετύχουμε, το πολιτικό μας πρόγραμμα το άμεσο και το μεταβατικό, έως τη μορφή της οργάνωσης που πρέπει να υιοθετήσουμε και την εσωκομματική δημοκρατία.

Για να πε­τύ­χου­με όμως αυτά, θα πρέ­πει να εκτι­μή­σου­με ορθά τα επί­δι­κα αντι­κεί­με­να της ιστο­ρι­κής στιγ­μής - και αυτό μας φέρ­νει αντι­μέ­τω­πους με μια μεί­ζο­να δυ­σκο­λία που δεν χω­ρά­ει κάτω από το χαλί. Οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δια­τρέ­χο­νται από ισχυ­ρές δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές που δεν θα επέ­τρε­παν τη συ­γκρό­τη­ση ενιαί­ου κόμ­μα­τος.

Η πιο ση­μα­ντι­κή από αυτές είναι η εκτί­μη­ση της ιστο­ρι­κής στιγ­μής, της συ­γκυ­ρί­ας. Άλλοι θε­ω­ρούν πως η κύρια πο­λι­τι­κή αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι αφε­νός μεν με­τα­ξύ της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας, που κα­λύ­πτε­ται από την έν­νοια του λαού, αφε­τέ­ρου δε του ιμπε­ρια­λι­σμού και των ολι­γά­ριθ­μων ντό­πιων συμ­μά­χων του. Είναι λο­γι­κό, όσοι δια­τυ­πώ­νουν αυτή την πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση να εμπνέ­ο­νται από το ιστο­ρι­κό υπό­δειγ­μα του ΕΑΜ ως υπό­δειγ­μα άσκη­σης πο­λι­τι­κής και να το προ­σαρ­μό­ζουν στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες. Άλλοι πάλι, έρ­χο­νται από δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις της Αρι­στε­ράς και εκτι­μούν ότι η κύρια αντί­θε­ση στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου και των συμ­μά­χων του (που δεν είναι μια δράκα εκ­με­ταλ­λευ­τών αλλά ένα ολό­κλη­ρο μπλοκ κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, με­ρί­δων τά­ξε­ων και ομά­δων) να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θούν, και να πά­ρουν και τα ρίσκα τους γι’ αυτό.

Δεν πρό­κει­ται για ισχνή δια­φο­ρά διότι εξει­δι­κεύ­ε­ται σε μια σειρά δι­χο­γνω­μιών, σε μια σειρά δια­φο­ρε­τι­κών απα­ντή­σε­ων στην ερώ­τη­ση «τι να κά­νου­με». Για πα­ρά­δειγ­μα, σε ποιους να απευ­θυν­θού­με; Εάν η κύρια αντί­θε­ση είναι με­τα­ξύ λαού και ιμπε­ρια­λι­σμού (και ντό­πιων συμ­μά­χων του), τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στην κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που πε­ρι­λαμ­βά­νει πάνω - κάτω τους πά­ντες εκτός από την ολι­γά­ριθ­μη τάξη της ολι­γαρ­χί­ας και του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου —και εδώ είναι ξε­κά­θα­ρο ότι απευ­θυ­νό­μα­στε και στη μι­κρο­α­στι­κή τάξη, τα λε­γό­με­να «με­σαία στρώ­μα­τα» που υπο­βαθ­μί­ζο­νται, τις μι­κρο­με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις (δη­λα­δή τους ιδιο­κτή­τες τους), τους μι­κρούς εμπό­ρους που κλεί­νουν τα μα­γα­ζιά τους, τους μι­σθω­τούς συλ­λή­βδην ανε­ξάρ­τη­τα από τη θέση τους στην ερ­γα­σια­κή ιε­ραρ­χία κ.λπ. Εάν πάλι η κύρια αντί­θε­ση είναι τάξη ενα­ντί­ον τάξης, το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου ενα­ντί­ον των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στις συ­γκε­κρι­μέ­νες τά­ξεις - που ση­μαί­νει ότι δεν μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πού­με όσους ωφε­λού­νται από την απε­λευ­θέ­ρω­ση των απο­λύ­σε­ων, όπως τα αφε­ντι­κά, μικρά, με­σαία και με­γά­λα, και να εκ­προ­σω­πού­με ταυ­το­χρό­νως όσους θα τις υπο­στούν. Ούτε μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πή­σου­με όσους πε­ρι­μέ­νουν το μισθό των 751 ευρώ και τους ερ­γο­δό­τες τους ταυ­τό­χρο­να, όσους πα­ρα­μέ­νουν απλή­ρω­τοι και όσους δεν τους πλη­ρώ­νουν.

Είναι προ­φα­νές, λοι­πόν, ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δεν μπο­ρούν να συ­γκρο­τη­θούν σε ενιαίο κόμμα. Μπο­ρούν όμως να ορ­γα­νω­θούν σε ξε­χω­ρι­στές πο­λι­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με ενιαία αντί­λη­ψη της συ­γκυ­ρί­ας, της κοι­νω­νι­κής απεύ­θυν­σης και της πο­λι­τι­κής δρά­σης, και εν συ­νε­χεία να συμ­με­τέ­χουν στο αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο. Βα­δί­ζου­με ξε­χω­ρι­στά, χτυ­πά­με μαζί! Η δη­μιουρ­γία ή ανα­συ­γκρό­τη­ση ενός κόμ­μα­τος που θα υπο­κρύ­πτει μέ­τω­πο, όπου οι ρόλοι θα συγ­χέ­ο­νται και όλοι θα συ­νυ­πάρ­χουν μέσα στην ορ­γα­νω­τι­κή δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια, θα οδη­γή­σει ανα­γκα­στι­κά στην πο­λυ­διά­σπα­ση και την πα­ρακ­μή.

Η εργατική ψήφος στον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά της 23 Σεπτεμβρίου 2015

Η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ της 20ής Σεπτεμβρίου άνετα μπορεί να χαρακτηριστεί εργατική (με την έννοια ότι αναφέρεται στις εργαζόμενες τάξεις).
Όπως σωστά παρατηρεί ο Χριστόφορος Βερναρδάκης: «η ταξικότητα της ψήφου που καταγράφηκε τόσο δυναμικά στα εκλογικά αποτελέσματα του Ιανουαρίου –και επιβεβαιώθηκε με τη γεωγραφία του Δημοψηφίσματος– σταθεροποιήθηκε και έδειξε και σημάδια εμβάθυνσης. Ορισμένες πρώτες αναφορές σχετικά: Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις κατεξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές του Λεκανοπεδίου ήταν 42,8% τον Ιανουάριο και 42,7% τον Σεπτέμβριο. Αντίστροφα, το ποσοστό της ΝΔ στις ίδιες περιοχές πήγε από 18,8% τον Ιανουάριο στο 18,2% το Σεπτέμβριο».
Αυτή η σωστή παρατήρηση, ωστόσο, χρήζει ερμηνείας. Άλλη ερμηνεία θα δώσει ο μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ και άλλη θα δώσουν οι ηττημένες δυνάμεις της αντιμνημονιακής Αριστεράς.
Γιατί οι εργαζόμενες τάξεις ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ;
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ είναι προβλέψιμο ότι θα γίνει μια απλή ιδεολογική προέκταση της σωστής διαπίστωσης ότι οι εργαζόμενες τάξεις ψήφισαν στις 20 Σεπτεμβρίου τον ΣΥΡΙΖΑ: οι σοσιαλφιλελεύθεροι Συριζαίοι ιδεολόγοι (μια νέα κοινωνική ομάδα που συγκροτείται ταχύτατα υπό την πίεση των αναγκών της ιστορικής στιγμής) θα ισχυρισθούν ότι ο μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εκφραστής των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων –διότι, εάν δεν ισχύει αυτό, πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τη μαζική τους υποστήριξη στον Αλέξη Τσίπρα;
Αλλά και από τη δική μας πλευρά, της ηττημένης Αριστεράς, αρχίζουν ήδη και αναδύονται στα κοινωνικά δίκτυα, μία μόλις ημέρα μετά τις εκλογές, ορισμένες ερμηνείες του φαινομένου.
Μία ερμηνεία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εκτρέψει ένα μεγάλο ρεύμα άρνησης και διαμαρτυρίας σε ένα μεγάλο ρεύμα κοινωνικής συναίνεσης και υποταγής. Μια τέτοια ερμηνεία, ωστόσο, έχει το μειονέκτημα ότι θεωρεί τις διαδικασίες στους κόλπους της κοινωνίας ως ταχύτατες, όταν ως γνωστόν είναι αργόσυρτες, ότι θεωρεί τις κοινωνικές ισορροπίες ασταθείς, ενώ είναι δυσκατάπαυστες, χώρια που αποδίδει στις εργαζόμενες τάξεις την επιπολαιότητα μικρού παιδιού που μπορεί να περάσει από την αυτονομία στην υποταγή εντός 24ώρου.
Μια άλλη παραλλαγή της ίδιας ερμηνείας, με μεγαλύτερες θεωρητικές αξιώσεις, είναι ότι υπάρχει πλέον εξοικείωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας με την κανονικότητα των μνημονίων. Εδώ όμως τίθεται και πάλι το ερώτημα πώς προέκυψε αυτή η υποτιθέμενη εξοικείωση μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο; Η εξοικείωση με την κανονικότητα ενός νέου, αναδυόμενου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου, δηλαδή ενός νέου καθεστώτος εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, ανήκει στην αργόσυρτη διάρκεια της ιστορίας, δεν συμβαίνει ως αιφνίδιο γεγονός σαν και αυτά που ανήκουν στον ταχύ χρόνο της πολιτικής. Εκτός αυτού, μόνον όταν θα έχουμε σαφή και απτά δείγματα μιας τέτοιας εξοικείωσης (όπως π.χ. όταν θα δούμε τους μισθούς να μην αυξάνονται, ενώ θα μειώνεται το ποσοστό ανεργίας) θα μπορούμε να αποδεχθούμε την ύπαρξή της.
Από το 62% ΟΧΙ στο 35,5% ΣΥΡΙΖΑ
Τέτοιες ερμηνείες, που βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό διάσπαρτες και με διάφορες παραλλαγές στα κοινωνικά δίκτυα, συνοψίζονται στην ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι υπάρχει αντίθεση μεταξύ του 62% του Ιουλίου και του χθεσινού 37% του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει, όμως πράγματι μια τέτοια αντίθεση;
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις εξέφρασαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποστροφή τους προς τη μνημονιακή πολιτική, τη βαθιά επιθυμία τους να μην υποστούν τις συνέπειες ενός τρίτου μνημονίου.
Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, ψηφίζοντας ΟΧΙ δήλωσαν ότι αποστρέφονται τη μνημονιακή πολιτική και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε είναι έτοιμοι να αναλάβουν και κάποια ρίσκα γι’ αυτό (με δεδομένες τις κλειστές τράπεζες, την επιθετικότητα του ταξικού μπλοκ εξουσίας και των λοιπών συνθηκών των ημερών εκείνων). Στη δε περίπτωση των χθεσινών εκλογών, ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσαν ότι επιθυμούν να αποφύγουν πάση θυσία τις συνέπειες του Μνημονίου 3, «δίνοντας εντολή» στον Αλέξη Τσίπρα να είναι επιεικής στην εφαρμογή του μνημονίου, με τον πολύ συγκεκριμένο τρόπο που εκείνος υπόσχεται, δηλαδή αναπτύσσοντας το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμά» του για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Μνημονίου 3.
Οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις δεν έδωσαν «καθαρή λαϊκή εντολή» στον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει το αντικοινωνικό περιεχόμενο του μνημονίου Τσίπρα, αλλά να εφαρμόσει «παράλληλο πρόγραμμα» αντισταθμιστικό προς το μνημόνιο. Το κίνητρο γι’ αυτή τη στάση των εργαζόμενων τάξεων είναι η αποστροφή προς τη μνημονιακή πολιτική και τα δεινά που ρημάζουν την καθημερινή τους ζωή. Είναι η ίδια αποστροφή που εκφράστηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους απέναντι σε δύο διαφορετικά διλήμματα: Άλλη απάντηση έδωσαν οι εργαζόμενες τάξεις στο δημοψήφισμα, όταν θέλησαν να αποφύγουν να μπει ξανά το μαχαίρι στο λαιμό, και άλλη έδωσαν χθες, όταν το μαχαίρι είχε ήδη αρχίσει να πληγώνει, πλην όμως και στις δύο περιπτώσεις το κίνητρο ήταν το ίδιο. Η απαλλαγή από το μνημόνιο ή έστω η απάλυνση των δεινών που επιφέρει.
Αυτά βεβαίως δεν αφορούν το σκληρό πυρήνα ανεγκέφαλων οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το νέο είδος μετα-πασοκικού ανθρώπου που αναδύθηκε από τη στιγμή που άρχισε η μνημονιακή μετάλλαξη του Αλέξη Τσίπρα, ούτε τη γραφειοκρατία του κόμματος, τους καρεκλοκένταυρους, ούτε τους σοσιαλφιλελεύθερους ιδεολόγους του κόμματος και τα δορυφορικά τους παπαγαλάκια, αφορούν όμως τη μεγάλη μάζα των εργαζόμενων τάξεων που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ.
Υποταγή του «αντιμνημονιακού λαού»;
Δεν υπάρχει, λοιπόν, συναίνεση και υποταγή του αντιμνημονιακού λαού που εκφράστηκε τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα, ούτε υπάρχει εξοικείωσή του, εν μια νυκτί, με τη μνημονιακή κανονικότητα –και γι’ αυτό το λόγο η ήττα της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν μόνο πολιτική, δεν ήταν κοινωνική. Μπορεί η ήττα να βύθισε τους πολιτικούς αντιμνημονιακούς σχηματισμούς στα όρια της ανυπαρξίας, αλλά δεν αποδιάρθρωσε την κοινωνική βάση τους που είναι το συγκρότημα κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων που αναδύθηκε στην επιφάνεια του πολιτικού με το δημοψήφισμα του Ιουλίου απέναντι και ενάντια στο κυρίαρχο αστικό κοινωνικό μπλοκ.
Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα, γιατί οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις θεώρησαν ότι η λιγότερο κακή επιλογή τους ήταν να ψηφίσουν τον επιεικέστερο (ίσως) των υποψήφιων βασανιστών τους, τη στιγμή που υπήρχε και η επιλογή της αντιμνημονιακής Λαϊκής Ενότητας; Η σκληρή αλήθεια είναι ότι οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις θεώρησαν ως ανύπαρκτη εναλλακτική λύση τη Λαϊκή Ενότητα –αλλιώς δεν εξηγείται το εκλογικό ποσοστό της. Είναι προφανές, λοιπόν, τώρα ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να χτίσουμε από μηδενική βάση, με όλα τα ζητήματα ανοιχτά, από το πολιτικό μας σχέδιο και τις λεπτομέρειες του προγράμματος έως τη μορφή της οργάνωσης και την εσωκομματική δημοκρατία, το ιδεολογικό μας πρόσημο και όλα τα άλλα, εκτιμώντας ορθά τα επίδικα αντικείμενα της ιστορικής στιγμής και αξιοποιώντας τα διδάγματα από την συντριπτική ήττα της Λαϊκής Ενότητας. - See more at: http://dea.org.gr/%CE%B7-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1#sthash.GE20J1ng.dpuf

Υπάρχει "καλό ευρώ";

url

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 10 Σεπτεμβρίου 2015

Εάν υπάρχει «καλή δραχμή», αναρωτιέται ο Μισέλ Iσόν, γνωστός Γάλλος οικονομολόγος της 4ης Διεθνούς, σε άρθρο του θέλοντας να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση που υποτίθεται ότι διεξάγεται στην Ελλάδα γύρω από το δίλημμα ευρώ έναντι δραχμής. Το άρθρο του αναλώνεται σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι δεν υπάρχει «καλή δραχμή», αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που θα υπάρξουν στη διάρκεια μιας ενδεχόμενης μετάβασης από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα. Καμία έκπληξη λοιπόν που δημοσιεύθηκε στην «Εποχή», σε μια εφημερίδα που έχει προσχωρήσει στο στρατόπεδο του μεταλλαγμένου, μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ.

Με δε­δο­μέ­νη τώρα την απή­χη­ση που είχε το άρθρο του Μισέλ Ισόν ακόμη και σε κύ­κλους που στέ­κο­νται κρι­τι­κά ένα­ντι του μνη­μο­νια­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (μετά και από την ανα­δη­μο­σί­ευ­ση του άρ­θρου στο rednotebook), αξί­ζει να συ­νε­χί­σου­με τη δου­λειά που ξε­κί­νη­σε ο Γάλ­λος οι­κο­νο­μο­λό­γος από εκεί που την άφησε, θέ­το­ντας δη­λα­δή εμείς το ερώ­τη­μα εάν υπάρ­χει «καλό ευρώ». Γιατί όποιος ρω­τά­ει μόνο εάν υπάρ­χει «καλή δραχ­μή», αφή­νει τη δου­λειά μι­σο­τε­λειω­μέ­νη.

Με το ευρώ, εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση για πάντα

Το ευρώ, λοι­πόν, είναι εκ φύσεως «κακό», διότι επιβάλλει σε κάθε οι­κο­νο­μία της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης να αντι­με­τω­πίζει τις μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές της ανι­σορ­ρο­πίες με τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης, δη­λα­δή με τρόπο που στρέφεται ευθέως κατά των ερ­γα­ζόμενων τάξεων και των συν­δι­κα­λι­στι­κών τους ορ­γα­νώσεων. Το ευρώ επιβάλλει τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης ανεξάρτητα από τους θε­σμούς που ορί­ζουν τον τρόπο λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­ζώ­νης, της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας και των άλλων βαθ­μί­δων της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης. Είναι η θε­σμο­θε­τη­μένη μορφή της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης - και όλοι μας πλέον γνω­ρί­ζου­με τι ση­μαί­νει εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση. Επο­μέ­νως, δεν είναι μια πο­λι­τι­κή (και μόνο κα­τα­χρη­στι­κά την απο­κα­λού­με έτσι), διότι στην έν­νοια της πο­λι­τι­κής εμπε­ριέ­χε­ται η έν­νοια της επι­λο­γής. Στην πε­ρί­πτω­ση, όμως, της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, από τη στιγ­μή που υιο­θε­τείς το ευρώ, δεν υπάρ­χει επι­λο­γή, πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία προ­σαρ­μο­γής που ακο­λου­θεί ανα­γκα­στι­κά κάθε χώρα της Ευ­ρω­ζώ­νης όταν πρέ­πει να μειω­θούν οι τιμές της ένα­ντι των αντα­γω­νι­στών της, για λει­τουρ­γία χτι­σμέ­νη μέσα στην δομή του οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος, ανα­γκα­στι­κή και υπο­χρε­ω­τι­κή - και αυτό που της προσ­δί­δει αυτόν τον ανα­γκα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα είναι η υιο­θέ­τη­ση του ευρώ ως εθνι­κού νο­μί­σμα­τος. Δεν χρειά­ζε­ται, δη­λα­δή, να υπάρ­ξει πο­λι­τι­κή από­φα­ση, επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση και εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα της δια­δι­κα­σί­ας ώστε να εκ­κι­νή­σει η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση - θα ξε­κι­νή­σει μόνη της, έχει αυ­τό­μα­το πι­λό­το που εγκα­τα­στά­θη­κε εδώ με την υιο­θέ­τη­ση του ευρώ. Ούτε μπο­ρεί κά­ποιος να απαλ­λα­γεί από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή απαλ­λά­χθη­κε από τα μνη­μό­νια (που βε­βαί­ως ενι­σχύ­ουν και διευ­ρύ­νουν τα απο­τε­λέ­σμα­τά της). Η Ισπα­νία και η Ιτα­λία δεν υπά­χθη­καν σε μνη­μό­νιο, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης ξε­κί­νη­σε εκεί και ανα­πτύ­χθη­κε πλή­ρως. Ούτε απαλ­λάσ­σε­ται μια χώρα από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή μεί­ω­σε το εξω­τε­ρι­κό χρέος της.

Για να γίνει κα­τα­νοη­τό, όμως, για ποιο λόγο ισχύ­ουν αυτά, πρέ­πει να κά­νου­με έναν μικρό απο­λο­γι­σμό των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων.

