Μια ταξικά μεροληπτική πρόταση για τη μείωση της ανεργίας

banner12

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά 9/9/2015.

1. Η υψηλή ανεργία είναι δομικό στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η μείωση και εν συνεχεία η διατήρηση των μισθών σε βαλκανικά επίπεδα είναι συστατικό στοιχείο του μνημονιακού μοντέλου ανάπτυξης, του μνημονιακού μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που οικοδομείται σταδιακά στην Ελλάδα μέσω της εφαρμογής των διαδοχικών «προγραμμάτων προσαρμογής της οικονομίας».
Υπάρχουν δύο όροι για να διατηρούνται οι μισθοί σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Ο πρώτος είναι να υπάρχει χρόνια υψηλή ανεργία ως μέσο πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων και ο δεύτερος είναι η διατήρηση της αγοράς εργασίας σε καθεστώς μόνιμης απορρύθμισης. Η χρόνια και υψηλή ανεργία είναι δομικό, δηλαδή αναπόσπαστο και διαρκές στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου. Με πιο απλά λόγια, το μνημονιακό καθεστώς, που οικοδομείται τώρα με σκοπό να παραμείνει κατά τις επόμενες δεκαετίες, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς υψηλά ποσοστά ανεργίας τόσο υψηλά, ώστε να συμπιέζουν τους μισθούς. Ακόμη και εάν το καθεστώς ξεφύγει κάποια στιγμή από την ύφεση, η μεγέθυνσή του θα είναι αναγκαστικά περιορισμένη, ώστε να διατηρείται υψηλό το ποσοστό ανεργίας, να παραμένουν πειθαρχημένες οι εργαζόμενες τάξεις και να αποδέχονται χαμηλούς μισθούς -τόσο χαμηλούς, ώστε η κερδοφορία να ανέρχεται στο ύψος που επιθυμεί και απαιτεί το κεφάλαιο.
Όποιος, λοιπόν, εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική εργάζεται αναγκαστικά για ένα μέλλον χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας –και εάν νομίζει ότι μπορεί να κάνει κάτι ενάντια σε αυτό, όπως αρκετά στελέχη του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται, κοροϊδεύει τον εαυτό του και τους άλλους.
Εμείς όμως -και μιλώ τώρα για τη Λαϊκή Ενότητα- θα μπορούσαμε να μειώσουμε την ανεργία; Τι πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμά μας γι’ αυτό;
2. Για τη μείωση της ανεργίας στη βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμη διάρκεια
Σημείο εκκίνησης μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία θα θέσει σε λειτουργία το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας και θα αυξήσει την απασχόληση. Τα κύρια βήματα για την αύξηση της ζήτησης μπορούν να είναι τα εξής:
α. Το κράτος να αναλάβει τον ρόλο του εργοδότη τελευταίας καταφυγής, χρηματοδοτώντας μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και στους κρίσιμους τομείς (υγεία και κοινωνική πολιτική), όπου οι κοινωνικές ανάγκες παραμένουν δραματικά ακάλυπτες.
β. Ταυτοχρόνως, μια πρόσθετη αύξηση της ζήτησης ήδη από το πρώτο έτος θα προέλθει από την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, που θα προκαλέσει μια συγκριτικά μικρότερη, αλλά αξιόλογη αύξηση του μέσου μισθού. Προκειμένου να αναπτυχθεί ελεύθερα το παιχνίδι μεταβίβασης της αύξησής του σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσουμε και όλα όσα ανήκουν στην κινηματική πρακτική και τον ταξικό συνδικαλισμό.
γ. Αύξηση του μέσου μισθού δεν θα επέλθει, όμως, μόνο εξαιτίας της αύξησης του κατώτατου μισθού, αλλά και επειδή θα αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας, ώστε να ευνοεί την ισχύ των μισθωτών στις διαπραγματεύσεις έναντι των εργοδοτών.
