Βαδίζουμε χωριστά, χτυπάμε μαζί

150925-twin-houses-1969-870x418

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 24 και στο rednotebook στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

Βρισκόμαστε τώρα αντιμέτωποι με τη σκληρή αλήθεια ότι οι εργαζόμενες τάξεις γύρισαν την πλάτη στη Λαϊκή Ενότητα, και για να είμαστε ακριβείς θεώρησαν κυριολεκτικά ανύπαρκτη την εναλλακτική λύση που παρουσίασε το κόμμα που στηρίξαμε. Θα έπρεπε να είναι προφανές, σε όλους όσοι νιώθουν ότι μπορούν να συνεχίσουν, ότι μετά από μια τέτοια συντριπτική ήττα δεν είναι δυνατόν να συνεχίζουμε όπως πρώτα, και ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να συγκροτήσουμε, και μάλιστα από μηδενική βάση, ανοίγοντας εξ’ υπαρχής όλα τα ζητήματα, από τις ιδεολογικές και θεωρητικές μας αναφορές, το στρατηγικό μας στόχο και πώς να τον πετύχουμε, το πολιτικό μας πρόγραμμα το άμεσο και το μεταβατικό, έως τη μορφή της οργάνωσης που πρέπει να υιοθετήσουμε και την εσωκομματική δημοκρατία.

Για να πε­τύ­χου­με όμως αυτά, θα πρέ­πει να εκτι­μή­σου­με ορθά τα επί­δι­κα αντι­κεί­με­να της ιστο­ρι­κής στιγ­μής - και αυτό μας φέρ­νει αντι­μέ­τω­πους με μια μεί­ζο­να δυ­σκο­λία που δεν χω­ρά­ει κάτω από το χαλί. Οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δια­τρέ­χο­νται από ισχυ­ρές δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές που δεν θα επέ­τρε­παν τη συ­γκρό­τη­ση ενιαί­ου κόμ­μα­τος.

Η πιο ση­μα­ντι­κή από αυτές είναι η εκτί­μη­ση της ιστο­ρι­κής στιγ­μής, της συ­γκυ­ρί­ας. Άλλοι θε­ω­ρούν πως η κύρια πο­λι­τι­κή αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι αφε­νός μεν με­τα­ξύ της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας, που κα­λύ­πτε­ται από την έν­νοια του λαού, αφε­τέ­ρου δε του ιμπε­ρια­λι­σμού και των ολι­γά­ριθ­μων ντό­πιων συμ­μά­χων του. Είναι λο­γι­κό, όσοι δια­τυ­πώ­νουν αυτή την πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση να εμπνέ­ο­νται από το ιστο­ρι­κό υπό­δειγ­μα του ΕΑΜ ως υπό­δειγ­μα άσκη­σης πο­λι­τι­κής και να το προ­σαρ­μό­ζουν στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες. Άλλοι πάλι, έρ­χο­νται από δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις της Αρι­στε­ράς και εκτι­μούν ότι η κύρια αντί­θε­ση στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου και των συμ­μά­χων του (που δεν είναι μια δράκα εκ­με­ταλ­λευ­τών αλλά ένα ολό­κλη­ρο μπλοκ κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, με­ρί­δων τά­ξε­ων και ομά­δων) να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θούν, και να πά­ρουν και τα ρίσκα τους γι’ αυτό.

Δεν πρό­κει­ται για ισχνή δια­φο­ρά διότι εξει­δι­κεύ­ε­ται σε μια σειρά δι­χο­γνω­μιών, σε μια σειρά δια­φο­ρε­τι­κών απα­ντή­σε­ων στην ερώ­τη­ση «τι να κά­νου­με». Για πα­ρά­δειγ­μα, σε ποιους να απευ­θυν­θού­με; Εάν η κύρια αντί­θε­ση είναι με­τα­ξύ λαού και ιμπε­ρια­λι­σμού (και ντό­πιων συμ­μά­χων του), τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στην κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που πε­ρι­λαμ­βά­νει πάνω - κάτω τους πά­ντες εκτός από την ολι­γά­ριθ­μη τάξη της ολι­γαρ­χί­ας και του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου —και εδώ είναι ξε­κά­θα­ρο ότι απευ­θυ­νό­μα­στε και στη μι­κρο­α­στι­κή τάξη, τα λε­γό­με­να «με­σαία στρώ­μα­τα» που υπο­βαθ­μί­ζο­νται, τις μι­κρο­με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις (δη­λα­δή τους ιδιο­κτή­τες τους), τους μι­κρούς εμπό­ρους που κλεί­νουν τα μα­γα­ζιά τους, τους μι­σθω­τούς συλ­λή­βδην ανε­ξάρ­τη­τα από τη θέση τους στην ερ­γα­σια­κή ιε­ραρ­χία κ.λπ. Εάν πάλι η κύρια αντί­θε­ση είναι τάξη ενα­ντί­ον τάξης, το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου ενα­ντί­ον των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στις συ­γκε­κρι­μέ­νες τά­ξεις - που ση­μαί­νει ότι δεν μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πού­με όσους ωφε­λού­νται από την απε­λευ­θέ­ρω­ση των απο­λύ­σε­ων, όπως τα αφε­ντι­κά, μικρά, με­σαία και με­γά­λα, και να εκ­προ­σω­πού­με ταυ­το­χρό­νως όσους θα τις υπο­στούν. Ούτε μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πή­σου­με όσους πε­ρι­μέ­νουν το μισθό των 751 ευρώ και τους ερ­γο­δό­τες τους ταυ­τό­χρο­να, όσους πα­ρα­μέ­νουν απλή­ρω­τοι και όσους δεν τους πλη­ρώ­νουν.

Είναι προ­φα­νές, λοι­πόν, ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δεν μπο­ρούν να συ­γκρο­τη­θούν σε ενιαίο κόμμα. Μπο­ρούν όμως να ορ­γα­νω­θούν σε ξε­χω­ρι­στές πο­λι­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με ενιαία αντί­λη­ψη της συ­γκυ­ρί­ας, της κοι­νω­νι­κής απεύ­θυν­σης και της πο­λι­τι­κής δρά­σης, και εν συ­νε­χεία να συμ­με­τέ­χουν στο αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο. Βα­δί­ζου­με ξε­χω­ρι­στά, χτυ­πά­με μαζί! Η δη­μιουρ­γία ή ανα­συ­γκρό­τη­ση ενός κόμ­μα­τος που θα υπο­κρύ­πτει μέ­τω­πο, όπου οι ρόλοι θα συγ­χέ­ο­νται και όλοι θα συ­νυ­πάρ­χουν μέσα στην ορ­γα­νω­τι­κή δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια, θα οδη­γή­σει ανα­γκα­στι­κά στην πο­λυ­διά­σπα­ση και την πα­ρακ­μή.