Μι­κρός απο­λο­γι­σμός των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων

Ας ξε­κι­νή­σου­με με την αφή­γη­ση της δια­δι­κα­σί­ας της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης από τους ίδιους τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους στην ιδε­α­τή, στην κα­θα­ρή μορφή της, στην «αγνό­τη­τα» που εμ­φα­νί­ζει στο εσω­τε­ρι­κό της δικής τους θε­ω­ρί­ας. και ας δούμε μετά τι πραγ­μα­τι­κά έχει απο­δώ­σει αυτή η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση.

Το κα­θε­στω­τι­κό δι­ή­γη­μα της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πάει ως εξής:

Μέρος πρώτο: Στην οι­κο­νο­μία επι­βάλ­λε­ται ένα αρ­νη­τι­κό σοκ, μια μεγάλη εκού­σια ή ακού­σια μείωση της ζήτησης, που οδη­γεί αμέ­σως σε μείωση της πα­ρα­γω­γής και της απα­σχό­λη­σης, και συ­να­κό­λου­θα σε άνοδο της ανερ­γίας - η οι­κο­νο­μία λοι­πόν εισέρχε­ται σε περίοδο ύφεσης. Καθώς δεν υπάρχει εθνι­κό νόμισμα να υπο­τι­μη­θεί για να μειώ­σει τις εγ­χώ­ριες τιμές και να αυξήσει έτσι την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τη μειω­μέ­νη ζήτηση,[1] ανοίγεται ανα­γκα­στι­κά ο δρόμος σε έναν άλλον τρόπο προ­σαρ­μο­γής της οι­κο­νο­μίας, αυτόν που ονο­μά­ζε­ται «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» (και πε­ρι­γρά­φε­ται αμέ­σως πα­ρα­κά­τω ως δεύ­τε­ρο και τρίτο μέρος της κα­θε­στω­τι­κής αφή­γη­σης).
Μέρος δεύ­τε­ρο: Στο νέο, μειω­μένο επίπεδο πα­ρα­γω­γής και αυ­ξη­μένης ανερ­γίας, τα συν­δι­κάτα και οι ερ­γα­ζόμενοι θα απολέσουν ένα μέρος από τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή τους δύναμη, με αποτέλεσμα οι μι­σθοί τους να μειω­θούν. Θα πρέ­πει δε να κα­τα­νο­ή­σουν ότι επι­βάλ­λε­ται να απο­δε­χθούν τις τόσο γνω­στές σε εμάς διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές στην αγορά ερ­γα­σί­ας για να βοη­θή­σουν τη χώρα - και όταν δεν το κα­τα­νο­ούν, οι δυ­σμε­νείς αλ­λα­γές θα πρέ­πει να τους επι­βλη­θούν από την πο­λι­τι­κή ηγε­σία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο όνομα του γε­νι­κού συμ­φέ­ρο­ντος (όπως το κα­τα­νο­εί η κυ­ρί­αρ­χη τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών και των οι­κο­νο­μο­λό­γων που τους υπη­ρε­τούν).
Μέρος τρίτο: Η μείωση του κόστους ερ­γα­σίας που θα προ­κύ­ψει έτσι, υπο­τί­θε­ται ότι θα οδηγήσει σε μείωση των εγ­χω­ρί­ων τιμών, επομένως και σε βελτίωση της αντα­γω­νι­στι­κότητας τιμής. Εάν π.χ. το κό­στος ερ­γα­σί­ας ανά μο­νά­δα προ­ϊ­ό­ντος μειω­θεί κατά 20%, πε­ρί­που όσο και στην Ελ­λά­δα, οι τιμές θα μπο­ρού­σαν να μειω­θούν έως και 20% χωρίς να θι­γούν τα πε­ρι­θώ­ρια κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων. Ιδού, λοι­πόν, που υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση (μεί­ω­ση των εγ­χω­ρί­ων τιμών) χωρίς εθνι­κό νό­μι­σμα, χωρίς νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση.
Αυτά δι­η­γεί­ται η κα­θε­στω­τι­κή θε­ω­ρία. Αυτά που αφη­γεί­ται στο πρώτο και το δεύ­τε­ρο μέρος της, δη­λα­δή η ύφεση, η άνο­δος της ανερ­γί­ας, η μεί­ω­ση των μι­σθών και η κα­τα­στρο­φή των θε­σμών της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας που προ­στα­τεύ­ουν τους ερ­γα­ζό­με­νους, βε­βαί­ως και έχουν επα­λη­θευ­θεί πλή­ρως - όχι μόνο στην Ελ­λά­δα. Το τρίτο μέρος της θε­ω­ρί­ας τους, όμως, ότι θα μειω­θούν οι τιμές, και χάρη σε αυτό θα αυ­ξη­θούν η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, οι εξα­γω­γές, το ΑΕΠ και η απα­σχό­λη­ση, δεν το εί­δα­με,[2] ούτε στην Ελ­λά­δα και την Πορ­το­γα­λία που ήταν σε μνη­μό­νιο,[3] ούτε στην Ισπα­νία και την Ιτα­λία που δεν ήταν σε μνη­μό­νιο, είτε σε άλλες χώρες που είχαν πιο σύ­ντο­μα είτε λι­γό­τε­ρο σφο­δρά επει­σό­δια εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης (π.χ. Γαλ­λία, Γερ­μα­νία στα χρό­νια της agenda 2010).[4] Το μέσο πε­ρι­θώ­ριο κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων είτε έμει­νε άθι­κτο είτε αυ­ξή­θη­κε (με­ρι­κές φορές θε­α­μα­τι­κά) με αντί­στοι­χη μείωση του μέσου μι­σθού συ­νο­δευό­με­νη από ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών των εξα­γω­γών (που είναι και το τε­λι­κό ζη­τού­με­νο μιας υπο­τί­μη­σης). Πα­ντού η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης απο­δυ­νά­μω­σε τα ερ­γα­τι­κά σω­μα­τεία και τους θε­σμούς που απο­κρυ­στάλ­λω­ναν τις πα­λιές κα­τα­κτή­σεις τους, πα­ντού ο συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων με­τα­τρά­πη­κε δρα­μα­τι­κά υπέρ του κε­φα­λαί­ου χάρη στη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης και στο όνομα του ευρώ.[5] Πα­ντού οι ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών δεν οφεί­λο­νταν σε κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία, σε ελ­λι­πή εφαρ­μο­γή των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής ή σε κά­ποια αμέ­λεια των κυ­βερ­νή­σε­ων, αλλά οφεί­λο­νταν σε δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής,[6] χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αμε­τά­βλη­τα, που ισχύ­ουν δη­λα­δή για όλες τις χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού σε όλες τις επο­χές και συ­γκυ­ρί­ες.

Στην πα­ρα­πά­νω πε­ρι­γρα­φή της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, είτε όπως αυτή εμ­φα­νί­ζε­ται στην κα­θε­στω­τι­κή αφή­γη­σή της, είτε όπως υπάρ­χει πραγ­μα­τι­κά, δεν πα­ρεμ­βάλλε­ται που­θε­νά ο χα­ρα­κτήρας της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας, ούτε κάποιου άλλου θε­σμού της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης, δεν γί­νε­ται καμιά ανα­φο­ρά σε άλλα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Ευ­ρω­ζώ­νης: Απλά και μόνον η ύπαρξη κοι­νού νομίσμα­τος, του ευρώ, απο­τε­λεί την ανα­γκαία και ικανή συνθήκη της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης. Το ευρώ είναι η ικανή και ανα­γκαία συν­θή­κη για την ύπαρ­ξη ενός πα­νί­σχυ­ρου μη­χα­νι­σμού εκτό­νω­σης της πίεσης του διε­θνούς αντα­γω­νι­σμού πάνω στην αγορά ερ­γα­σίας, είναι η μη­χα­νή που με­τα­τρέπει συ­νε­χώς το συ­σχε­τι­σμό δυνάμεων σε βάρος των ορ­γα­νω­μένων δυνάμεων των ερ­γα­ζο­μένων. Το ευρώ μόνο του, χωρίς να χρειά­ζε­ται κα­νέ­ναν άλλο θεσμό ή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ευ­ρω­ζώ­νης, υπο­χρε­ώ­νει κάθε ερ­γα­τι­κή τάξη να πε­ρά­σει μέσα από τις μυ­λό­πε­τρες της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης. Η εσω­τε­ρι­κή υποτίμηση υπάρ­χει επει­δή είναι εν­σω­μα­τω­μένη στην ύπαρξη του ευρώ.[7] Δεν υπάρ­χει, ούτε μπο­ρεί να υπάρ­ξει «καλό ευρώ».


[1] Για τον τρόπο που λει­τουρ­γεί η οι­κο­νο­μία όταν υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, βλ. στο άρθρο “Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις” στο http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis

[2] Artus P. “What is to be done in the euro zone since internal devaluations do not work?”, 7 Μαρ­τί­ου 2013, Natixis, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=68885

[3] Οι εξε­λί­ξεις στην Ιρ­λαν­δία δεν είχαν τον ίδιο έντο­νο χα­ρα­κτή­ρα καθώς η χώρα αυτή δια­τη­ρεί προ­νο­μια­κές εμπο­ρι­κές και πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις με τις ΗΠΑ, όπου το ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε μετά την οξεία φάση της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης (2008-2009) και προ­κά­λε­σε με­γέ­θυν­ση των ιρ­λαν­δι­κών εξα­γω­γών. Η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης δεν μεί­ω­σε τις τιμές των εξα­γω­γών πα­ρό­τι μεί­ω­σε τις εγ­χώ­ριες τιμές για εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση.

[4] Χρειά­στη­κε μια κρίση βα­θύ­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας από την με­γά­λη κρίση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 στις ΗΠΑ για να μειω­θούν οι εγ­χώ­ριες τιμές στην Ελ­λά­δα κατά 4% (με­τα­ξύ πρώ­του τρι­μή­νου 2010 και πρώ­του τρι­μή­νου 2015). Βλ. ανα­λυ­τι­κά στις ετή­σιες εκ­θέ­σεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και την απα­σχό­λη­ση. Για την Πορ­το­γα­λία και την Ισπα­νία βλ. στο Gonzalez & Gutierrez (2014) “Internal devaluation in the European periphery: the story of a failure”, UCLM, http://​dialnet.​unirioja.​es/​servlet/​articulo?​codigo=4830673&​orden=1&​info=...​. Για άλλες χώρες βλ. στο Artus P., “Prices are sticky in virtually all countries, which means nominal adjustments and"internal devaluations" are doomed to fail”, 7 Νο­εμ­βρί­ου 2012, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=66833

[5] Φυ­σι­κά και ο συ­νο­λι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων δεν με­τα­τρά­πη­κε απο­κλει­στι­κά χάρη σε αυτά, φυ­σι­κά και υπήρ­ξαν και άλλες πα­ράλ­λη­λες επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πα­ντού ήταν η κύρια συ­νι­στώ­σα της επί­θε­σης.

[6] Στη διάρ­κεια των κρί­σε­ων του κα­πι­τα­λι­σμού, επι­τε­λεί­ται μια «φυ­σι­κή επι­λο­γή» των αν­θε­κτι­κό­τε­ρων κε­φα­λαί­ων και μια κα­τα­στρο­φή των λι­γό­τε­ρο απο­δο­τι­κών κε­φα­λαί­ων. Η συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται εξαι­ρε­τι­κά, αλλά όχι τόσο για κάθε επι­χεί­ρη­ση ξε­χω­ρι­στά, αφού οι ισχυ­ρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις που επι­ζούν ιδιο­ποιού­νται την ζή­τη­ση των αντα­γω­νι­στών τους που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση. Κάθε ξε­χω­ρι­στή επι­χεί­ρη­ση που επέ­ζη­σε, μπο­ρεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους αντα­γω­νι­στές της, να υπε­ρα­σπί­ζε­ται αρ­κε­τά απο­τε­λε­σμα­τι­κά το ύψος των τιμών της. Μια ανά­λο­γη δια­δι­κα­σία κα­τα­στρο­φής δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται στην αγορά ερ­γα­σί­ας, όπου οι άνερ­γοι δεν εξα­φα­νί­ζο­νται όπως εξα­φα­νί­ζε­ται το απα­ξιω­μέ­νο κε­φά­λαιο των επι­χει­ρή­σε­ων που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση, αλλά πα­ρα­μέ­νουν στην αγορά ερ­γα­σί­ας για πολύ καιρό και ασκούν πτω­τι­κή πίεση επί των μι­σθών. Αυτά δεν απο­τε­λούν κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία της μιας ή της άλλης χώρας, αλλά δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής.

[7] Ας προ­σθέ­σου­με σε αυτά και ότι καθώς οι τιμές δεν μειώ­νο­νται ου­σια­στι­κά με την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση, αυτή δεν υπο­κα­θι­στά τη βα­σι­κή λει­τουρ­γία της υπο­τί­μη­σης ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος η οποία κα­θι­στά αμέ­σως φθη­νό­τε­ρα τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα. Με το ευρώ, τα ελ­λείμ­μα­τα στο εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο αγα­θών και υπη­ρε­σιών δεν κλεί­νουν μέσω αλ­λα­γών στις τιμές αλλά με μεί­ω­ση της ζή­τη­σης, δη­λα­δή με ύφεση (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της Ελ­λά­δας, της Ισπα­νί­ας και της Πορ­το­γα­λί­ας στη διάρ­κεια της τρέ­χου­σας κρί­σης). Έτσι, σε κα­θε­στώς ευρώ, η ύφεση και η βρα­δεία ανά­πτυ­ξη είναι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να υπάρ­χει ισο­σκε­λι­σμέ­νο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συ­ναλ­λα­γών. Αυτό μπο­ρεί να ανα­τρα­πεί με με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα (βελ­τί­ω­ση ποιό­τη­τας, πα­ρα­γω­γή νέων προ­ϊ­ό­ντων κ.λπ.). Οι αλ­λα­γές αυτές όμως πραγ­μα­το­ποιού­νται σε ορί­ζο­ντα δε­κα­ε­τί­ας και ευ­νο­ού­νται από συν­θή­κες τα­χεί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου - κάτι που δεν ευ­νο­εί η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης.

Μια ταξικά μεροληπτική πρόταση για τη μείωση της ανεργίας

banner12

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά 9/9/2015.

1. Η υψηλή ανεργία είναι δομικό στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η μείωση και εν συνεχεία η διατήρηση των μισθών σε βαλκανικά επίπεδα είναι συστατικό στοιχείο του μνημονιακού μοντέλου ανάπτυξης, του μνημονιακού μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που οικοδομείται σταδιακά στην Ελλάδα μέσω της εφαρμογής των διαδοχικών «προγραμμάτων προσαρμογής της οικονομίας».
Υπάρχουν δύο όροι για να διατηρούνται οι μισθοί σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Ο πρώτος είναι να υπάρχει χρόνια υψηλή ανεργία ως μέσο πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων και ο δεύτερος είναι η διατήρηση της αγοράς εργασίας σε καθεστώς μόνιμης απορρύθμισης. Η χρόνια και υψηλή ανεργία είναι δομικό, δηλαδή αναπόσπαστο και διαρκές στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου. Με πιο απλά λόγια, το μνημονιακό καθεστώς, που οικοδομείται τώρα με σκοπό να παραμείνει κατά τις επόμενες δεκαετίες, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς υψηλά ποσοστά ανεργίας τόσο υψηλά, ώστε να συμπιέζουν τους μισθούς. Ακόμη και εάν το καθεστώς ξεφύγει κάποια στιγμή από την ύφεση, η μεγέθυνσή του θα είναι αναγκαστικά περιορισμένη, ώστε να διατηρείται υψηλό το ποσοστό ανεργίας, να παραμένουν πειθαρχημένες οι εργαζόμενες τάξεις και να αποδέχονται χαμηλούς μισθούς -τόσο χαμηλούς, ώστε η κερδοφορία να ανέρχεται στο ύψος που επιθυμεί και απαιτεί το κεφάλαιο.
Όποιος, λοιπόν, εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική εργάζεται αναγκαστικά για ένα μέλλον χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας –και εάν νομίζει ότι μπορεί να κάνει κάτι ενάντια σε αυτό, όπως αρκετά στελέχη του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται, κοροϊδεύει τον εαυτό του και τους άλλους.
Εμείς όμως -και μιλώ τώρα για τη Λαϊκή Ενότητα- θα μπορούσαμε να μειώσουμε την ανεργία; Τι πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμά μας γι’ αυτό;
2. Για τη μείωση της ανεργίας στη βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμη διάρκεια
Σημείο εκκίνησης μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία θα θέσει σε λειτουργία το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας και θα αυξήσει την απασχόληση. Τα κύρια βήματα για την αύξηση της ζήτησης μπορούν να είναι τα εξής:
α. Το κράτος να αναλάβει τον ρόλο του εργοδότη τελευταίας καταφυγής, χρηματοδοτώντας μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και στους κρίσιμους τομείς (υγεία και κοινωνική πολιτική), όπου οι κοινωνικές ανάγκες παραμένουν δραματικά ακάλυπτες.
β. Ταυτοχρόνως, μια πρόσθετη αύξηση της ζήτησης ήδη από το πρώτο έτος θα προέλθει από την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, που θα προκαλέσει μια συγκριτικά μικρότερη, αλλά αξιόλογη αύξηση του μέσου μισθού. Προκειμένου να αναπτυχθεί ελεύθερα το παιχνίδι μεταβίβασης της αύξησής του σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσουμε και όλα όσα ανήκουν στην κινηματική πρακτική και τον ταξικό συνδικαλισμό.
γ. Αύξηση του μέσου μισθού δεν θα επέλθει, όμως, μόνο εξαιτίας της αύξησης του κατώτατου μισθού, αλλά και επειδή θα αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας, ώστε να ευνοεί την ισχύ των μισθωτών στις διαπραγματεύσεις έναντι των εργοδοτών.
Έτσι, θα επέλθει αύξηση της ζήτησης ως το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αρχικής μεγέθυνσης της απασχόλησης και της αύξησης των μισθών, δηλαδή της αύξησης του συνολικού εισοδήματος της μισθωτής εργασίας. Αυτή η μεγέθυνση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, όπως έχουν δείξει πρόσφατες έρευνες για την Ελλάδα, είναι ικανή να οδηγήσει σε διαδοχικούς κύκλους αυξήσεων της παραγωγής, διότι έχει μεγαλύτερη σημασία ως ζήτηση παρά ως κόστος (τουλάχιστον για όσο καιρό υπάρχει αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό).
Αυτά θα ισχύουν έως ότου η οικονομία χρησιμοποιήσει το παραγωγικό της δυναμικό πλήρως ή στο μεγαλύτερο βαθμό του. Μετά από αυτό, η μείωση της ανεργίας θα εξαρτηθεί από άλλους παράγοντες που δρουν στη μακροχρόνια διάρκεια.
3. Για τη μείωση της ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια
Ο βασικός καθορισμός του ποσοστού ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια είναι το ύψος της απαίτησης του κεφαλαίου επί του προϊόντος, δηλαδή του στόχου που θέτουν οι επιχειρήσεις για τα κέρδη τους. Όσο υψηλότερη είναι η απαίτηση του κεφαλαίου επί του προϊόντος, όσο υψηλότερος είναι ο στόχος που έχει θέσει για τα κέρδη, όσο μεγαλύτερο δηλαδή είναι το μερίδιο του ΑΕΠ που το κεφάλαιο θέλει να ιδιοποιηθεί, τόσο χαμηλότεροι πρέπει να είναι οι μισθοί για να δεχθούν οι επιχειρήσεις να απασχολήσουν το εργατικό δυναμικό και τόσο υψηλότερη πρέπει να είναι η ανεργία.
Αυτός είναι ο λόγος που τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι, μέσα στην κρίση, το μέσο περιθώριο κέρδους στην Ελλάδα αυξήθηκε κατακόρυφα και διέγραψε πορεία ακριβώς παράλληλη με την καμπύλη του ποσοστού ανεργίας, υπογραμμίζοντας έτσι τη στενή σχέση μεταξύ των δύο μεγεθών.
Επομένως, η μείωση της ανεργίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα χωρίς να μειωθούν οι απαιτήσεις κερδοφορίας των επιχειρήσεων, που κατά μέσο όρο απολαμβάνουν σήμερα στην Ελλάδα υπερμεγέθη περιθώρια κέρδους σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Μια τέτοια μείωση των υπέρογκων απαιτήσεων κερδοφορίας μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους:
α. Ακριβώς όπως οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου μειώνουν την ικανότητα των μισθωτών εργαζομένων να αυξάνουν το εισοδηματικό μερίδιό τους στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έτσι και η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να μειώσει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων, ώστε να μειωθούν οι ολιγοπωλιακές τιμές σε μεγάλους και σημαντικούς κλάδους παραγωγής (σε αντίθεση με τις ψευδεπίγραφες διαρθρωτικές αλλαγές που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα σε φαρμακεία, γιατρούς κ.λπ.).
β. Η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να παρέμβει νομοθετικά, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να απαλλοτριώνουν τις επιχειρήσεις που οι ιδιοκτήτες τους δεν επιθυμούν να κρατήσουν σε λειτουργία, επειδή το ύψος του κέρδους που αποκομίζουν δεν είναι ικανοποιητικό. Πέραν του οφέλους που θα υπάρξει σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος των εργαζομένων, η διατήρηση σε λειτουργία μεγάλου αριθμού τέτοιων επιχειρήσεων θα ευνοήσει και την ένταση του ανταγωνισμού στους αντίστοιχους κλάδους, άρα και τη μείωση των τιμών και των περιθωρίων κέρδους. Γενικότερα, οι άμεσες κρατικές παρεμβάσεις στις μορφές ιδιοκτησίας του αργούντος παραγωγικού δυναμικού πρέπει να επιβάλλονται όταν το γενικό συμφέρον, όπως το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενες τάξεις με το δικό τους αξιακό φορτίο, το επιβάλλει.