Έτσι, θα επέλθει αύξηση της ζήτησης ως το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αρχικής μεγέθυνσης της απασχόλησης και της αύξησης των μισθών, δηλαδή της αύξησης του συνολικού εισοδήματος της μισθωτής εργασίας. Αυτή η μεγέθυνση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, όπως έχουν δείξει πρόσφατες έρευνες για την Ελλάδα, είναι ικανή να οδηγήσει σε διαδοχικούς κύκλους αυξήσεων της παραγωγής, διότι έχει μεγαλύτερη σημασία ως ζήτηση παρά ως κόστος (τουλάχιστον για όσο καιρό υπάρχει αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό).
Αυτά θα ισχύουν έως ότου η οικονομία χρησιμοποιήσει το παραγωγικό της δυναμικό πλήρως ή στο μεγαλύτερο βαθμό του. Μετά από αυτό, η μείωση της ανεργίας θα εξαρτηθεί από άλλους παράγοντες που δρουν στη μακροχρόνια διάρκεια.
3. Για τη μείωση της ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια
Ο βασικός καθορισμός του ποσοστού ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια είναι το ύψος της απαίτησης του κεφαλαίου επί του προϊόντος, δηλαδή του στόχου που θέτουν οι επιχειρήσεις για τα κέρδη τους. Όσο υψηλότερη είναι η απαίτηση του κεφαλαίου επί του προϊόντος, όσο υψηλότερος είναι ο στόχος που έχει θέσει για τα κέρδη, όσο μεγαλύτερο δηλαδή είναι το μερίδιο του ΑΕΠ που το κεφάλαιο θέλει να ιδιοποιηθεί, τόσο χαμηλότεροι πρέπει να είναι οι μισθοί για να δεχθούν οι επιχειρήσεις να απασχολήσουν το εργατικό δυναμικό και τόσο υψηλότερη πρέπει να είναι η ανεργία.
Αυτός είναι ο λόγος που τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι, μέσα στην κρίση, το μέσο περιθώριο κέρδους στην Ελλάδα αυξήθηκε κατακόρυφα και διέγραψε πορεία ακριβώς παράλληλη με την καμπύλη του ποσοστού ανεργίας, υπογραμμίζοντας έτσι τη στενή σχέση μεταξύ των δύο μεγεθών.
Επομένως, η μείωση της ανεργίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα χωρίς να μειωθούν οι απαιτήσεις κερδοφορίας των επιχειρήσεων, που κατά μέσο όρο απολαμβάνουν σήμερα στην Ελλάδα υπερμεγέθη περιθώρια κέρδους σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Μια τέτοια μείωση των υπέρογκων απαιτήσεων κερδοφορίας μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους:
α. Ακριβώς όπως οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου μειώνουν την ικανότητα των μισθωτών εργαζομένων να αυξάνουν το εισοδηματικό μερίδιό τους στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έτσι και η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να μειώσει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων, ώστε να μειωθούν οι ολιγοπωλιακές τιμές σε μεγάλους και σημαντικούς κλάδους παραγωγής (σε αντίθεση με τις ψευδεπίγραφες διαρθρωτικές αλλαγές που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα σε φαρμακεία, γιατρούς κ.λπ.).
β. Η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να παρέμβει νομοθετικά, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να απαλλοτριώνουν τις επιχειρήσεις που οι ιδιοκτήτες τους δεν επιθυμούν να κρατήσουν σε λειτουργία, επειδή το ύψος του κέρδους που αποκομίζουν δεν είναι ικανοποιητικό. Πέραν του οφέλους που θα υπάρξει σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος των εργαζομένων, η διατήρηση σε λειτουργία μεγάλου αριθμού τέτοιων επιχειρήσεων θα ευνοήσει και την ένταση του ανταγωνισμού στους αντίστοιχους κλάδους, άρα και τη μείωση των τιμών και των περιθωρίων κέρδους. Γενικότερα, οι άμεσες κρατικές παρεμβάσεις στις μορφές ιδιοκτησίας του αργούντος παραγωγικού δυναμικού πρέπει να επιβάλλονται όταν το γενικό συμφέρον, όπως το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενες τάξεις με το δικό τους αξιακό φορτίο, το επιβάλλει.