Ποιες ταξικές συμμαχίες ενόψει Μνημονίου 3;

workers_of_the_world_bansky-996a7
Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 26 Αυγούστου 2015
Οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν τώρα τον κόσμο του ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου, οφείλουν αναγκαστικά να στοιχηθούν με αυτόν τον κόσμο, ή έστω με την πλειοψηφία του, έτσι ώστε να φέρουν τις διεκδικήσεις του στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μετατρέψουν το κοινωνικό δυναμικό που εκφράζει σε πολιτική δύναμη.

Για να συμ­βεί όμως αυτό, θα πρέ­πει να έχου­με σαφή εκτί­μη­ση για τη φύση του ΟΧΙ, για το πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νό του, για το «μή­νυ­μα» του –διότι άλλες είναι οι τα­ξι­κές και πο­λι­τι­κές συμ­μα­χί­ες που κά­νεις όταν εκτι­μάς πως το ΟΧΙ εκ­φρά­ζει μια κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία στην οποία οι μόνοι που δεν ανή­κουν είναι μια δράκα ξε­νό­δου­λων ολι­γαρ­χών, και άλλες συμ­μα­χί­ες κά­νεις όταν εκτι­μάς ότι δίπλα στην αστι­κή τάξη στέ­κουν σαν σύμ­μα­χοί της ευ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης.

Κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία ή κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας;

Ο κό­σμος της 5ης Ιου­λί­ου, στην πλειο­ψη­φία του, είναι ένα δυ­νη­τι­κά νέο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας αντα­γω­νι­στι­κό προς το κυ­ρί­αρ­χο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου και έχει στον πυ­ρή­να του συ­γκε­κρι­μέ­νες, αριθ­μη­τι­κά υπέρ­τε­ρες, κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: τους ανέρ­γους, τη νε­ο­λαία και τους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου τομέα, και πάνω από όλους τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα (με εξαί­ρε­ση το ανώ­τε­ρο στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό, που τά­χθη­κε κα­θα­ρά με τα αφε­ντι­κά στις κρί­σι­μες στιγ­μές της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος). Είναι ένα μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων που ανα­δύ­θη­κε μέσα από τον κοι­νω­νι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γουν μέσα στην κρίση οι συ­ντε­ταγ­μέ­νες, συ­νει­δη­τές και επι­θε­τι­κές δυ­νά­μεις της ιδιο­κτη­σί­ας και του κε­φα­λαί­ου στην Ελ­λά­δα, ενα­ντί­ον όσων ζουν ή προ­σπα­θούν να ζή­σουν από την ερ­γα­σία τους.

Με άλλα λόγια, η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας, που παίρ­νει στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία τη μορφή της αντί­θε­σης νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού-υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων. Είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο, φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του. Είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θεί, και όπως μας έδει­ξε το δη­μο­ψή­φι­σμα να αγω­νι­στεί και για ρι­ζο­σπα­στι­κές αλ­λα­γές.

Το γε­γο­νός ότι το πο­λι­τι­κό μπλοκ του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, που πήρε τη μορφή του μπλοκ «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, βρί­σκε­ται σε στενή σχέση και συμ­μα­χία με τις ομό­λο­γες πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης κα­θό­λου δεν ση­μαί­νει ότι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι η αντί­θε­ση «λα­ός-ιμπε­ρια­λι­σμός». Ο λαός του ΟΧΙ δεν εκ­φρά­ζει μια με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με τις «ξένες δυ­νά­μεις» και μια μικρή ομάδα ολι­γαρ­χών που είναι οι ντό­πιοι σύμ­μα­χοί τους. Εάν ήταν έτσι τα πράγ­μα­τα, μια πο­λι­τι­κή τύπου ΕΑΜ θα έπρε­πε να προ­κρι­θεί –αλλά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι αλ­λιώς.

Αυτό που συμ­βαί­νει πραγ­μα­τι­κά είναι ότι σε κάθε πλευ­ρά της αντί­θε­σης κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας (νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού-υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων) αντι­στοι­χεί το ευ­ρω­παϊ­κό της αντί­στοι­χο: στο πλευ­ρό των αστι­κών δυ­νά­με­ων της Ελ­λά­δας βρί­σκο­νται οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης, και τα δεινά που υφί­στα­νται οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις στην Ελ­λά­δα είναι τα ίδια με αυτά που υφί­στα­νται σε μι­κρό­τε­ρο βαθμό (αλλά μι­κρό­τε­ρο μόνον προς το παρόν) οι άλλες υπο­τε­λείς τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η αντί­θε­ση με τον ιμπε­ρια­λι­σμό, είναι η αντί­θε­ση με το κε­φά­λαιο, με την αστι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της, είτε αυτοί βρί­σκο­νται στο εσω­τε­ρι­κό είτε στο εξω­τε­ρι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η εθνι­κή κυ­ριαρ­χία αλλά η ρι­ζι­κή ανα­τρο­πή του τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων, είναι η πάλη τάξης ενα­ντί­ον τάξης.

Για να κρι­θεί η εγκυ­ρό­τη­τα των πα­ρα­πά­νω ισχυ­ρι­σμών είναι ανα­γκαίο να εξε­τά­σει κά­ποιος τη σχέση της με­γά­λης και με­σαί­ας αστι­κής τάξης με τα μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα, όχι με γε­νι­κές θε­ω­ρη­τι­κές ανα­φο­ρές μόνο, αλλά και στις συ­γκε­κρι­μέ­νες συν­θή­κες της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης στα χρό­νια της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής.

Το ζή­τη­μα των μι­κρο­α­στι­κών στρω­μά­των

Τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώματα των εμπόρων, των μι­κροϊ­διο­κτη­τών και της μικρής πα­ρα­γω­γής επλή­γη­σαν κατά τη διε­τία 2010-2011 με την εφαρ­μο­γή του πρώ­του μνη­μο­νί­ου εξαι­τί­ας της δρα­μα­τι­κής μεί­ω­σης της ζή­τη­σης που οδή­γη­σε σε πτώ­χευ­ση πολ­λές μι­κρές επι­χει­ρή­σεις. Ωστό­σο, η αστι­κή τάξη απο­κα­τέ­στη­σε τη συμ­μα­χία της με τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα το 2012, με το δεύτερο μνημόνιο που έκανε πραγ­μα­τι­κότητα τα πιο ηδυ­πα­θή όνει­ρα των μι­κρών αφε­ντι­κών: την πλήρη υπο­τα­γή των ερ­γα­ζόμενων τάξεων στις απαι­τήσεις του ερ­γο­δότη. Η κυβέρνηση της ΝΔ υλο­ποί­η­σε τότε μια πο­λι­τι­κή συμ­μα­χίας της αστι­κής τάξης με την πα­ρα­δο­σια­κή (ή πα­λαιά) μι­κρο­α­στι­κή τάξη, με μέσο την εν­σω­μάτωση κρίσιμων και στρα­τη­γι­κών συμ­φε­ρόντων της στο Κράτος: κα­τα­κόρυφη πτώση των μισθών και απε­λευ­θέρωση της μαύρης ερ­γα­σίας, νο­μι­μο­ποίηση των πιο άγριων μορφών εκ­με­τάλλευ­σης των μι­σθω­τών, ανεξέλεγ­κτη φο­ρο­λο­γι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά των μικρών επι­χει­ρήσεων, κατάργηση των ωραρίων (ακόμη και του πε­ριο­ρι­σμένου ελέγχου που ασκούσε η Επι­θεώρηση Ερ­γα­σίας) και, ση­μα­ντι­κό­τε­ρο όλων, εν­σω­μά­τω­ση αυτών των αλ­λα­γών σε θε­σμούς. Έτσι, ενώ το πρώτο μνημόνιο βύθιζε στην κρίση τις μικρές επι­χει­ρήσεις πε­ριο­ρίζο­ντας δρα­μα­τι­κά τις πωλήσεις των προϊόντων τους και οδη­γώ­ντας πολ­λές από αυτές στη χρε­ο­κο­πία, με το δεύτερο μνημόνιο και τα νο­μο­θε­τήματα που ακο­λούθησαν, η αστι­κή τάξη έβαλε ξανά κάτω από τη φτε­ρούγα της τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώματα των μικρών επι­χει­ρήσεων του εμπο­ρίου, της μικρής ιδιο­κτη­σιας, της φο­ρο­δια­φυ­γής και της αδήλωτης ερ­γα­σίας, της ερ­γο­δο­τι­κής αυ­θαι­ρε­σίας και του δε­σπο­τι­σμού του αφε­ντι­κού. Βε­βαί­ως, αυτές οι δια­πι­στώ­σεις έχουν στα­τι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα και δεν ση­μαί­νουν ότι ο κάθε μι­κρός επι­χει­ρη­μα­τί­ας ξε­χω­ρι­στά βρί­σκε­ται απέ­να­ντί μας. Ως με­ρί­δα τάξης όμως, στην πλειο­νό­τη­τά τους, ανή­κουν στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της αστι­κής τάξης και των συμ­μά­χων της.

Αλλά και με τη νέα μι­κρο­α­στι­κή τάξη των μι­σθω­τών, των ανώτερων και μεσαίων στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού και του δημόσιου τομέα, η αστι­κή τάξη έχει ανα­συ­γκρο­τή­σει τις συμ­μα­χίες της. Σε αντίθεση με την πα­λαιά μι­κρο­α­στι­κή τάξη των εμπόρων και της μικρής πα­ρα­γω­γής, που είναι μια τάξη δο­μι­κά συ­ντη­ρη­τι­κή, η νέα μι­κρο­α­στι­κή τάξη των πτυ­χιούχων, της ει­δι­κευ­μένης δια­νοη­τι­κής ερ­γα­σίας, που κα­τα­λαμ­βάνουν τις μεσαίες και ανώτερες θέσεις της ιε­ραρ­χίας των επι­χει­ρήσεων και του Δη­μο­σί­ου, που συχνά ασκούν επίβλεψη σε άλλους ερ­γα­ζόμε­νους, που ορ­γα­νώνουν και διευ­θύνουν την πα­ρα­γω­γή για λο­γα­ρια­σμό και στο όνομα του κε­φα­λαιο­κράτη ή της κρα­τι­κής εξου­σί­ας, που είναι γε­νι­κά κο­σμο­πο­λίτες και διαθέτουν κουλ­τούρα που τους επι­τρέπει να γεύονται τα πο­λι­τι­στι­κά προϊόντα από όποια γωνιά της Γης και αν προέρχο­νται, είναι μια τάξη που δέχεται τις δυνάμεις της αλ­λα­γής, είτε με τη μορφή των αρι­στε­ρών ιδεών, είτε με τη μορφή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τίας κ.λπ. Πρόκει­ται επομένως για με­ρί­δα της μι­κρο­α­στι­κής τάξης με επαμ­φο­τε­ρίζουσα πο­λι­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, που εκφράζει όμως ιδε­ο­λο­γι­κά και πο­λι­τι­κά κάθε μορφή «προόδου» (δη­λα­δή αλ­λα­γής).

Αυτός ο επαμ­φο­τε­ρίζων χα­ρα­κτήρας αυτών των στρω­μά­των αφή­νει γε­νι­κά ανοι­κτό το ζή­τη­μα αν θα συμ­μα­χή­σει η με­ρί­δα αυτή με τις δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου ή με τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας. Απο­φα­σί­ζει λοι­πόν κάθε φορά η συ­γκυ­ρία με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφή­σουν. Όπως μας έδει­ξε η εβδο­μά­δα του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος του Ιου­λί­ου, τα ανώτατα και ανώτερα διευ­θυ­ντι­κά στελέχη των μεγάλων και μεσαίων ιδιω­τι­κών επι­χει­ρήσεων (ή μήπως και τα με­σαία;) τά­χθη­καν ανα­φαν­δόν υπέρ των αφε­ντι­κών τους.

Στην ίδια με­ρί­δα της «νέας μι­κρο­α­στι­κής τάξης» πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οι επαγ­γελ­μα­τί­ες της ιδε­ο­λο­γί­ας, συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέχνες της χρυσής εποχής του ελ­λη­νι­κού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του lifestyle, οπα­δοί του κοι­νω­νι­κού δαρ­βι­νι­σμού διά των αγορών, και πα­ρό­μοιοι. Είναι η με­ρί­δα εκεί­νη της μι­κρο­α­στι­κής τάξης που έλαμ­ψε διά της εκ­κω­φα­ντι­κής πα­ρου­σί­ας της στις δια­δη­λώ­σεις των «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη».

Αυτές οι με­ρί­δες της μι­κρο­α­στι­κής τάξης κα­τοι­κούν σε συ­γκε­κρι­μέ­νες πε­ριο­χές της πόλης και από το χάρτη των απο­τε­λε­σμά­των γί­νε­ται φα­νε­ρό ότι ψή­φι­σαν μα­ζι­κά «ναι» –είναι ο λαός του «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» και είναι ένας ολό­κλη­ρος λαός που ανή­κει στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της αστι­κής τάξης. Αυτοί δεν μπο­ρούν να είναι οι σύμ­μα­χοί μας στους νέους αγώ­νες που έχου­με μπρο­στά μας. Τα συμ­φέ­ρο­ντά τους είναι αλλού και εκ­προ­σω­πού­νται τώρα πια όχι μόνο από τον Βαγ­γέ­λη Μεϊ­μα­ρά­κη στην πιο βάρ­βα­ρη έκ­φρα­σή τους αλλά και από τον Τσί­πρα στην πιο εκλε­πτυ­σμέ­νη. Η παλιά μι­κρο­α­στι­κή τάξη και ση­μα­ντι­κές με­ρί­δες της νέας μι­κρο­α­στι­κής τάξης σι­τί­ζο­νται στην αυλή του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου και εκ­προ­σω­πού­νται πο­λι­τι­κά από αυτό. Η μο­να­δι­κή πο­λυ­πλη­θής με­ρί­δα της μι­κρο­α­στι­κής τάξης που έχει απο­σπα­σθεί από το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου είναι οι μι­σθω­τοί του δη­μό­σιου τομέα (εξαι­ρώ­ντας και πάλι τα ανώ­τε­ρα στε­λέ­χη), που εξάλ­λου θα ήταν λο­γι­κό να τους κα­τα­τάσ­σου­με πλέον πε­ρισ­σό­τε­ρο στο χώρο του ημι-προ­λε­τα­ριά­του και λι­γό­τε­ρο στα μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα.

Τάξη ενα­ντί­ον τάξης

Ο κό­σμος του ΟΧΙ της 5ης Ιου­λί­ου, που είναι στην πλειο­ψη­φία του ο δικός μας λαός, δεν είναι λοι­πόν μια μάζα Ελ­λή­νων ή πα­τριω­τών χωρίς αντα­γω­νι­στι­κές τα­ξι­κές σχέ­σεις στους κόλ­πους τους, η οποία βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με τον ιμπε­ρια­λι­σμό. Είναι ένα εν δυ­νά­μει κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων στο οποίο οι κύ­ριες δυ­νά­μεις είναι τα πέντε εκα­τομ­μύ­ρια των μι­σθω­τών του ιδιω­τι­κού και του δη­μό­σιου τομέα, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας. Απέ­να­ντι σε αυτό το μπλοκ στέ­κε­ται εχθρι­κά το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της με­γά­λης και της με­σαί­ας αστι­κής τάξης, της πα­λιάς μι­κρο­α­στι­κής τάξης του εμπο­ρί­ου και των μι­κρών αφε­ντι­κών, της νέας μι­κρο­α­στι­κής τάξης των ανώ­τε­ρων στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού και του δη­μό­σιου τομέα.

Μοι­ραία, το πε­ριε­χό­με­νο του αγώνα μας δεν μπο­ρεί παρά να είναι πρω­τί­στως τα­ξι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η αντί­θε­ση με τον ιμπε­ρια­λι­σμό, είναι η αντί­θε­ση με το κε­φά­λαιο, με την αστι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της είτε αυτοί βρί­σκο­νται στο εσω­τε­ρι­κό είτε στο εξω­τε­ρι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η εθνι­κή κυ­ριαρ­χία αλλά η ρι­ζι­κή ανα­τρο­πή του τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων, είναι η πάλη κοι­νω­νι­κής τάξης ενα­ντί­ον κοι­νω­νι­κής τάξης –και κάθε τάξη έχει στην Ευ­ρώ­πη τους δι­κούς της τα­ξι­κούς συμ­μά­χους.

Για ένα κοινό μεταβατικό πρόγραμμα των αντι-μνημονιακών δυνάμεων

url
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Χάρη σε όσα έγιναν στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, η ταξική συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχει ανέβει πολύ υψηλότερα από τα χρόνια των μνημονίων 1 και 2.

Αυτή η συ­νει­δη­το­ποί­η­ση συ­νέ­νω­σε τις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις σε ένα πρό­πλα­σμα κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας της ερ­γα­σί­ας που είναι αδια­νό­η­το ότι θα μπο­ρού­σε να εκ­προ­σω­πη­θεί από την ηγε­τι­κή ομάδα του ΣYΡΙ­ΖA. Επεί­γει τώρα, λοι­πόν, να συ­στή­σου­με τον νέο πο­λι­τι­κό φορέα που θα εκ­προ­σω­πή­σει αυτό το κοι­νω­νι­κό μπλοκ δυ­νά­με­ων, να συ­γκρο­τή­σου­με τώρα πραγ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις βάσης χτι­σμέ­νες με κρι­τή­ριο τα­ξι­κό, σο­βα­ρό­τη­τα, συ­νέ­πεια και αγω­νι­στι­κό­τη­τα, για να προ­σφέ­ρου­με πο­λι­τι­κή και ορ­γα­νω­τι­κή ισχύ στο αντι­μνη­μο­νια­κό μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων που ποτέ δεν ήταν τόσο αξιό­μα­χο όσο σή­με­ρα (1).

Αυτό όμως απαι­τεί ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο απο­δε­κτό από τις δυ­νά­μεις που είναι κα­ταρ­χάς δια­θέ­σι­μες να συμ­με­τά­σχουν σε ένα τέ­τοιο εγ­χεί­ρη­μα - απαι­τεί ένα κοινό πρό­γραμ­μα.

Το νό­μι­σμα: κε­ντρι­κό στοι­χείο ενός κοι­νού προ­γράμ­μα­τος;

Η ιδέα ότι το νό­μι­σμα και η υπο­τί­μη­ση της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή του ισο­τι­μί­ας μπο­ρεί να είναι για εμάς κάτι πα­ρα­πά­νω από ένα ερ­γα­λείο των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων είναι λαν­θα­σμέ­νη. Στο τέλος των αλ­λα­γών που ενερ­γο­ποιεί μια νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση, το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας μπο­ρεί να έχει αυ­ξη­θεί ή να έχει μειω­θεί, αφού υπάρ­χουν πα­ρά­γο­ντες που ενερ­γο­ποιού­νται από την υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος και έχουν αντί­θε­τα απο­τε­λέ­σμα­τα επί των μι­σθών. Τί­πο­τα δεν υπάρ­χει στο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, στους νό­μους που το διέ­πουν, που να προ­κα­θο­ρί­ζει ποια από τις δύο επι­πτώ­σεις θα είναι η ισχυ­ρό­τε­ρη. Αυτό ισχύ­ει επει­δή η λει­τουρ­γία του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος εν­σω­μα­τώ­νει μιαν αρχή ρι­ζι­κής αβε­βαιό­τη­τας που είναι ο βα­σι­κός κοι­νω­νι­κός αντα­γω­νι­σμός κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας. Αυτός απο­φα­σί­ζει τε­λι­κά εάν θα αυ­ξη­θεί το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας ή εάν θα μειω­θεί μετά από μια νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση. Με άλλα λόγια, απο­φα­σί­ζει το σχε­τι­κό βάρος που ρί­χνουν οι δύο αντα­γω­νι­στι­κές πλευ­ρές, το κε­φά­λαιο και η ερ­γα­σία στη ζυ­γα­ριά του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων (2), Το τε­λι­κό ση­μείο ισορ­ρο­πί­ας των μι­σθών, μετά από μια υπο­τί­μη­ση κα­θο­ρί­ζε­ται λοι­πόν από τον τα­ξι­κό συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων, δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από το νό­μι­σμα κα­θε­αυ­τό (παρά μόνο στο βαθμό που αυτό μπο­ρεί να έχει επί­πτω­ση στον συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας).

Επο­μέ­νως, η υπο­τί­μη­ση ενός νέου εθνι­κού νο­μί­σμα­τος δεν μπο­ρεί να έχει νόημα ως θε­τι­κή κί­νη­ση για τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος παρά μόνον εάν εντα­χθεί σε ένα οι­κο­νο­μι­κό, κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα που θα επι­διώ­κει, με­τα­ξύ άλλων, την ενί­σχυ­ση της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής δύ­να­μης των μι­σθω­τών με αναρ­ρύθ­μι­ση της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας και αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα και στο κοι­νω­νι­κό κρά­τος.

Αυτό που κα­θο­ρί­ζει, λοι­πόν, το νόημα και το πο­λι­τι­κό πρό­ση­μο μιας νο­μι­σμα­τι­κής υπο­τί­μη­σης είναι το πρό­γραμ­μα που τη συ­νο­δεύ­ει. Η δια­πί­στω­ση αυτή δεν ισχύ­ει μόνο για τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος αλλά και για την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­διάρ­θρω­ση:

Στη μα­κρο­χρό­νια διάρ­κεια, η νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση εν­δέ­χε­ται να μη βελ­τιώ­σει το εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο εάν δεν υπάρ­ξει πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση (3). Η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος είναι ένα ερ­γα­λείο με το οποίο «αγο­ρά­ζεις» χρόνο μιας δε­κα­ε­τί­ας για να αλ­λά­ξεις την πο­ρεία της συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου, τη δομή του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος, τους θε­σμούς της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας, τη λει­τουρ­γία των αγο­ρών προ­ϊ­ό­ντων, τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος, τα προ­ϊ­ό­ντα που πα­ρά­γεις κ.λπ., κα­τα­βάλ­λο­ντας για αυτό το χρο­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο το τί­μη­μα να πλη­ρώ­νεις ακρι­βό­τε­ρα τα προ­ϊ­ό­ντα που ει­σά­γεις από άλλες χώρες (4). Αυτή η ανταλ­λα­γή βαθ­μών ελευ­θε­ρί­ας στην άσκη­ση πο­λι­τι­κής ένα­ντι ακρι­βό­τε­ρων ει­σα­γο­μέ­νων δη­μιουρ­γεί ένα πα­ρά­θυ­ρο ευ­και­ρί­ας για με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα, τις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής και δια­νο­μής του προ­ϊ­ό­ντος, έτσι ώστε στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας να έχου­με ως χώρα ισο­σκε­λι­σμέ­νο εξω­τε­ρι­κό εμπο­ρι­κό ισο­ζύ­γιο αγα­θών και υπη­ρε­σιών έχο­ντας ταυ­το­χρό­νως και υψηλό επί­πε­δο ει­σο­δή­μα­τος. Η ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος δεν μπο­ρεί να υπο­στη­ρί­ξει παρά μόνον το ση­με­ρι­νό επί­πε­δο του ΑΕΠ των 180 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων ευρώ ή ίσως ένα ει­σό­δη­μα της τάξης των 200 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων εάν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί πλή­ρως το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που σή­με­ρα αργεί (το ΑΕΠ του 2008 ήταν 240 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια).

Εν κα­τα­κλεί­δι, η νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση κα­θε­αυ­τή δεν ανοί­γει μια βα­σι­λι­κή οδό προς την οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη και την κοι­νω­νι­κή πρό­ο­δο, ούτε οδη­γεί στο χάος και την κα­τα­κρή­μνι­ση των μι­σθών, αλλά ανοί­γει ένα πα­ρά­θυ­ρο ευ­και­ρί­ας για τις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις και τους συμ­μά­χους τους να ανα­συ­γκρο­τή­σουν το πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα και τους θε­σμούς στη βάση των αξιών της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς και των ορα­μά­των της για το σο­σια­λι­σμό.

Η ιδέα, λοι­πόν, ότι το νό­μι­σμα και η συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή του ισο­τι­μία μπο­ρεί να είναι για εμάς κάτι πα­ρα­πά­νω από ένα ερ­γα­λείο των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων είναι λαν­θα­σμέ­νη, και σαν τέ­τοια δεν μπο­ρεί να απο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό κα­θο­ρι­σμό του προ­γράμ­μα­τος μιας νέας πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης που θα συ­γκε­ντρώ­σει τώρα τις αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις. Ούτε μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζε­ται, η ιδέα αυτή, ως η προ­με­τω­πί­δα του προ­γράμ­μα­τος, διότι θα λει­τουρ­γεί πα­ρα­πλα­νη­τι­κά καλ­λιερ­γώ­ντας την δια­δε­δο­μέ­νη πλάνη ότι το «νό­μι­σμα είναι το ζή­τη­μα». Αυτό δεν πρέ­πει να γίνει ακόμη και εάν η πλάνη συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα επι­στη­μο­νι­κά και πο­λι­τι­κά επαρ­κές σχέ­διο επι­τυ­χούς με­τά­βα­σης από το ευρώ σε ένα νέο εθνι­κό νό­μι­σμα.

Διότι το ζή­τη­μα δεν είναι το νό­μι­σμα, αλλά το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα στο οποίο θα εν­σω­μα­τω­θεί. Εάν το πρό­γραμ­μα είναι π.χ. του Σόι­μπλε, τότε η υπο­τί­μη­ση του νέου νο­μί­σμα­τος θα συ­νο­δεύ­ε­ται από μεί­ω­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας και θα ανοί­γει στο δρόμο σε μια πα­ρα­γω­γι­κή ανα­διάρ­θρω­ση που θα υλο­ποιεί την υπο­τα­γή της ερ­γα­σί­ας στο κε­φά­λαιο με τους χει­ρό­τε­ρους όρους. Εάν είναι ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα που ανοί­γει το δρόμο σε ρι­ζο­σπα­στι­κές αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές αλ­λα­γές στην οι­κο­νο­μία και την κοι­νω­νία, τότε η υπο­τί­μη­ση του νέου νο­μί­σμα­τος θα συ­νο­δεύ­ε­ται από αύ­ξη­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας, από αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ανα­διάρ­θρω­ση του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος και από με­τα­σχη­μα­τι­σμό των θε­σμών που θα ανα­βαθ­μί­ζουν τη θέση των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων και θα τους ανοί­γουν το δρόμο για να κα­τα­κτή­σουν την πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία με τις ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις τους.

Βε­βαί­ως, το ζή­τη­μα του νο­μί­σμα­τος έχει και άλλες πλευ­ρές, για τις οποί­ες όμως συ­ζη­τώ­ντας τες θα φτά­να­με μάλ­λον εύ­κο­λα στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα, δη­λα­δή ότι το νό­μι­σμα κα­θε­αυ­τό δεν λύνει ικανό αριθ­μό προ­βλη­μά­των ώστε να τεθεί στο κέ­ντρο του προ­γράμ­μα­τος ή να γίνει η προ­με­τω­πί­δα του.

Εάν έτσι έχουν τα πράγ­μα­τα, ακόμη και η πρώτη απεύ­θυν­ση προς την κοι­νω­νία, όποιου πο­λι­τι­κού σχή­μα­τος θε­λή­σει να ση­κώ­σει την πε­σμέ­νη ση­μαία της Αρι­στε­ράς μέσα στις επό­με­νες ημέ­ρες ή εβδο­μά­δες, δεν μπο­ρεί παρά να ανα­φέ­ρε­ται σε ένα κοινό πρό­γραμ­μα αλ­λα­γών στο οποίο το νό­μι­σμα οφεί­λει να έχει τη θέση του ως ερ­γα­λείο πο­λι­τι­κής και όχι ως κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο (ιδιαί­τε­ρα όχι ως μα­γι­κή λύση). Αυτό βε­βαί­ως δεν ση­μαί­νει ότι το κοινό πρό­γραμ­μα δεν πρέ­πει να ανα­φέ­ρε­ται στην ανα­πό­φευ­κτη ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη ως προ­ϋ­πό­θε­ση για την ανα­τρο­πή της πο­λι­τι­κής της λι­τό­τη­τας και του κα­νι­βα­λι­σμού του κε­φα­λαί­ου.

Το κενό πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης και το κοινό με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα

Αυτό βέ­βαια μας οδη­γεί ανα­πό­φευ­κτα στο ερώ­τη­μα ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μπο­ρεί και πρέ­πει να έχει αυτό το κοινό πρό­γραμ­μα. Είναι πι­θα­νό­τα­τα προ­φα­νές σε όλους μας ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς θα πρέ­πει να επε­ξερ­γα­στούν από κοι­νού ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο το οποίο στη συ­νέ­χεια και θα ανα­λά­βουν να υπη­ρε­τή­σουν κά­νο­ντας χρήση μιας ορ­γα­νω­τι­κής δομής που θα εξυ­πη­ρε­τεί ακρι­βώς αυτά τα κα­θή­κο­ντα. Μια τέ­τοια δια­δι­κα­σία, ωστό­σο, διαρ­κεί πολύ, και βρί­σκε­ται σε ανα­ντι­στοι­χία με το βραχύ χρόνο της πο­λι­τι­κής, που απαι­τεί να υπάρ­ξει αμέ­σως μια προ­γραμ­μα­τι­κή απεύ­θυν­ση προς την κοι­νω­νία. Αυτό το χάσμα ανά­με­σα στην ανά­γκη να δια­μορ­φώ­σου­με ένα νέο ολο­κλη­ρω­μέ­νο πρό­γραμ­μα (και να μην ανα­κυ­κλώ­σου­με απλώς το πρό­γραμ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) και στην ανά­γκη μιας άμε­σης προ­γραμ­μα­τι­κής απεύ­θυν­σης προς την κοι­νω­νία, δεν μπο­ρεί να λυθεί με πολ­λούς τρό­πους: Πρέ­πει σε πολύ μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα να εντο­πί­σου­με τις γε­νι­κές κα­τευ­θύν­σεις ενός κοι­νού με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος απα­ντώ­ντας στο βα­σι­κό ερώ­τη­μα: Τι ακρι­βώς αντι­προ­σω­πεύ­ει άραγε η νίκη του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος αφού όλοι μας συμ­φω­νού­με ότι αυτή θα είναι στο εξής η ανα­πό­φευ­κτη κοι­νω­νι­κή ανα­φο­ρά μας; Ερώ­τη­ση που εύ­κο­λα με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται στην ερώ­τη­ση ποια είναι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία σή­με­ρα.

Το δη­μο­ψή­φι­σμα του Ιου­λί­ου ήταν η πο­λι­τι­κή σύ­γκρου­ση δύο κό­σμων, του λαού της ιδιο­κτη­σί­ας και του λαού της ερ­γα­σί­ας, του κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου και ενός κοι­νω­νι­κού συ­να­σπι­σμού των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων που εμ­φα­νί­στη­κε για πρώτη φορά μετά τον Εμ­φύ­λιο ως ένα δυ­νη­τι­κά νέο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας αντα­γω­νι­στι­κό προς το κε­φά­λαιο και έχει στον πυ­ρή­να του συ­γκε­κρι­μέ­νες, αριθ­μη­τι­κά υπέρ­τε­ρες, κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: τους ανέρ­γους, τη νε­ο­λαία και τους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου τομέα, και πάνω από όλους τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα (5). Το συ­γκρό­τη­μα των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, είδαν χάρη στο δη­μο­ψή­φι­σμα διά γυ­μνού οφθαλ­μού τον «εχθρι­κό λαό», το άρχον κοι­νω­νι­κό συ­γκρό­τη­μα, ενω­μέ­νο από το τα­ξι­κό τους μίσος και το ιδε­ο­λο­γι­κό τσι­μέ­ντο της ιδιο­κτη­σί­ας, του κε­φα­λαί­ου και της απλη­στί­ας, να αγω­νί­ζε­ται σαν ένας και μο­να­δι­κός άν­θρω­πος, σαν ένα και μο­να­δι­κό πρό­σω­πο, για να θε­με­λιώ­σει το δι­καί­ω­μα του πλού­του του πάνω στις ζωές μας. Σχη­μα­τί­στη­κε, έτσι, χάρη στη θέα του γυ­μνού τέ­ρα­τος, αυτό το πρό­πλα­σμα κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας της ερ­γα­σί­ας, αυτός ο κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός μάχης που συ­γκρο­τή­θη­κε στη μακρά πο­ρεία μέσα από την έρημο της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής και απέ­κτη­σε ευ­διά­κρι­το πρό­σω­πο στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος. Είδε στη συ­νέ­χεια τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του Αλέξη Τσί­πρα και τη στάση των ηγε­τι­κών κύ­κλων της Ευ­ρώ­πης και έφτα­σε στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι χωρίς σύ­γκρου­ση με την Ευ­ρω­ζώ­νη δεν μπο­ρού­με να βελ­τιώ­σου­με στοι­χειω­δώς τις ζωές μας.

Είναι ένας ολό­κλη­ρος λαός, ο δικός μας τα­ξι­κός λαός, που δεν μπο­ρεί, στην πλειο­ψη­φία του, να έχει καμιά σχέση ούτε με την πο­λι­τι­κή αντί­λη­ψη ούτε με την ιδε­ο­λο­γία της ηγε­τι­κής ομά­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Η με­τα­τό­πι­ση της κυ­βέρ­νη­σης και της ηγε­τι­κής ομά­δας του κόμ­μα­τος προς τα δεξιά έχουν ενερ­γο­ποι­ή­σει δια­δι­κα­σί­ες διάρ­ρη­ξης των σχέ­σε­ων εκ­προ­σώ­πη­σης που δια­τη­ρού­σε το κόμμα με αυτές τις κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις. Η διάρ­ρη­ξη των δε­σμών του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ με τις κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, με­ρί­δες τά­ξε­ων, κοι­νω­νι­κές ομά­δες που συ­γκρο­τούν το πρό­πλα­σμα ενός νέου κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών τά­ξε­ων, έχει προ­φα­νώς αρ­χί­σει και θα συ­νε­χί­ζε­ται στο βαθμό που η κυ­βέρ­νη­ση θα εφαρ­μό­ζει το μνη­μό­νιο Τσί­πρα. Στον αδυ­σώ­πη­το κοι­νω­νι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γε­ται μέσα στην κρίση ανά­με­σα στις συ­ντε­ταγ­μέ­νες, συ­νει­δη­τές και επι­θε­τι­κές δυ­νά­μεις της ιδιο­κτη­σί­ας, του κε­φα­λαί­ου, του γυ­μνού χρή­μα­τος στην Ελ­λά­δα και στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης, και σε όσους ζουν ή προ­σπα­θούν να ζή­σουν από την ερ­γα­σία τους, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ του αρι­στε­ρού ευ­ρω­παϊ­σμού επέ­λε­ξε την αλ­λα­γή τα­ξι­κού στρα­το­πέ­δου.

Έτσι, υπάρ­χει αυτήν τη στιγ­μή, ένα κενό πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης: οι δε­σμοί που έδε­ναν σε ενιαία κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χία τά­ξεις και με­ρί­δες τά­ξε­ων που ανα­γνώ­ρι­ζαν στη στρα­τη­γι­κή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το συμ­φέ­ρον τους, και στο όραμά του για το γε­νι­κό συμ­φέ­ρον την προ­σω­πι­κή ή τη συλ­λο­γι­κή τους μοίρα, διαρ­ρη­γνύ­ο­νται και αφή­νουν «ορ­φα­νά» τα ση­μεία πρόσ­δε­σης της πο­λι­τι­κής στην κοι­νω­νία της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, της ανερ­γί­ας και της νε­ο­λαί­ας. Οι πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις που φι­λο­δο­ξούν να εκ­προ­σω­πή­σουν τώρα αυτήν την κοι­νω­νία, θα πρέ­πει να προσ­δε­θούν στα ση­μεία υπο­δο­χής που προ­σφέ­ρει - και αυτά τα ση­μεία έχουν κυ­ρί­ως τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα.

Με το παλιό καλό λε­ξι­λό­γιο της μαρ­ξι­στι­κής μας πα­ρά­δο­σης, η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θεί, και όπως μας έδει­ξε το δη­μο­ψή­φι­σμα να αγω­νι­στεί και για ρι­ζι­κές αλ­λα­γές.

Από αυτά τα δε­δο­μέ­να απορ­ρέ­ει και η γε­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση και ο χα­ρα­κτή­ρας που μπο­ρεί και πρέ­πει να έχει το κοινό πρό­γραμ­μα των αντι­μνη­μο­νια­κών δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς:

Η κα­τεύ­θυν­ση δεν μπο­ρεί παρά να είναι αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή και ο χα­ρα­κτή­ρας του προ­γράμ­μα­τος δεν μπο­ρεί παρά να είναι με­τα­βα­τι­κός - πρέ­πει να είναι με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα με την λε­νι­νι­στι­κή έν­νοια του όρου, δη­λα­δή ένα πρό­γραμ­μα απο­τε­λού­με­νο από στό­χους, μέτρα οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά, δέ­σι­μο κοι­νω­νι­κών συμ­μα­χιών και πο­λι­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες που θα συν­δέ­ο­νται με απώ­τε­ρους αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κούς στρα­τη­γι­κούς στό­χους και θα θέ­τουν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την επί­τευ­ξή τους καθώς η ίδια η πείρα του νέου, δυ­νη­τι­κού κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών τά­ξε­ων θα δεί­χνει ότι η ρήξη σή­με­ρα με την Eυ­ρω­ζώ­νη και αύριο με το σύ­στη­μα είναι ανα­γκαία για να μη ζή­σου­με σαν δού­λοι.

(1) βλ. ανα­λυ­τι­κά στο άρθρο “Reload” στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά, τεύ­χος 341, 22 Ιου­λί­ου 2015 (http://​dea.​org.​gr/​reload)

(2) βλ. ανα­λυ­τι­κά στο άρθρο «Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις» στο rproject (http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis)

(3) Η υπο­τί­μη­ση επη­ρε­ά­ζει και τις τιμές των ει­σα­γό­με­νων πρώ­των υλών, κε­φα­λαιου­χι­κού εξο­πλι­σμού, εν­διά­με­σων προ­ϊ­ό­ντων που χρη­σι­μο­ποιού­νται για την πα­ρα­γω­γή των εγ­χώ­ριων και μέσω αυτών επη­ρε­ά­ζει αυ­ξη­τι­κά το κό­στος πα­ρα­γω­γής και σε κά­ποιο μι­κρό­τε­ρο βαθμό τις τιμές των εγ­χώ­ριων προ­ϊ­ό­ντων που δια­τί­θε­νται στην εσω­τε­ρι­κή αγορά. Δη­μιουρ­γού­νται έτσι δια­δο­χι­κά κύ­μα­τα αυ­ξή­σε­ων κατά τα έτη που ακο­λου­θούν την υπο­τί­μη­ση, οι οποί­ες όμως βαί­νουν μειού­με­νες. Σε βάθος χρό­νου, ίσως σε οκτώ ή δέκα χρό­νια, το άθροι­σμα αυτών των αυ­ξή­σε­ων μπο­ρεί ακόμη και να ισού­ται με το πο­σο­στό της υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος. Επο­μέ­νως, το κα­θα­ρά νο­μι­σμα­τι­κό όφε­λος από την υπο­τί­μη­ση σε βάθος χρό­νου μπο­ρεί να είναι πολύ μικρό. Το με­γά­λο όφε­λος όμως είναι ότι κερ­δί­ζου­με χρόνο για να κά­νου­με αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που μειώ­νουν το εξω­τε­ρι­κό έλ­λειμ­μα σε μό­νι­μη βάση.

(4) Μα­κρο­πρό­θε­σμα δη­λα­δή, μόνον ανε­βά­ζο­ντας την ποιό­τη­τα των προ­ϊ­ό­ντων και πα­ρά­γο­ντας νέες ποι­κι­λί­ες ήδη υπαρ­χό­ντων προ­ϊ­ό­ντων, υπο­κα­θι­στώ­ντας με­γά­λες ει­σα­γω­γές όπως το πε­τρέ­λαιο από ανα­νε­ώ­σι­μες πηγές ενέρ­γειας και το ιδιω­τι­κό αυ­το­κί­νη­το από μο­ντέρ­να μέσα με­τα­φο­ράς κ.λπ., ανα­πτύσ­σο­ντας νέες πα­ρα­γω­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες κ.λπ. είναι δυ­να­τό να δια­σφα­λί­σου­με ότι θα μειω­θεί το εμπο­ρι­κό έλ­λειμ­μα αγα­θών και υπη­ρε­σιών.

(5) Από τους οποί­ους θα πρέ­πει να εξαι­ρέ­σου­με την διευ­θυ­ντι­κή με­ρί­δα απα­σχο­λου­μέ­νων, των προϊ­στα­μέ­νων και των στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού τομέα που δή­λω­σαν αυ­το­προ­σώ­πως ή διά επι­φα­νών εκ­προ­σώ­πων τους στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, στις επι­χει­ρή­σεις, στην τη­λε­ό­ρα­ση και στις δια­δη­λώ­σεις, ότι στην πλειο­νό­τη­τά τους συ­στρα­τεύ­ο­νται με τον κόσμο του κε­φα­λαί­ου και των κοι­νω­νι­κών συμ­μά­χων του, με τον κόσμο του «μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη».

Η αλήθεια για τις νομισματικές υποτιμήσεις

banner10
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Εκστρατεία για να ενημερωθούμε σχετικά με τις καταστροφικές επιπτώσεις που θα είχε στα εισοδήματα μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει ο κ. Μάρδας, και λέει πάνω-κάτω ό,τι και ο κ. Κουτσούμπας του ΚΚΕ. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μάρδας ισχυρίζεται ότι μια υποτίμηση της νέας δραχμής θα οδηγούσε σε μείωση του πραγματικού εισοδήματός της χώρας, ενώ σύμφωνα με τον κ. Κουτσούμπα, που είναι πιο ταξικός, η υποτίμηση θα οδηγούσε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων τάξεων ειδικά. Αυτούς τους ισχυρισμούς τους εμφανίζουν δε ως μια ακόμη περίπτωση TINA, δεν-υπάρχει-εναλλακτική-λύση: άπαξ και κάνεις υποτίμηση του εθνικού σου νομίσματος, οπωσδήποτε έχασες εισόδημα. Μονόδρομος.

Ωστόσο, αυτό που διηγούνται οι δύο πολιτικοί μας (δηλαδή η μείωση της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων είτε των μισθών εξαιτίας μιας νομισματικής υποτίμησης) είναι απλώς το πρώτο βήμα σε μια αρκετά μακρά αλυσίδα οικονομικών επιπτώσεων, το πρώτο βήμα σε ένα αρκετά μακρύ μονοπάτι αποτελεσμάτων, αναδράσεων, διακλαδώσεων και ανοιχτών δυνατοτήτων - διότι η καπιταλιστική οικονομία είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, δεν λειτουργεί υπό το καθεστώς «μια αιτία φέρνει ένα αποτέλεσμα και τελειώσαμε», είναι ένα σύνολο μεγεθών που συνδέονται μεταξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέσεων αιτιότητας. Έτσι, όταν αλλάζει ένα μέγεθος (π.χ. η συναλλαγματική ισοτιμία) η οικονομία υφίσταται μια διαταραχή που γίνεται το σημείο εκκίνησης σειράς επιπτώσεων που διαχέονται στο οικονομικό κύκλωμα μέσω διάφορων καναλιών. Αυτή η πολυπλοκότητα του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος αποκλείει κάθε είδους ΤΙΝΑ, πολύ περισσότερο που η λειτουργία του ενσωματώνει και μια αρχή ριζικής αβεβαιότητας που είναι ο βασικός κοινωνικός ανταγωνισμός κεφαλαίου - εργασίας.

Αλλά ας πλησιάσουμε πιο κοντά στο αντικείμενό μας.

Όταν έχουμε υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος, πράγματι, ένα δευτερόλεπτο μετά η αγοραστική δύναμη του ΑΕΠ να αγοράσει ξένα προϊόντα μειώνεται αναλογικά, και το ίδιο ισχύει για τους μισθούς. Είναι αυτό το πρώτο βήμα στο οποίο αναφέρονται οι δύο πολιτικοί μας, αγνοώντας ότι έτσι μπαίνουμε σε ένα μονοπάτι που έχει μάλιστα και διακλαδώσεις:

Υποθέτοντας ότι η υποτίμηση θα πραγματοποιηθεί σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, σαν τη σημερινή, θα πρέπει να περιμένουμε, και μάλιστα σύντομα, μιαν αύξηση στη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και μια μείωση στις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων (και όχι αυξήσεις των εγχωρίων τιμών [1]). Αυτό θα έχει αποτέλεσμα τη βελτίωση [2] του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών της χώρας (που είναι η διαφορά εξαγωγών - εισαγωγών). Από το σημείο αυτό ξεκινούν δύο αλυσίδες επιπτώσεων:

Πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων: πώς και πόσο η υποτίμηση θα μειώσει την αγοραστική δύναμη των μισθών

Η πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων αφορά στη συναλλαγματική ισοτιμία:

Όσο θα βελτιώνεται το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών υπό την επίδραση των ευνοϊκότερων τιμών των προϊόντων, τόσο θα ενισχύεται το εθνικό νόμισμα μέσα από το παιχνίδι των χρηματιστικών αγορών και τόσο η αρχική υποτίμηση θα τείνει να περιοριστεί. Στο τέλος της διαδικασίας η ισοτιμία θα ισορροπήσει στο σημείο εκείνο που αντιστοιχεί στην παραγωγική ισχύ της χώρας και στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της (κάτι που παρεμπιπτόντως σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν είναι απλώς «υπόθεση των καπιταλιστών» αλλά και υπόθεση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, όπως είναι και η παραγωγική ανασυγκρότηση - αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη ιστορία). Μετά από την αρχική υποτίμηση, λοιπόν, που θα είναι πολύ μεγάλη, θα ακολουθήσει μια περίοδος προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα καταλήξει σε μια τελική απώλεια, της οποίας το μέσο εκτιμώμενο μέγεθος, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, είναι της τάξης του 15%. Αυτό θα είναι το μέγεθος της μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, για ένα νοικοκυριό μισθωτών του οποίου το καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που είναι αναγκαίο για τη διαβίωσή του περιλαμβάνει 30% εισαγόμενα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης θα ανέρχεται σε 4,5%. Εάν μάλιστα αποφασίσει να υποκαταστήσει κάποια εισαγόμενα με εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνσή του θα είναι μικρότερη. Σε βάθος δεκαετίας θα υπάρξουν και άλλες μειώσεις, οι οποίες όμως θα βαίνουν μειούμενες. Αυτό, είναι η πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων στην αγοραστική δύναμη εξαιτίας της υποτίμησης, αλλά δεν είναι η μοναδική.

Δεύτερη αλυσίδα επιπτώσεων: πώς και πόσο η υποτίμηση θα αυξήσει την αγοραστική δύναμη των μισθών

Ας πάμε τώρα ξανά στο σημείο διακλάδωσης που αφήσαμε πίσω μας, στο σημείο όπου η υποτίμηση είχε συμβεί και είχε καταστήσει ακριβά τα εισαγόμενα και φθηνά τα εγχώρια προϊόντα μας (αγαθά και υπηρεσίες), για να ακολουθήσουμε το δεύτερο κανάλι επιπτώσεων. Το κανάλι αυτό είναι της απασχόλησης και των μισθών. Φθηνότερα εγχώρια προϊόντα και ακριβότερες εισαγωγές οδηγούν σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης, και πριν προλάβει να περάσει ένα ολόκληρο έτος, η αύξηση αυτή μετατρέπεται σε μεγέθυνση της παραγωγής, του ΑΕΠ. Οι επιχειρήσεις, έχοντας άφθονο αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό και βλέποντας το βιβλίο των παραγγελιών τους να γεμίζει, θα προχωρήσουν σε προσλήψεις για να αυξήσουν την παραγωγή τους. Θα δούμε τότε την απασχόληση να αυξάνεται, και θα φθάσουμε έτσι σε ένα σημείο διακλάδωσης από το οποίο ξεκινούν άλλα πάλι μονοπάτια επιπτώσεων.

Ας διασχίσουμε ένα από αυτά αφήνοντας τα υπόλοιπα για μιαν άλλη φορά: Όταν είναι αυξημένη η απασχόληση, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έναντι των επιχειρήσεων επειδή η αύξηση της απασχόλησης συνήθως συνοδεύεται από μείωση της ανεργίας, και σαν αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται. Έτσι, στο αρνητικό αποτέλεσμα που είχε η υποτίμηση του νομίσματος, και για την οποία ομιλούν οι δύο πολιτικοί μας, θα πρέπει να προσθέσουμε τώρα μια θετική επίπτωση που προέρχεται από το γεγονός ότι η ανεργία μειώθηκε και προκάλεσε αύξηση των πραγματικών μισθών, δηλαδή της αγοραστικής δύναμης των μισθών.[3]

Κάνοντας το άθροισμα, βρίσκουμε την πάλη των τάξεων

Στο τέλος της διαδικασίας αυτής, όπου θα έχει επέλθει ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας μπορεί να έχει αυξηθεί ή να έχει μειωθεί, αφού υπάρχουν παράγοντες που ενεργοποιούνται από την υποτίμηση του νομίσματος και έχουν αντίθετα αποτελέσματα επί των μισθών: μερικοί από αυτούς ευνοούν την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών και άλλοι τη μείωσή τους. Όπως είδαμε προηγουμένως, υπάρχει μια αλυσίδα επιπτώσεων που οδηγεί σε μείωση του πραγματικού μισθού και μια άλλη που οδηγεί σε αύξηση. Τίποτα δεν υπάρχει στο οικονομικό σύστημα, στους νόμους που το διέπουν, που να προκαθορίζει ποια από τις δύο επιπτώσεις είναι η ισχυρότερη. Δεν υπάρχει, λοιπόν, η ΤΙΝΑ των κκ. Μάρδα και Κουτσούμπα, υπάρχει απλώς απροσδιοριστία.

Αλλά τότε ποιος αποφασίζει τελικά εάν θα αυξηθεί το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας ή εάν θα μειωθεί; Το σχετικό βάρος που ρίχνουν οι δύο ανταγωνιστικές πλευρές, το κεφάλαιο και η εργασία στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων: Η αύξησή της αγοραστικής δύναμης των μισθών θα είναι ευθέως ανάλογη της προστασίας που θα παρέχουν οι θεσμοί της αγοράς εργασίας στους μισθωτούς, ανάλογη του βαθμού κάλυψης των μισθωτών από συλλογικές συμβάσεις, του βαθμού αποτελεσματικής λειτουργίας της Επιθεώρησης Εργασίας και γενικότερα ολόκληρου του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας είναι η αποκρυστάλλωση του παρόντος και του παρελθόντος συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, είναι οι κανόνες με τους οποίους ορίζεται με ποιο τρόπο και με ποιους όρους θα πωλείται και θα καταναλώνεται η εργασιακή δύναμη των εργαζόμενων τάξεων από τους κεφαλαιοκράτες. Για τους λόγους αυτούς, το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας αποτελεί κατεξοχήν τόπο ταξικού ανταγωνισμού και έχει στρατηγική σημασία για κάθε μεταβατικό πρόγραμμα της Αριστεράς.

Οι ολέθριες επιπτώσεις, λοιπόν, της νέας δραχμής στο εισόδημα των εργαζόμενων τάξεων υπάρχουν μόνον μέσα στο μυαλό του κ. Κουτσούμπα. Αλλά και οι ολέθριες επιπτώσεις μιας υποτίμησης της νέας δραχμής στο ΑΕΠ υπάρχουν μόνο στο μυαλό του κ. Μάρδα, διότι στην αρχική αρνητική επίπτωση επί της δύναμης του ΑΕΠ να αγοράζει εισαγόμενα προϊόντα, που βλέπει ο υπουργός, θα πρέπει να προσθέσει και τη θετική επίπτωση στο πραγματικό ΑΕΠ από τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών - και αυτήν δεν τη βλέπει (ή εάν τη βλέπει, δεν την υπολογίζει σωστά).

Η διεθνής ιστορική εμπειρία δείχνει πάντως ότι το τελικό επίπεδο παραγωγής συνήθως είναι υψηλότερο από αυτό που υπήρχε πριν την υποτίμηση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσαρμογή της οικονομίας που πυροδοτείται από την ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος ολοκληρώνεται στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια και προλαβαίνει να επιδράσει θετικά στη συσσώρευση κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας. Αλλάζει δηλαδή την πορεία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.


[1] Σε αυτή τη φάση της ύφεσης, οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονται να ανακτήσουν χαμένα μερίδια αγοράς και δεν αυξάνουν τις τιμές τους. Στην χειρότερη περίπτωση, θα μεταφέρουν ένα σχετικά μικρό μέρος από την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές.

[2] Αυτό συμβαίνει υπό όρους, οι οποίοι όμως, όπως δείχνουν οι οικονομετρικές εκτιμήσεις, πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδας όπου υπάρχουν αρκούντως υψηλές ελαστικότητες των εξαγωγών και των εισαγωγών ως προς τις τιμές.

[3] Αυτή η διαδικασία, μείωσης της ανεργίας και αύξησης των μισθών θα συνεχίζεται έως ότου η αύξηση της παραγωγής μειώσει σημαντικά το αχρησιμοποίητο κεφάλαιο, το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό που έχουν οι εργοδότες. Όταν συμβεί αυτό, οι επιχειρήσεις δέχονται πολλές παραγγελίες σε σχέση με αυτές που μπορούν να ικανοποιήσουν, βρίσκονται λοιπόν σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση έναντι των πελατών τους και αυξάνουν τις τιμές τους. Με τον τρόπο αυτόν, κάνοντας πιο ακριβά τα προϊόντα τους, θα βάλουν ένα τέλος στις αυξήσεις των πραγματικών μισθών. Θα βάλλουν εξάλλου τέλος και στην βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου και στις αλλαγές της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής, που θα έχει φτάσει στην "συναλλαγματική ισοτιμία ισορροπίας ταξικών δυνάμεων".

Reload

kokkinisimaia_2
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Το μνημόνιο Τσίπρα-Τσακαλώτου είναι το reload ενός οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού παιχνιδιού του οποίου οι πίστες είναι λίγο-πολύ γνωστές από τα προηγούμενα πέντε χρόνια οικονομικής ύφεσης, εξαθλίωσης της κοινωνίας και ανασυγκρότησης των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Μόνο που σε αυτόν τον τρίτο γύρο, ο ένας από τους δύο παίκτες, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, εισέρχεται στο παιχνίδι με ένα επίπεδο συνείδησης και πολιτικών δεξιοτήτων που είναι σαφώς ανώτερο από αυτό που διέθετε στον πρώτο και στον δεύτερο γύρο (που ξεκίνησαν το 2010 και το 2012 αντίστοιχα).

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το ίδιο ισχύει και για τον άλλο παίκτη, τις μνημονιακές δυνάμεις (κρατική εξουσία, φορείς της οικονομικής πολιτικής, δυνάμεις καταστολής, μαζικά μέσα προπαγάνδας κ.λπ.). Αναμφισβήτητα, αμφότεροι οι παίκτες απέκτησαν γνώσεις και δεξιότητες στη διάρκεια του πρώτου γύρου, πλην όμως σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας.

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις κατά την εκκίνηση είχαν πολύ περιορισμένη συνείδηση των όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν, και πολύ μικρές γνώσεις και δεξιότητες για όσα θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσουν. Οι μνημονιακές δυνάμεις, αντιθέτως, με τα κόμματά τους, τους κρατικούς μηχανισμούς, κατασταλτικούς ή ιδεολογικούς, με τις επιχειρήσεις τους (που όλοι τώρα γνωρίζουμε ότι δεν είναι μόνο χώροι παραγωγής αλλά και οργάνωσης της αστικής εξουσίας και πολιτικής επιβολής), με τα τηλεοπτικά κανάλια τους, και γενικά με όλες τις άλλες μορφές οργάνωσης των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων, είχαν εισέλθει στον αγώνα κατά πολύ πιο προετοιμασμένες, με σαφέστατη υπεροπλία ιδεολογική και κατασταλτική.

Ο συσχετισμός δυνάμεων, όμως, δεν είναι τώρα ο ίδιος. Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, όχι μόνον οι πολιτικές αλλά και οι κοινωνικές, έχουν μειώσει κατά πολύ την απόστασή τους από το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Αυτό συνέβη επειδή οι κοινωνικοί αγώνες λειτουργούν ως διαδικασία εκμάθησης. Ακριβώς όπως συμβαίνει με κάθε επαναλαμβανόμενη πρακτική, που μπορεί να είναι μια εργασιακή διαδικασία για την παραγωγή ενός προϊόντος, ένα παιχνίδι δεξιοτήτων ή γνώσεων, μια διαδικασία ένταξης σε ένα κοινωνικό περιβάλλον (δηλαδή μια διαδικασία κοινωνικοποίησης), η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου ή η άσκηση μιας αθλητικής δραστηριότητας, έτσι και οι συνδικαλιστικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες εκπαιδεύουν μέσα από την πρακτική όσους συμμετέχουν (που αποκτούν έτσι γνώσεις και δεξιότητες σχετικές με το αντικείμενο της εκάστοτε πρακτικής). Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι με κάθε επανάληψη μιας πρακτικής βελτιώνονται οι γνώσεις μας και οι δεξιότητές μας, πλην όμως βελτιώνονται ταχύτερα στα πρώτα στάδια της διαδρομής, στη διάρκεια των πρώτων επαναλήψεων, όταν δηλαδή είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στην παρούσα κατάσταση των γνώσεων και των δεξιοτήτων μας και στην τελική, βέλτιστη κατάσταση που μπορούμε να φτάσουμε. Έτσι, σε κάθε «παιχνίδι», σε κάθε επαναλαμβανόμενη πρακτική, ο πιο αδέξιος παίκτης, ο πιο «άσχετος», προοδεύει ταχύτερα από τον πιο επιδέξιο, έως ότου ο μαθητευόμενος κάποια στιγμή να φτάσει το μάστορα.

Έτσι λοιπόν και στην περίπτωσή μας, οι αντιμνημονιακές μάζες, οι κοινωνικές τάξεις και οι μερίδες τους, οι αντιμνημονιακές κοινωνικές και πολιτικές συλλογικότητες, διαθέτουν πλέον συλλογική ευφυΐα, η οποία εμπλουτίστηκε από τις διάφορες μορφές κοινωνικής πρακτικής. Από τις μορφές αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης στις γειτονιές, την απόκρουση των μνημονιακών ιδεολογημάτων και τους τρόπους αντιμετώπισης της αστυνομικής βίας έως την οργάνωση της άμυνας στις εργοδοτικές αυθαιρεσίες και την οργάνωση των επιχειρημάτων μας, οι δυνάμεις μας πλέον ξεκινούν τον τρίτο γύρο αντιμνημονιακών αγώνων από ισχυρότερη ανταγωνιστική θέση.

Η απόκρουση των επιθέσεων της κυβέρνησης Τσίπρα (και όποιας άλλης προκύψει σε λίγο) αυτήν τη φορά θα είναι ισχυρότερη και ταχύτερη, ακριβώς επειδή η γενική διάνοια, η συλλογική ευφυΐα των αντιμνημονιακών δυνάμεων βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο της συλλογικής αντιμνημονιακής ευφυΐας αποκτήθηκε στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, όταν ένας ολόκληρος λαός, ο δικός μας λαός, το συγκρότημα των υποτελών κοινωνικών τάξεων, οι άνεργοι, οι μισθωτοί του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η νεολαία, είδαμε διά γυμνού οφθαλμού τον εχθρικό λαό, το άρχον κοινωνικό συγκρότημα, ενωμένο να αγωνίζεται λυσσασμένα εναντίον μας λες και ήταν ένα και μοναδικό πρόσωπο. Ο εχθρός αυτήν τη φορά έχει γίνει εξαιρετικά ορατός, έχει διακριτό πρόσωπο, όλοι είδαμε ότι είναι κυρίως εσωτερικός εχθρός, βρίσκεται μέσα στη χώρα, όλοι είδαμε από ποιους αποτελείται και καταλάβαμε ότι ο πυρήνας των αγώνων μας είναι ταξικός.

Η ταξική συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχει ανέβει τώρα πολύ πιο ψηλά από τα χρόνια των μνημονίων 1 και 2. Αυτό συνένωσε τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις σε ένα πρόπλασμα κοινωνικού μπλοκ εξουσίας της εργασίας που είναι αδιανόητο ότι θα μπορούσε να εκπροσωπηθεί από τους αποστάτες της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Επείγει τώρα, λοιπόν, να συγκροτήσουμε το νέο κόμμα που θα εκπροσωπήσει αυτό το κοινωνικό μπλοκ δυνάμεων. Απαλλαγμένοι από τους δήθεν «συντρόφους» που φορτώθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ με το άνοιγμα του Τσίπρα προς την Κεντροαριστερά (2013-2014) και τους δημαρίτες που τον πλαισιώνουν, επείγει να συγκροτήσουμε τώρα πραγματικές οργανώσεις βάσης χτισμένες με κριτήριο ταξικό, σοβαρότητα, συνέπεια και αγωνιστικότητα, για να προσφέρουμε οργανωτική ισχύ στο αντιμνημονιακό μπλοκ δυνάμεων που ποτέ δεν ήταν τόσο αξιόμαχο όσο σήμερα.

Good Bye Tsipras!

goodbyelenin.0
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Οι αναλύσεις και της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη φύση της Ευρωζώνης και πώς να την αλλάξουμε, αποδείχθηκαν εκτός τόπου και χρόνου, ανεδαφικές και ρομαντικές. Κακή εκτίμηση των δυνάμεων του αντιπάλου, ανόητη επιμονή στη στρατηγική της διαρκούς άμυνας, αυταπάτες για τη δύναμη της λογικής ως διαπραγματευτικό όπλο, σταδιακή και συνεχής υποχώρηση στις απαιτήσεις του αντιπάλου, ιστορική ήττα της Αριστεράς - όλα ανάγονται στη λανθασμένη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, στη λανθασμένη αντίληψη της πλειοψηφίας του για τη φύση της Ευρωζώνης.

Τι ακριβώς ηττήθηκε;

Πιο συγκεκριμένα, αυτό που ηττήθηκε ήταν η στρατηγική της προοδευτικής μεταρρύθμισης της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης. Η ιδέα δηλαδή ότι το αντιδημοκρατικό τερατούργημα που είναι η Ευρωζώνη θα μπορούσε να αλλάξει, είτε με μοχλό την εκμετάλλευση των εσωτερικών της αντιθέσεων (αριστερή εκδοχή της στρατηγικής) είτε με όπλο τη λογική και τα επιχειρήματα (δεξιά εκδοχή). Βεβαίως, αυτή που τέθηκε σε δοκιμασία και ηττήθηκε, είναι η δεξιά εκδοχή της στρατηγικής της προοδευτικής μεταρρύθμισης της νομισματικής ένωσης, όπως αυτή εκφράζεται από την ηγετική ομάδα. Η ήττα επήλθε όταν η διαπραγμάτευση προσέγγισε το κατώφλι αντοχής της Ευρωζώνης, αλλά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλησε να το ξεπεράσει για να προχωρήσει στην ανατροπή των κατεστημένων πολιτικών ισορροπιών: απλώς δεν είχε την επιθυμία, δεν ήταν στα σχέδιά της, δεν ήταν φτιαγμένη για κάτι τέτοιο. Και αυτό που απομένει ως κατακάθι είναι ένα πολιτικό πτώμα που πολλοί σύντροφοι θέλουν να διατηρήσουν στην κυβέρνηση σαν το νεκρό Εl Cid που δεμένος πάνω στο άλογο σκόρπισε τον τρόμο στους εχθρούς. Ξεχνούν ότι στην ταινία ο Cid είχε ηρωικό θάνατο…

Μας απομένει, λοιπόν, η ριζοσπαστική, αριστερή εκδοχή της στρατηγικής της εκ των έσω μεταρρύθμισης της Ευρωζώνης - ή μήπως όχι; Όπως γίνεται πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν το κύριο ρεύμα μιας ιδέας, μιας στρατηγικής ή μιας πολιτικής ηττάται, μαζί της ηττώνται και όλες οι παραλλαγές της, ακόμη και αυτές που ασκούν αυστηρή κριτική στο κύριο ρεύμα. Ακριβώς όπως η κατάρρευση της ΕΣΣΔ πήρε μαζί της στον καιάδα της απαξίωσης όλες τις μορφές, ρεύματα, ιδέες που αναφέρονταν στον κομμουνισμό, όσο κριτικές και εάν ήταν προς το σοβιετικό μαρξισμό, έτσι και η ιστορική ήττα της στρατηγικής της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ για προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης παίρνει μαζί της στα αζήτητα και κάθε άλλη εκδοχή της ίδιας στρατηγικής, όσο ριζοσπαστική και θεωρητικά θεμελιωμένη και εάν είναι αυτή.

Όταν η κυβέρνηση εγκατέλειψε την Αριστερά


Όταν η στρατηγική σου ηττάται κατά κράτος, αυτομάτως εκκινούν διαδικασίες διάρρηξης των σχέσεων εκπροσώπησης που διατηρούσε το κόμμα με τους ψηφοφόρους του, χαλαρώνουν οι δεσμοί που έδεναν σε ενιαία κοινωνική συμμαχία τάξεις και μερίδες τάξεων που αναγνώριζαν στη στρατηγική του κόμματος το συμφέρον τους, και στο όραμά του για το γενικό συμφέρον την προσωπική ή τη συλλογική τους μοίρα. Πράγματι, υπάρχουν έντονες ενδείξεις ότι η διάρρηξη των δεσμών του ΣΥΡΙΖΑ με τις κοινωνικές τάξεις, μερίδες τάξεων, κοινωνικές ομάδες που συγκροτήθηκαν σε πολιτικό σχηματισμό μάχης στην πορεία μέσα από την έρημο του μνημονίου, έχει ήδη αρχίσει και θα συνεχίζεται στο βαθμό που η κυβέρνηση θα εφαρμόζει το μνημόνιο 3.

Υπάρχει και χειρότερο: από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τσίπρα ψήφισε το μνημόνιο 3, αποσύρεται από την Αριστερά. Προκειμένου να δούμε αν ισχύει αυτός ο ισχυρισμός, ας ξαναγυρίσουμε σε ορισμένα στοιχειώδη της θεωρητικής μας παράδοσης:

Πολλοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν το μνημόνιο 3, για να μη ρίξουν την «κυβέρνηση της Αριστεράς», παρόλο που διαφωνούν με το περιεχόμενο του μνημονίου 3. Διαφωνούν δηλαδή με το περιεχόμενο αλλά συμφωνούν με την εφαρμογή του από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Δεν θέτουν καθόλου στον εαυτό τους την ερώτηση εάν παραμένει, άραγε, στην Αριστερά μια κυβέρνηση που εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική. Στο κάτω-κάτω βλέπουν τους ίδιους συντρόφους στην κυβέρνηση, ανθρώπους που γνωρίζουν από τα νιάτα τους και για τους οποίους είναι απολύτως βέβαιοι πως θα είναι πάντοτε αριστεροί άνθρωποι, θα έχουν τις ίδιες καλές προθέσεις και το ίδιο άμεμπτο ήθος. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη: Ένα πολιτικό κόμμα, μια πολιτική οργάνωση, δεν ορίζεται ως ένα σύνολο ατόμων, δεν είναι ούτε η ηγετική του ομάδα, δεν είναι ούτε το σύνολο των μελών του, ούτε καν η οργάνωση συν η εκλογική του βάση, ο «κόσμος» του, οι ψηφοφόροι του. Ένα πολιτικό κόμμα, μια πολιτική οργάνωση, είναι μια διαδικασία σύγκλισης πρακτικών κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης, είναι το σύνολο και η ενότητα αυτών των πρακτικών, είναι η προσωποποιημένη τους ενότητα (που παίρνει τη μορφή του πολιτικού υποκειμένου). Η καρδιά και η φυσιογνωμία του κόμματος ορίζονται από τη στρατηγική του και την πολιτική του. Αυτή η ίδια η στρατηγική και η πολιτική του είναι η ταυτότητά του, το πρόσωπό του και η ύπαρξή του. Με αυτήν την έννοια (που παρεμπιπτόντως αποτελεί απλή εξειδίκευση της θέσης του δόλιου του Μαρξ ότι η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα αλλά από κοινωνικές σχέσεις) ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή η στρατηγική που ηττήθηκε και δεν υπάρχει πια, και που θα πάρει το κόμμα μαζί της στον κόσμο του απόλυτου πολιτικού μηδενός - εάν δεν γίνει κάτι, και μάλιστα γρήγορα.

Αυτό λοιπόν που είχαν στα χέρια τους χθες στη Βουλή οι 110 και θεώρησαν ότι πρέπει να προστατευθεί από τον Σόιμπλε ψηφίζοντας «ναι», είναι ένα πολιτικό πτώμα, είναι μια νεκρή στρατηγική για την ειρηνική μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης «από τα μέσα». Η ήττα που ήθελαν να αποτρέψουν με την ψήφο τους έχει ήδη συντελεστεί. Διότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς που εφαρμόζει τη στρατηγική και την πολιτική των εχθρών της οδηγείται αναγκαστικά σε αφομοίωση από τον αντίπαλο, έχει αλλοτριωθεί, έχει μετατοπιστεί στο πολιτικό φάσμα.

Ένα κόμμα, λοιπόν, ορίζεται από τη στρατηγική του και την πολιτική του. Όταν ασκεί δεξιά πολιτική δεν ανήκει στην Αριστερά, και ας προέρχεται από εκεί, και ας είναι τα μέλη του αριστεροί, ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι με καλές προθέσεις και αδιαμφισβήτητες αρετές. Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαταλείπει την Αριστερά διότι η κυβέρνησή του υιοθέτησε το μνημόνιο 3 και ετοιμάζεται να το εφαρμόσει. Για να είμαστε πιο ακριβείς, η ηγετική ομάδα του κόμματος και η κυβέρνηση σέρνουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε πορεία αναχώρησης από την Αριστερά.

Το κενό στρατηγικής και η επαπειλούμενη κοινωνική εκπροσώπηση

Αυτή η κίνηση της κυβέρνησης και της ηγετικής ομάδας του κόμματος προς τα δεξιά σε συνδυασμό με την αδράνεια που παρουσιάζει το κόμμα έναντι μιας τέτοιας κίνησης, δημιουργεί εντάσεις διάρρηξης. Αυτές είναι αισθητές στο επίπεδο της κομματικής κορυφής αλλά υπάρχουν έντονες ενδείξεις ότι διαδίδονται ταχύτατα και στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ύπαρξη αυτών των εντάσεων έχει αντικειμενικό χαρακτήρα: Δεν μπορούν να βρίσκονται μέσα στον ίδιο κομματικό μηχανισμό όσοι θα μάχονται με νύχια και με δόντια ενάντια στο μνημόνιο 3 και όσοι θα στέλνουν τον Πανούση και τις δυνάμεις καταστολής εναντίον μας στις διαδηλώσεις, όσοι θα μας απειλούν με εξώσεις, ούτε όσοι θα μειώνουν ή θα επιτρέπουν τις μειώσεις των συντάξεων και την αυξανόμενη επισφάλεια στη διαβίωση της τρίτης ηλικίας, όσοι θα υπογράφουν κατασχέσεις πρώτης κατοικίας -ακόμη και εάν αυτό τους στεναχωρεί βαθιά- και όσοι γενικά θα μας υποβάλουν στο γνωστό μνημονιακό μαρτύριο. Παρά τα λεγόμενα, η αντίθεση μνημονιακής / αντιμνημονιακής πολιτικής είναι ανταγωνιστική και δεν λύνεται με «συζήτηση στους κόλπους του λαού», που έλεγε και ο σύντροφος Μάο. Λύνεται μόνο με την υποταγή όσων προτίθενται να αγωνιστούν ενάντια στο μνημόνιο 3 στη θέληση της ηγετικής ομάδας. Όσοι δεν ενδιαφέρονται για μια τέτοια «λύση», πρέπει να αποχαιρετήσουν τον Τσίπρα και την ηγετική ομάδα και να διεκδικήσουν το κόμμα για να περισώσουν ό,τι ακόμη μπορεί να διασωθεί από το ναυάγιο στο οποίο καθημερινά οδηγεί η στρατηγική και η πολιτική της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ταξικό δημοψήφισμα, διαπραγμάτευση "εθνικής σωτηρίας";

179707-15507606
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος έγινε κάτι πολύ σπάνιο: είδαμε το άρχον συγκρότημα να αναδύεται από τον ωκεανό της σύγχυσης και της θολούρας που συνήθως το καλύπτει, είδαμε τις κοινωνικές του τάξεις, τις μερίδες τάξεων, τις ομάδες και τα λόμπι που το συγκροτούν, από τον κυνικό ΣΕΒ, τα στελέχη των μεγάλων εταιρειών και τους άπληστους εμποράκους, τη νεολαία των start-up και του lifestyle, έως τις μικροαστές κατσαρόλες και τους kapo της εργασιακής ιεραρχίας, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας του κέρδους και της ισχύος, και όλους τους παρόμοιους, να παλεύουν σαν ένας άνθρωπος, όχι μόνο για το βραχυπρόθεσμο, αλλά και για το μακροπρόθεσμο ταξικό συμφέρον τους, που είναι η διατήρηση και η εμπέδωση του καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που επιβλήθηκε και ρίζωσε στη διάρκεια της μνημονιακής πενταετίας και είναι έτοιμο τώρα να λειτουργήσει - σαν μια καινούργια κρεατομηχανή που δεν έχει όμως ακόμη τροφοδοσία.

Στο δημοψήφισμα, ο κόσμος του ΝΑΙ ήταν ο κοινωνικός συνασπισμός εξουσίας που έγινε ξαφνικά ορατός στο γυμνό μάτι, χωρίς τις μάσκες του «έθνους», της «Ελλάδας», των «Ελλήνων» και του «ελληνικού λαού». Ένας ολόκληρος λαός, ο δικός μας λαός, το συγκρότημα των υποτελών κοινωνικών τάξεων, οι άνεργοι, οι μισθωτοί του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η νεολαία, είδαν διά γυμνού οφθαλμού τον εχθρικό λαό, το άρχον κοινωνικό συγκρότημα, ενωμένο από το ταξικό τους μίσος και το ιδεολογικό τσιμέντο της ιδιοκτησίας, του κεφαλαίου και της απληστίας, να αγωνίζεται σαν ένας και μοναδικός άνθρωπος, σαν ένα και μοναδικό πρόσωπο.

Ο «λαός του κεφαλαίου»

Αυτός ο λαός δεν είναι μια μικρή μειοψηφία, όπως θα ήθελε η εθνικο-λαϊκή Αριστερά. Είναι ένα σημαντικό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας, που αν σκαλίσουμε τις σχετικές στατιστικές θα βρούμε ότι είναι κάτι μεταξύ του 1/4 και του 1/3 της ελληνικής κοινωνίας, ανάλογα με τις ταξικές μετακινήσεις που επιβάλλει η μία ή η άλλη ιστορική συγκυρία. Πρόκειται για εκείνο το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που δεν συγκεντρώνει μόνον όσους ανήκουν οργανικά στην αστική τάξη, όπως οι ίδιοι οι καπιταλιστές, τα στελέχη των μεγάλων επιχειρήσεων, οι εμποράκοι και ένα μέρος της τρίτης ηλικίας που κρατάει στα χέρια της τα μεγάλα ή μικρά περιουσιακά στοιχεία της μιας ή της άλλης οικογένειας, αλλά και μερίδες της μικροαστικής τάξης που η τάξη των καπιταλιστών τις κρατάει κάτω από την ομπρέλα της ανανεώνοντας κάθε τόσο τις ταξικές συμμαχίες μαζί τους. Συγκεντρώνει ακόμη, αυτός ο λαός του κεφαλαίου, και μερίδες των υποτελών κοινωνικών τάξεων με ιστορικούς δεσμούς αίματος που φτάνουν πίσω στη χούντα και στον εμφύλιο, αλλά και με οικονομικούς δεσμούς παραχώρησης υπολειμμάτων του οικονομικού πλεονάσματος, δηλαδή της υπεραξίας.

Αυτός ο ταξικός γαλαξίας του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας επιβεβαίωσε τη συνοχή του στη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου: Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που δεν ζημιώθηκε στη διάρκεια της κρίσης ή ζημιώθηκε λίγο ή το αρχικό επίπεδο διαβίωσης που είχε ήταν τόσο υψηλό ώστε οι ζημιές δεν έθιξαν ουσιωδώς τη ζωή του. Αυτό επιτεύχθηκε χάρη στη θεαματική άνοδο του μέσου περιθωρίου κέρδους, δηλαδή του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, στη δραματική αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία στην ιδιοκτησία: κέρδος, τόκοι, πρόσοδοι και μπαχτσίσι, παραχώρηση ενός μεριδίου των κερδών στα στελέχη και τα παρόμοια. Η μνημονιακή περίοδος ανασυγκρότησε και προσέδωσε νέα συνοχή στο δικό της λαό, στους οπαδούς της, στο πλήθος της Δεξιάς (με την ευρύτερη έννοια νδ+πασοκ+ποτάμι) μέσα από τα κανάλια της διανομής του οικονομικού πλεονάσματος που παράγει η εργασία των άλλων, η φτώχεια των άλλων, η ανεργία των άλλων, που χωρίς αυτήν δεν μειώνονται οι μισθοί για να αυξηθούν τα κέρδη, οι τόκοι και οι πρόσοδοι.

Το ΟΧΙ του «λαού της εργασίας»

Στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, ήρθε στην επιφάνεια το βασικό δεδομένο της ιστορικής περιόδου που άνοιξε με την κρίση, δηλαδή ότι διεξάγεται στα βουβά ένας αδυσώπητος κοινωνικός πόλεμος ανάμεσα στις συντεταγμένες, συνειδητές και επιθετικές δυνάμεις της ιδιοκτησίας, του κεφαλαίου, του γυμνού χρήματος, και σε όσους ζουν ή προσπαθούν να ζήσουν από την εργασία τους. Στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, ο λαός της μισθωτής εργασίας, της ανεργίας και της επισφάλειας, των καταπιεσμένων και των χωρίς φωνή και πρόσωπο, είδε με τα ίδια του τα μάτια, κατάλαβε, συνειδητοποίησε την ύπαρξή του παρατηρώντας το άρχον συγκρότημα στον τρομοκρατικό χορό του, το λαό της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου να επιδεικνύει την απληστία και την ασχήμια του ως φόβητρο. Μάλιστα αυτή η επίδειξη ήταν τόσο ορατή και τόσο εχθρική, που συσπείρωσε μέσα σε μερικά εικοσιτετράωρα το λαό της εργασίας σε μια θεαματική πλειοψηφία. Το δε θέαμά της φόβισε πολλούς στη Δεξιά αλλά και στην Αριστερά, επειδή διείδαν ότι αυτό που πράγματι υπάρχει, ο κοινωνικός διχασμός, μπορεί να μετατραπεί ταχύτατα σε πολιτικό διχασμό.

Το δημοψήφισμα δεν ήταν λοιπόν απλώς ταξικό, ήταν η πολιτική σύγκρουση δύο κόσμων, του λαού της ιδιοκτησίας και το λαού της εργασίας, του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας του κεφαλαίου και ενός κοινωνικού συνασπισμού των υποτελών κοινωνικών τάξεων που εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο ως ένα δυνητικά νέο κοινωνικό μπλοκ εξουσίας εχθρικό προς το κεφάλαιο.

Η πολιτική αυταπάτη της «εθνικής σωτηρίας»

Με τη νίκη του, ο λαός της εργασίας έσπρωξε την Ιστορία ένα βήμα πιο πέρα από εκεί που μπορεί να την πάει η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης. Από την πρώτη ημέρα, προσπάθησαν να χωρέσουν τη μεγάλη ταξική νίκη του κόσμου της εργασίας στον ζουρλομανδύα της εθνικο-λαϊκής ιδεολογίας για να υλοποιήσουν την πολιτική τους αυταπάτη για «εθνική σωτηρία».

Ο «ελληνικός λαός» όμως δεν υπάρχει. Υπάρχει από τη μια ο λαός της ιδιοκτησίας, του κεφαλαίου, της ιδιοτέλειας και της απληστίας, και από την άλλη ο λαός της εργασίας και των καταπιεσμένων, της αλληλεγγύης με τους ασθενέστερους και της γενναιοδωρίας. Χάρη στο δημοψήφισμα, τη διαίρεση αυτή την είδαμε να βγαίνει από το σκοτεινό παρασκήνιο και να χορεύει στην κεντρική πολιτική σκηνή - και αυτή είναι η σημαντικότερη κληρονομιά που μας άφησε η εβδομάδα του δημοψηφίσματος. Η ταξική συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχει ανέβει τώρα ένα σκαλοπάτι πιο ψηλά από την ταξική συνείδηση της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησής της. Το δημοψήφισμα συνένωσε τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις σε ένα πρόπλασμα κοινωνικού μπλοκ εξουσίας της εργασίας που είναι αόρατο, αυτή τη φορά, για τους ηγετικούς κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ.

Η διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς «θεσμούς»: Προσγείωση στο έδαφος της πολιτικής ισχύος

lutte20des20classes_s21
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Ο Κέινς κλείνει το μεγάλο βιβλίο του «Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος» με την παρατήρηση ότι αυτό που πρέπει να θεωρείται σημαντικό για την πορεία της ιστορίας δεν είναι ο κοινωνικός ανταγωνισμός αλλά οι εσφαλμένες ιδέες. Αυτή η αντίληψη της ταξικής συμφιλίωσης με εργαλείο τον ορθολογισμό, ήταν το φάντασμα που πλανιόταν πάνω από τη διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους δήθεν εταίρους από την αρχή. Η επίκληση της λογικής και της συνεργασίας με τον αντίπαλο, σε συνθήκες άκρως ανταγωνιστικές, καταδίκασε την ελληνική πλευρά σε διαρκή, σε απόλυτη άμυνα, σε μια στάση χωρίς νόημα. «Η απόλυτη άμυνα αντιφάσκει ολοκληρωτικά στην έννοια του πολέμου», λέει ο Κλάουζεβιτς, και το ίδιο ισχύει για τον πολιτικό ανταγωνισμό σε όλες του τις παραλλαγές.

Ακόμη και αν ο σκοπός της αντιπαράθεσης είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, η απλή απόκρουση των χτυπημάτων αντίκειται στη φύση του ανταγωνισμού, και όποιος δεν κάνει προσπάθειες για να ανταποδώσει τα χτυπήματα ρισκάρει την ήττα και τη συνθηκολόγηση.

Ακολουθώντας τη στρατηγική της απόλυτης άμυνας, η ελληνική κυβέρνηση αντί να ανταποδώσει κάποια πλήγματα, κάνοντας χρήση του όπλου της απειλής, καλούσε ασταμάτητα τους «εταίρους» στο δρόμο της λογικής, που είναι ο δρόμος της οικονομικής μεγέθυνσης, των επενδύσεων, της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων, και αναζητούσε το αδύνατο, δηλαδή λύσεις βασισμένες στον ορθό λόγο, λύσεις «συμφέρουσες σε όλους». Απέναντι στο γυμνό συμφέρον του χρήματος, που τώρα θριαμβεύει παντού χωρίς προσχήματα και ιδεολογικά ενδύματα, η ελληνική κυβέρνηση αντιπαράθεσε την ιδεολογία την οποία άλλοτε αυτό το ίδιο το γυμνό χρήμα, το κεφάλαιο, ήταν αναγκασμένο να ενδύεται για να γίνεται ανεκτή η ύπαρξή του από τις κοινωνικές υποτελείς τάξεις - μια ιδεολογία που τώρα αυτό έχει εγκαταλείψει ως ξεπερασμένο εργαλείο της εξουσίας του. Εκεί όπου αποφασίζει η ισχύς των απειλών, η ελληνική κυβέρνηση θυμήθηκε τους ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα υποτιθέμενα ιδανικά που θα έπρεπε αυτή να ενσαρκώνει και τα επικαλέστηκε μπροστά σε εμβρόντητους πολέμαρχους του κεφαλαίου που δικαιολογημένα θα νόμιζαν ότι ακούν τις φωνές των προγόνων τους.

Το στρατηγικό λάθος της απόλυτης άμυνας και η πλάνη πως ο αντίπαλος είναι εταίρος, ανάγεται στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική πλευρά ευθύς εξαρχής κατανόησε τη φύση της αντίθεσης και της διαπραγμάτευσης: σαν μια διαπραγμάτευση υπεράνω ταξικών αντιθέσεων, σαν ένα παιχνίδι επιχειρημάτων όπου θα θριάμβευε η λογική. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ η ένταση μεταξύ των δύο πλευρών όδευε ταχύτατα προς το ανώτατο σημείο της, ο Γιάνης Βαρουφάκης θεώρησε καλό να κάνει δήλωση ταξικής συμφιλίωσης στο εσωτερικό της χώρας και ταύτισης των συμφερόντων εργασίας και κεφαλαίου στην παρούσα συγκυρία (https://www.youtube.com/watch?v=nWZqeli4KfQ). Η δήλωση καθεαυτή είναι μεν ασήμαντης πολιτικής αξίας, πλην όμως αποτελεί σύμπτωμα μιας πολύ σοβαρής ανεπάρκειας: της θεωρητικής ανεπάρκειας της στενής ηγετικής ομάδας να κατανοήσει την ταξική φύση της ίδιας της Ευρωζώνης, επομένως την ταξική φύση της διαπραγμάτευσης, επομένως τη φύση του «πολέμου».

Η Ευρωζώνη είναι μια ατελής νομισματική ένωση, χωρίς τα χαρακτηριστικά μιας ομοσπονδιακής ολοκλήρωσης που θα είχε ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά του ενιαίου κράτους. Αυτή η ατελής ολοκλήρωση της Ευρωζώνης δίνει τη δυνατότητα στις κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις να μεταφέρουν στις εθνικές αγορές εργασίας ολόκληρη την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού και να ασκούν στις εργαζόμενες τάξεις το εκβιαστικό δίλημμα «χαμηλότεροι μισθοί, λιγότερα δικαιώματα και μικρότερο κοινωνικό κράτος ή ανεργία». Στην πραγματικότητα πρόκειται για εκβιασμό βασισμένο σε μια μπλόφα, αφού στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν ωθείται από τις μειώσεις, αλλά από τις αυξήσεις των μισθών. Αυτό το παιχνίδι του εκβιασμού, της επιβολής της λιτότητας, των εισοδηματικών ανισοτήτων και της ανεργίας δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί σε μια τέλεια νομισματική ένωση, σαν και αυτές που υπάρχουν στο εσωτερικό εθνικών ομοσπονδιακών κρατών. Ο εκβιασμός έχει ισχύ μόνο σε μια ατελή, μισοτελειωμένη, νομισματική ένωση σαν και αυτή της Ευρωζώνης. Δεν είναι δύσκολο, μάλιστα, να αποδείξουμε ότι αυτή η νομισματική ένωση είναι σχεδιασμένη εξαρχής ώστε να επιτρέπει την μπλόφα και τον εκβιασμό.

Η εγγενής αστάθεια της ευρωζώνης

Αυτό όμως το μαχαίρι κόβει και από τις δυο μεριές. Η ατελής ολοκλήρωση της Ευρωζώνης, ακριβώς επειδή είναι ατελής, ακριβώς επειδή δεν είναι μια αυθεντική οικονομική και νομισματική ένωση, κρίνεται διαρκώς από τις χρηματοπιστωτικές αγορές ως προς τη συνοχή της και τη σταθερότητά της. Κρίνεται διαρκώς η ικανότητά της να δένει σε ένα και μοναδικό άρμα εθνικούς καπιταλισμούς με διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά χωρίς να δημιουργεί τριβές μεταξύ τους. Κρίνεται επίσης για την ικανότητά της να τιθασεύσει τις εργατικές τάξεις που παραμένουν διαιρεμένες στα στενά σύνορα κάθε ξεχωριστής χώρας μέλους, να μπλοφάρει και να ασκεί αποτελεσματικά τον εκβιασμό «χαμηλότεροι μισθοί, λιγότερα δικαιώματα και μικρότερο κοινωνικό κράτος ή ανεργία». Πρόκειται επομένως για νομισματική ένωση που φέρει την εγγενή δυνατότητα των επαναλαμβανόμενων κρίσεων αξιοπιστίας ως προς τη συνοχή της και την ταξική της αξία, δηλαδή την πολιτική της ισχύ έναντι των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Γι’ αυτούς τους λόγους, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση αποτελεί απειλή πρώτου μεγέθους για την ενότητα και τη νομιμοποίηση της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης με τα σημερινά της χαρακτηριστικά.

Αυτή η εγγενής αστάθεια της ατελούς νομισματικής ένωσης και η δυνατότητα επαναλαμβανόμενων κρίσεων αξιοπιστίας που απορρέει από την ανολοκλήρωτη ένωση, υπονομεύουν την ισχύ των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων έναντι των όποιων «αντάρτικων» δυνάμεων, και ορίζουν το πεδίο μιας διαπραγμάτευσης, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση. Σε μια τέτοια διαπραγμάτευση, το σχετικό βάρος που πρέπει να ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών -αντιδράσεις που μπορούν να επιφέρουν μεγάλες ζημιές στη μια είτε στην άλλη πλευρά. Αυτό όμως δεν έγινε από τη δική μας πλευρά, που εγκλωβίστηκε στη στρατηγική της απόλυτης άμυνας, αλλά μόνον από τους αντιπάλους μας - με τα γνωστά αποτελέσματα, της βαθμιαίας εξάντλησης των εφεδρικών δυνάμεων που διέθετε η ελληνική κυβέρνηση.

Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε πια είναι πως η αδιαλλαξία του ίδιου του αντιπάλου θα προσγειώσει την ελληνική κυβέρνηση στο έδαφος των πραγματικών αντιθέσεων, στο πεδίο της ισχύος, των απειλών και των πληγμάτων, θα την απαλλάξει έστω την τελευταία στιγμή από τις αυταπάτες της σχετικά με τη φύση της διαπραγμάτευσης, θα εγκαταλείψει τη γραμμή της απόλυτης άμυνας και θα αναγκαστεί να προχωρήσει στην πρώτη επιθετική κίνηση, αφήνοντας απλήρωτο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις 5 Ιουνίου.

Τι είναι η Παραγωγική Ανασυγκρότηση;

tati playtime cubicles

Οι λέξεις, μέσα στον πολιτικό,
ιδεολογικό και φιλοσοφικό αγώνα είναι όπλα,
εκρηκτικά, ηρεμηστικά ή δηλητήριο.
Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις 1976

Υπάρχει μια πλούσια μαρξιστική παράδοση που αναφέρεται στους παραγωγικούς μετασχηματισμούς του καπιταλισμού, είτε στην κλίμακα της επιχείρησης είτε στην κλίμακα της συνολικής οικονομίας. Ο παραγωγικός μετασχηματισμός, στην παράδοση αυτή, νοείται με την διευρυμένη έννοια που περιλαμβάνει αλλαγές σε περισσότερες βαθμίδες της κοινωνίας -διότι η διαδικασία παραγωγής του συνολικού κεφαλαίου δεν περιλαμβάνει μόνο τους κλάδους παραγωγής και τις επιχειρήσεις, αλλά και την αγορά εργασίας και τις νομικές ρυθμίσεις που διέπουν την λειτουργίας της, τις αγορές προϊόντων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την κρατική διαχείριση του χρήματος και της εργασιακής δύναμης, τις μορφές ιδιοκτησίας, τις παραγωγικές σχέσεις κλπ. Εάν θέσουμε, λοιπόν, στην μαρξιστική θεωρητική παράδοση το ερώτημα "τι είναι παραγωγική ανασυγκρότηση" θα πάρουμε, νομίζω, την απάντηση ότι αυτή περιλαμβάνει σειρά στοιχείων:

1. Είναι καταρχάς, ένα παραγωγικό μοντέλο, δηλαδή η ιδιαίτερη μορφή που παίρνει το παραγωγικό σύστημα στα πλαίσια του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού: μια καθορισμένη κλαδική σύνθεση παραγωγικών δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν μεταξύ τους λιγότερο ή περισσότερο επωφελείς διακλαδικές σχέσεις, μια ενδοκλαδική σύνθεση επιχειρήσεων (μέγεθος επιχειρήσεων, συνθήκες του ενδοκλαδικού ανταγωνισμού κλπ.), μια καθορισμένη σχέση μεταξύ του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής και αντικειμένων κατανάλωσης, μια καθορισμένη σχέση μεταξύ ενός τομέα παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και ενός τομέα που στρέφει τις πωλήσεις του στην εσωτερική αγορά, και άλλα.
2. Είναι οι μορφές ιδιοκτησίας υπό τις οποίες θα μπορεί στο εξής να διεξάγεται η παραγωγική δραστηριότητα.
3. Είναι ένας βασικός κανόνας για τη πρωτογενή διανομή του εισοδήματος (κέρδη / μισθοί) αλλά και για την διάθεση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος (κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα, φόροι επί των κερδών, καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων, ποσοστό επένδυσης κλπ) και έναν βασικό κανόνα για την δευτερογενή διανομή του εισοδήματος (φύση, μέγεθος και χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους).
4. Ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών προϊόντων το οποίο θα εξυπηρετεί τους δύο βασικούς κανόνες διανομής του προϊόντος (μορφές ανταγωνισμού, διαμόρφωση των τιμών και των περιθωρίων κέρδους, λειτουργίες και μορφές ιδιοκτησίας του τραπεζικού συστήματος κλπ).
5. Ένα θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και των αγορών εργασίας το οποίο θα υπηρετεί τον βασικό κανόνα για την πρωτογενή διανομή του προϊόντος.
6. Μια ρύθμιση για τις μορφές χρήματος και τις χρηματοοικονομικές ροές που εξυπηρετούν τις επενδύσεις στις επιθυμητές παραγωγικές δραστηριότητες αλλά και τον βασικό κανόνα πρωτογενούς διανομής του προϊόντος.
7. Οι μορφές κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
8. Οι μορφές οργάνωσης της εργασίας στο εσωτερικό των μονάδων παραγωγής και τον τύπο διοίκησης των επιχειρήσεων που θα εξυπηρετούν τους παραπάνω στόχους.
9. Η μορφή κοινωνικού κράτους (του οποίου το μέγεθος και οι επιμέρους μορφές πρέπει να προσδιοριστούν).
10. Ο τρόπος ένταξης στη διεθνή οικονομία (βαθμός εξωστρέφειας, διεθνής παραγωγική εξειδίκευση της ελληνικής οικονομίας, εμπορικές, χρηματιστικές και νομισματικές σχέσεις κλπ).
11. Μια ρύθμιση για τη σχέση των παραγωγικών δραστηριοτήτων με το περιβάλλον και τις πολεοδομικές επιλογές.
12. Μια οργάνωση των συναινέσεων, των κοινωνικών συμβιβασμών και των κοινωνικών καταναγκασμών, ώστε να διασφαλίζεται διαρκώς η συμβατότητα του συνόλου των αποκεντρωμένων αποφάσεων που λαμβάνονται στη σφαίρα της μικρο-οικονομίας, από τις επιχειρήσεις, τα εργατικά σωματεία, τα νοικοκυριά των εργαζόμενων τάξεων, τους εισοδηματίες, τις τράπεζες κλπ χωρίς να απαιτείται από αυτούς η εσωτερίκευση της μακροοικονομικής λογικής ή του γενικού συμφέροντος.
13. Ένα μακροοικονομικό καθεστώς, δηλαδή μια σύνθεση των ροών που δημιουργούν τα υπόλοιπα στοιχεία του καθεστώτος συσσώρευσης (όπως αναφέρονται παραπάνω στα σημεία 1 έως 11) σε μια αλληλουχία ενάρετων οικονομικών κύκλων ώστε να συγκροτούν ενιαία διαδικασία ανατροφοδοτούμενης μεγέθυνσης της απασχόλησης και μείωσης της ανεργίας (επομένως αύξησης του ΑΕΠ) υπό συνθήκες διατήρησης των βασικών μακροοικονομικών ανισορροπιών και των βασικών κοινωνικών συμβιβασμών εντός ανεκτών ορίων.
14. Ένα σχέδιο ταξικών συμμαχιών που καθιστούν εφικτή τη συγκρότηση των παραπάνω στοιχείων σε λειτουργικό σύστημα.
15. Έναν γενικό πολιτικό στόχο, ο οποίος βρίσκεται τρόπον τινά "στο τιμόνι της διακυβέρνησης".

Αυτό το τελευταίο στοιχείο, ο πολιτικός στόχος, αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο που διευθύνει τα υπόλοιπα. Εάν π.χ. ο πολιτικός στόχος υπακούει στην αντίληψη της ύστερης σοσιαλδημοκρατίας ότι η αύξηση της παραγωγής, των επενδύσεων, των κερδών είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κοινωνικής κρίσης και της συμμετοχής του εργαζόμενων τάξεων στο "μέρισμα της ανάπτυξης", τότε οι αλλαγές που θα γίνουν στα στοιχεία του παραγωγικού μετασχηματισμού που απαριθμήσαμε παραπάνω θα εξυπηρετούν αυτήν την αντίληψη. Άλλος θα είναι ο χαρακτήρας των αλλαγών σε αυτήν την περίπτωση και άλλος θα είναι στην περίπτωση που ο πολιτικός στόχος υπακούει στην αντίληψη ότι η αποκατάσταση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους αποτελούν προϋποθέσεις για την μεγέθυνση του ΑΕΠ, των επενδύσεων και της συμμετοχής της άρχουσας τάξης στο "μέρισμα της ανάπτυξης". Άλλες θα είναι π.χ. οι αλλαγές στην αγορά εργασίας και την εργασιακή νομοθεσία στην πρώτη περίπτωση και άλλες θα είναι στην δεύτερη.
Επομένως, κάθε συγκεκριμένος παραγωγικός μετασχηματισμός έχει το χρώμα που του προσδίδει το πολιτικό σχέδιο, έχει πολιτικό πρόσημο, άρα οφείλει να έχει συγκεκριμένο προσδιορισμό: Εάν υπακούει στην αντίληψη ότι η αποκατάσταση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας και του κοινωνικού κράτους είναι προϋποθέσεις για την μεγέθυνση του ΑΕΠ, των επενδύσεων και της συμμετοχής της άρχουσας τάξης στο "μέρισμα της ανάπτυξης", τότε πρόκειται για έναν αριστερό ριζοσπαστικό παραγωγικό μετασχηματισμό. Εάν υπακούει στην αντίληψη "η ανάπτυξη είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κοινωνικής κρίσης", τότε πρόκειται για έναν κεντροαριστερό εξωραϊστικό παραγωγικό μετασχηματισμό. Εάν λείπει ο πολιτικός προσδιορισμός και μιλάμε γενικώς για παραγωγική ανασυγκρότηση ή παραγωγικό μετασχηματισμό, πάμε σε "ραντεβού στα τυφλά" με την Ιστορία.

Χωρίς αναδιανομή θα χάσουμε την ηγεμονία

lb111-men-on-beam-hats-off-copy
Η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων και σε βάρος του πλούτου της αστικής τάξης έγινε αντιληπτή από τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία, ως ένα καθήκον κοινωνικής δικαιοσύνης και αντιμετώπισης της δραματικής κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η αναδιανομή δεν είχε εγγραφεί, δηλαδή, σε ένα μακροοικονομικό σχέδιο που, αποτελώντας μέρος της διαχείρισης του συστήματος, θα μετέτρεπε παράλληλα τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, ώστε να εξυπηρετήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Μοι­ραία, αυτή η «δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια», που πε­ριέ­βαλ­λε το νόημα της ανα­δια­νο­μής, συ­νο­δεύ­ει τώρα το κόμμα στα πρώτα του βή­μα­τα στην κυ­βέρ­νη­ση και έχει κά­ποιος πολ­λούς λό­γους να υπο­ψιά­ζε­ται ότι η κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή κα­θο­δη­γεί­ται από την ιδέα ότι η ανα­δια­νο­μή υπέρ της ερ­γα­σί­ας μάλ­λον βλά­πτει τις επι­χει­ρή­σεις και την απα­σχό­λη­ση. Μοιά­ζει η κυ­βέρ­νη­ση να ακο­λου­θεί πλέον τη γραμ­μή ότι πρέ­πει να απο­δο­θεί στις επι­χει­ρή­σεις ένα είδος πρω­το­κα­θε­δρί­ας ένα­ντι των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

Οι εν­δεί­ξεις είναι πε­ρισ­σό­τε­ρες, αλλά δύο από αυτές είναι οι πλέον ισχυ­ρές: Ήδη πριν από τη συμ­φω­νία της 20ής Φε­βρουα­ρί­ου, πριν δη­λα­δή να εμπλα­κούν άμεσα στις υπο­θέ­σεις μας οι «θε­σμοί», η κα­τεύ­θυν­ση του υπουρ­γεί­ου Ερ­γα­σί­ας στο ζή­τη­μα της αύ­ξη­σης του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ λει­τούρ­γη­σε ως ση­μαί­νον ενός πολύ δυ­σά­ρε­στου υπο­νο­ού­με­νου, σύμ­φω­να με το οποίο οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών είναι ένα ανα­γκαίο κακό, διότι αυ­ξά­νουν το κό­στος των μι­κρο­με­σαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων, οδη­γούν πολ­λές από αυτές σε αδιέ­ξο­δο και τε­λι­κώς αυ­ξά­νουν την ανερ­γία.

Σύμ­φω­να με τον ισχυ­ρι­σμό των μι­κρών αφε­ντι­κών (ιδιαί­τε­ρα των συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ών τους ΕΣΕΕ και ΓΣΒΕΕ), οι επι­χει­ρή­σεις αυτές πρέ­πει να δια­σω­θούν από το πρό­σθε­το κό­στος των 751 ευρώ (ένα­ντι 586 που απο­λαμ­βά­νουν τώρα), το οποίο «δεν αντέ­χουν» για να μην αυ­ξη­θεί η ανερ­γία.

Το υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας, λοι­πόν, φαί­νε­ται ότι υιο­θε­τεί την άποψη των μι­κρών αφε­ντι­κών (του­λά­χι­στον με βάση τις δη­μο­σιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες, αλλά και τα υπο­νο­ού­με­να των σχε­τι­κών δη­λώ­σε­ων του υπουρ­γού) ότι πρέ­πει ως κοι­νω­νία να προ­στα­τέ­ψου­με μια με­ρί­δα της οι­κο­νο­μί­ας που επι­ζεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους ερ­γα­ζό­με­νους, τους φο­ρο­λο­γού­με­νους, τις άλλες μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν άντε­ξαν τον αθέ­μι­το αντα­γω­νι­σμό, τους κα­τα­να­λω­τές που είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να κα­τα­βάλ­λουν υψη­λές τιμές για τις άθλιες υπη­ρε­σί­ες των εν λόγω επι­χει­ρή­σε­ων.

Σύμ­φω­να με το σχέ­διο του υπουρ­γεί­ου, θα πρέ­πει ως κοι­νω­νία να δε­χθού­με να πλη­ρώ­σου­με το κό­στος για να ρυθ­μι­στούν οι οφει­λές αυτών των επι­χει­ρή­σε­ων προς τις τρά­πε­ζες, τα ασφα­λι­στι­κά τα­μεία και την εφο­ρία, ώστε να απο­φευ­χθούν τα «λου­κέ­τα» και η αύ­ξη­ση της ανερ­γί­ας.

Ωστό­σο, ο ισχυ­ρι­σμός ότι θα αυ­ξη­θεί η ανερ­γία εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν μπο­ρούν να αντέ­ξουν την αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ είναι λαν­θα­σμέ­νος. Βρα­χυ­πρό­θε­σμα και με­σο­πρό­θε­σμα, ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων κα­θο­ρί­ζε­ται από τη συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση που απευ­θύ­νε­ται στην οι­κο­νο­μία και δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από τον αριθ­μό των επι­χει­ρή­σε­ων που ικα­νο­ποιούν αυτή τη ζή­τη­ση.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι, η ζή­τη­ση που ικα­νο­ποιού­σαν μέχρι σή­με­ρα (δη­λα­δή η πε­λα­τεία τους) θα με­τα­φερ­θεί στις επι­χει­ρή­σεις που «αντέ­χουν» τα 751 ευρώ. Οι τε­λευ­ταί­ες θα αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους για να ικα­νο­ποι­ή­σουν την επι­πλέ­ον ζή­τη­ση που θα προ­έλ­θει για αυτές από τη με­τα­τό­πι­ση της πε­λα­τεί­ας και μαζί με αυτή θα αυ­ξή­σουν την απα­σχό­λη­ση. Οι επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι θα βά­λουν λου­κέ­το και ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων θα πα­ρα­μεί­νει ο ίδιος. Οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών στην Ελ­λά­δα, όπως και σε πολ­λές άλλες χώρες, έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση παρά ως κό­στος, όπως επί­μο­να εξη­γεί το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επί ει­κο­σα­ε­τία, αλλά αυτό δεν φαί­νε­ται να περ­νά­ει τόσο εύ­κο­λα στην κυ­βέρ­νη­ση.

Στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα μας οδη­γεί και το άλλο επει­σό­διο, όπου ο υπουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών νιώ­θει υπο­χρε­ω­μέ­νος να εξη­γή­σει, σε συ­νέ­δριο, ότι δεν έχει υπο­σχε­θεί ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ούτε ένα ευρώ πάνω από τα 700, εν είδει απο­λο­γί­ας προς τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους συ­να­δέλ­φους του. Αυτό το στε­νό­χω­ρο επει­σό­διο μάς λέει το εξής: κατά τα φαι­νό­με­να, στην αντί­λη­ψη του υπουρ­γού προ­ϋ­πό­θε­ση της ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος υπέρ της ερ­γα­σί­ας είναι η αύ­ξη­ση του ΑΕΠ. Πρώτα δη­λα­δή να με­γα­λώ­σει η πίτα και μετά ας με­γα­λώ­σει το κομ­μά­τι που παίρ­νει η ερ­γα­σία, και για να με­γα­λώ­σει η πίτα πρέ­πει οι μι­σθοί πρώτα να δια­τη­ρη­θούν σε χα­μη­λά επί­πε­δα, γι’ αυτό και ο υπουρ­γός δεν έχει υπο­σχε­θεί ούτε ένα ευρώ σε όσους παίρ­νουν πάνω από τα 700.

Αυτή όμως είναι η κε­ντρι­κή θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της σύγ­χρο­νης ευ­ρω­παϊ­κής Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Η θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς είναι το αντί­στρο­φο: για όσο καιρό οι επι­χει­ρή­σεις δια­θέ­τουν αχρη­σι­μο­ποί­η­το ένα μέρος των εγκα­τα­στά­σε­ών τους, οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών οδη­γούν σε πολ­λές χώρες (με­τα­ξύ των οποί­ων και στην Ελ­λά­δα) σε αύ­ξη­ση του προ­ϊ­ό­ντος και της απα­σχό­λη­σης. Εάν αυ­ξη­θούν οι μι­σθοί, ξε­κι­νώ­ντας από τον κα­τώ­τα­το, θα αυ­ξη­θεί το ΑΕΠ, διότι ο μι­σθός έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση από όση έχει ως κό­στος.

Το δικό μας συμ­φέ­ρον, το συμ­φέ­ρον των ερ­γα­ζο­μέ­νων, που εν προ­κει­μέ­νω είναι η ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος, θα οδη­γή­σει σε άνοδο της πα­ρα­γω­γής και των ει­σο­δη­μά­των, θα συμ­βά­λει στην άρση της οι­κο­νο­μι­κής δυ­σπρα­γί­ας και θα με­τα­τρα­πεί έτσι σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον. Όταν όμως το ιδιαί­τε­ρο με­ρι­κό συμ­φέ­ρον της τάξης μας με­τα­τρέ­πε­ται σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον, η πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία μάς ανή­κει.

Εάν όμως η κυ­βέρ­νη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ακο­λου­θή­σει τη στρα­τη­γι­κή της πρω­το­κα­θε­δρί­ας των επι­χει­ρή­σε­ων και του «λιτού βίου», προ­κει­μέ­νου να αυ­ξη­θεί το προ­ϊ­όν, τότε παί­ζει ήδη στο πεδίο του αντι­πά­λου και εί­μα­στε σε δια­δι­κα­σία απώ­λειας της πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας.

Παρανοϊκοί ή ταξικά προσανατολισμένοι;

marx_keynes
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Πώς να καταλάβουμε τη διαπραγμάτευση και τα μονοπάτια που ακολουθεί; Αυτή η ερώτηση δεν είναι μόνο επίκαιρη τώρα που παρακολουθούμε τις εξελίξεις εν θερμώ, αλλά θα παραμένει κρίσιμη καις τη συνέχεια, όταν όλα θα έχουν παιχτεί και θα πρέπει να καταλάβουμε τι συνέβη, τι μας συνέβη.

Ο τρόπος του Κέινς

Ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί η ελληνική πλευρά τη φύση της διαπραγμάτευσης, είναι ο τρόπος του Κέινς, που θεωρούσε ότι το σημαντικό στην οικονομική πολιτική δεν είναι οι κοινωνικές αντιθέσεις, η ταξική πάλη, αλλά οι παλιές, οι σκουριασμένες ιδέες που εμποδίζουν τη λογική και οδηγούν σε αποφάσεις καταστροφικές, όχι μόνον για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις αλλά και για τις κυρίαρχες. Αυτή η πίστη των αριστερών κεϊνσιανών, που βρίσκεται διατυπωμένη όχι μόνο στις πρώτες αλλά και στις τελευταίες σελίδες του μεγάλου βιβλίου του δασκάλου τους, εξηγεί την πίστη τους στη διαπραγματευτική δύναμη του ορθού λόγου, την επιθυμία τους να καθήσουν στην ίδια πλευρά του διαπραγματευτικού τραπεζιού και όχι απέναντι, να διατυπώσουν προτάσεις που τελικά συμφέρουν όλες τις πλευρές (που όπως λένε τώρα είναι καταστάσεις win-win). Είναι η ίδια θεώρηση των πραγμάτων που εξηγεί την αθώα στάση ενός μεγάλου προοδευτικού οικονομολόγου όπως ο Πολ Κρούγκμαν που, όποτε γράφει για την Ελλάδα, βρίσκεται σε διαρκή απορία γιατί οι ηγετικές δυνάμεις της Ευρώπης φέρονται τόσο παράλογα ώστε να θέτουν σε δοκιμασία το ίδιο το ευάλωτο παιδί τους που είναι η Ευρωζώνη, γιατί βυθίζουν την οικονομία στην ύφεση και φλερτάρουν με τον αποπληθωρισμό.

Οι αριστεροί κεϊνσιανοί –οικονομολόγοι ή πολιτικοί– εγκαλούν λοιπόν την καθεστωτική οικονομία και την εξουσία στο δρόμο της λογικής, που είναι ο δρόμος της οικονομικής μεγέθυνσης, των επενδύσεων, της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων, και προτείνουν λύσεις βασισμένες στον ορθό λόγο, λύσεις «συμφέρουσες σε όλους». Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική πλευρά κατανοεί τη φύση της διαπραγμάτευσης.

Ο τρόπος του Μαρξ

Ένας άλλος τρόπος να κατανοήσουμε τη φύση της διαπραγμάτευσης, είναι ο τρόπος του Μαρξ: η κρίση είναι το περιβάλλον που επιτρέπει στην τάξη των κεφαλαιοκρατών να επιβάλει τις απαιτήσεις της. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά το «Κεφάλαιο» γνωρίζουμε ότι το επίπεδο συνείδησης της αστικής τάξης τής επιτρέπει να οργανώνει συνειδητά πλέον την κρίση ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων, για να δεχθούν λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις, χαμηλότερους μισθούς, σκληρές εργασιακές σχέσεις και ταπεινώσεις υπό την πίεση της ανεργίας και του διογκούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού. Έτσι και στην Ελλάδα, η όλη διαδικασία της ύφεσης και της πολιτικής τής εξαθλίωσης, της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους, της ανεργίας και της απαξίωσης της εργασίας, απέκτησε τη λογική του οικονομικού δαρβινισμού, τη λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών, ή των λιγότερο ανταγωνιστικών, κεφαλαίων και των πιο αδύναμων ανθρώπων ώστε η ελληνική οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά ένα νέο μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω μιας διαδικασίας «δημιουργικής» καταστροφής και ιστορικής ήττας των δυνάμεων της εργασίας και της Αριστεράς. Οι καθεστωτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις πλησίασαν αρκετά στην καμπή εκείνη του δρόμου όπου η άρχουσα τάξη, οι σύμμαχοί της στην Ευρώπη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι, μπορούσαν να ελπίζουν σε μια παγίωση των κατακτήσεών τους στην Ελλάδα, καθώς είχαν ήδη αρχίσει να διακρίνουν το περίγραμμα ενός νέου ολοκληρωμένου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που ενσωμάτωνε ως οργανικά στοιχεία του όλες τις βαρβαρότητες που γνωρίσαμε μετά το 2009.

Το «σάπιο μήλο»

Ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, που δεν είναι καν επαναστατική αλλά κινείται στον πρωτότυπο χώρο της ριζοσπαστικής κεντροαριστεράς, έχει ακυρώσει το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν οργανωμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, ώστε να μεταβεί ταχύτατα σε νέο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα ούτε καν τη μνήμη τους.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις του ευρωπαϊκού καπιταλισμού καλούνται τώρα να διαχειριστούν την ήττα τους και να ελέγξουν τις επιπτώσεις της πριν αυτές αποκτήσουν εκρηκτικό, μεταδιδόμενο, άρα ανεξέλεγκτο χαρακτήρα. Διότι η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές δεν διέψευσε μόνον την ικανότητά τους να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους. Η ήττα τους μπορεί να γίνει ντόμινο, και η μόλυνση από το «σάπιο μήλο» να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας, που είναι ένα κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ενώ παλιότερα η λιτότητα ήταν συγκριτικά περιορισμένη και συνήθως αφορούσε τη μεσοπρόθεσμη διάρκεια χωρίς να διαταράσσονται οι μακροχρόνιες ισορροπίες του συστήματος, σήμερα έχει αποκτήσει κεντρική σημασία: Όταν το κεφάλαιο είναι υπερσυσσωρευμένο, όταν είναι πέντε έως επτά φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ, όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να μην καταρρεύσει η κερδοφορία απαιτείται ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, και αυτό επιτυγχάνεται με την υψηλή ανεργία. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος. Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί. Αυτά εξηγούν τη σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της Ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό, επικίνδυνο εχθρό, δηλαδή την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποιος φοβάται ακόμη την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ;


Η κυβέρνηση θα αυξήσει τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ με νομοθετική ρύθμιση, ακριβώς όπως η προηγούμενη κυβέρνηση τον μείωσε στα 586 ευρώ. Όταν ο κατώτατος μισθός μεταβάλλεται, ολόκληρη η μισθολογική κλίμακα τείνει να μετατραπεί, ώστε να διατηρούνται λίγο-πολύ σταθερές οι αναλογίες κατά τις οποίες αμείβονται οι διαφορετικές μερίδες μισθωτών όπως αυτές διαμορφώνονται από τις γνώσεις και τις δεξιότητες, τη θέση εργασίας, τα χαρακτηριστικά της επιχείρησης και του κλάδου κ.λπ. Αυτό συμβαίνει επειδή ο κατώτατος μισθός είναι η αμοιβή της απλής, ανειδίκευτης εργασίας που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αμοιβής κάθε μορφής σύνθετης, ειδικευμένης εργασίας.

Έτσι η αύξηση των κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ θα τείνει να μεταβάλει τη μισθολογική πυραμίδα τουλάχιστον μέχρι τα μεσαία στελέχη των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, και για το λόγο αυτόν η σημασία της είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Επίσης, η κυβέρνηση θα επαναφέρει το θεσμικό πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καταργώντας τους νόμους εκείνους της τελευταίας τριετίας που ευνοούν σκανδαλωδώς την ισχύ των εργοδοτών έναντι των εργαζομένων και έχουν οδηγήσει σε μεγάλες μειώσεις των μισθών του ιδιωτικού τομέα. Αυτές οι θεσμικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας θα τείνουν να επαναφέρουν σταδιακά την αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού σε υψηλότερα επίπεδα καθώς οι συλλογικές διαπραγματεύσεις θα διευκολύνουν την αναδιάταξη της μισθολογικής κλίμακας επί της νέας βάσης της που θα είναι ο κατώτατος μισθός των 751 ευρώ.

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα: Από τον τρόπο που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να διευθετήσει το ζήτημα του κατώτατου μισθού, διαφαίνεται αμηχανία, προβληματισμός, και έλλειψη αυτοπεποίθησης σχετικά με τις αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Η ισχυρότερη ένδειξη αυτής της αμηχανίας, και τελικά ενός φόβου, για υποτιθέμενες αρνητικές επιπτώσεις του κατώτατου μισθού στην οικονομία είναι το γεγονός ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού εντάσσεται από την κυβέρνηση σε ένα «πακέτο» συνοδευτικών μέτρων που προσφέρονται ως αντάλλαγμα στις επιχειρήσεις προκειμένου να προστατευθούν από υποτιθέμενες ζημιές οφειλόμενες στην άνοδο του ελάχιστου μισθού στα 751 ευρώ. Ο φόβος αυτός έχει μια ιδεολογική βάση που προπαγανδίζεται από τους καθεστωτικούς οικονομολόγους και τις ίδιες τις επιχειρήσεις: Ισχυρίζονται ότι οι αυξήσεις των μισθών έχουν υφεσιακά αποτελέσματα, δημιουργούν αφόρητες συνθήκες στις επιχειρήσεις – και ότι αυτό αυξάνει την ανεργία.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει πραγματικά:

Σύμφωνα με οικονομετρικές εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ που περιέχονται στην μελέτη «Η επίδραση της λειτουργικής διανομής του εισοδήματος στην συναθροιστική ζήτηση της ελληνικής οικονομίας», της Αιμιλίας Μαρσέλλου, η ζήτηση στην Ελλάδα ωθείται από τους μισθούς. Η αύξηση του μεριδίου των μισθών έχει θ&epsilon