Η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα

Από το facebook
marxian
.

Ο σοσιαλισμός, το μεταβατικό πρόγραμμα και η ΛΑΕ

των Ηλία Ιωακείμογλου και Πάνου Κοσμά
δημοσιεύθηκε στο rproject στις 8/4/2016

1. Tο πρόβλημα κάτω από το χαλί

Υπάρ­χουν, άραγε, δια­φο­ρές στην αντί­λη­ψη που έχου­με με­τα­ξύ μας, στο εσω­τε­ρι­κό της ΛΑΕ, σχε­τι­κά με θε­με­λιώ­δη ζη­τή­μα­τα, όπως η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, η σχέση πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων και πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, η πο­ρεία προς το σο­σια­λι­σμό; Εάν οι δια­φο­ρές αυτές όντως υπάρ­χουν, μπο­ρούν, άραγε, να γε­φυ­ρω­θούν τώρα, χάρη στην καλή θέ­λη­ση που έχου­με και η οποία χτί­στη­κε με τον καιρό μέσα από την εμπει­ρία της συ­νύ­παρ­ξής μας στον Σύ­ρι­ζα; Μπο­ρού­με, μήπως, να τις πα­ρα­βλέ­ψου­με στο όνομα της μά­ξι­μουμ ορ­γα­νω­τι­κής ενό­τη­τας; Υπάρ­χουν ισχυ­ρά επι­χει­ρή­μα­τα ότι η απά­ντη­ση είναι αρ­νη­τι­κή (βλ. στο σχε­τι­κό άρθρο που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά (1) και στο Rproject). Οι δια­φο­ρές είναι θε­με­λια­κές, ισχυ­ρι­ζό­ταν το άρθρο, διότι ανα­φέ­ρο­νται στη χά­ρα­ξη πο­λι­τι­κής στρα­τη­γι­κής, στη μα­κρο­χρό­νια πο­ρεία που θα ακο­λου­θή­σου­με ως ΛΑΕ, τι στό­χους θα βά­λου­με, ποιες συμ­μα­χί­ες χρεια­ζό­μα­στε. Και αν κάτι μπο­ρεί να μας δι­δά­ξει το πα­ρελ­θόν, είναι ότι οι εν λόγω δια­φο­ρές ανα­φέ­ρο­νται σε ιδέες που αλ­λη­λο-γρον­θο­κο­πού­νται εδώ και έναν αιώνα χωρίς να επι­τευ­χθεί ποτέ κα­νε­νός εί­δους σύν­θε­ση. Για τους λό­γους αυ­τούς, κα­τέ­λη­γε το άρθρο, η μόνη απο­τε­λε­σμα­τι­κή μορφή σύ­ντα­ξης των δυ­νά­με­ων της δικής μας Αρι­στε­ράς δεν μπο­ρεί να είναι άλλη από το ενιαίο μέ­τω­πο, δεν μπο­ρεί να είναι η μορφή «κόμμα» ή κά­ποια υβρι­δι­κή μορφή με­τώ­που και κόμ­μα­τος.

Σε απά­ντη­ση ή στον από­η­χο των πα­ρα­πά­νω από­ψε­ων, ο σ. Πέ­τρος Πα­πα­κων­στα­ντί­νου δη­μο­σί­ευ­σε στην Ίσκρα (2) άρθρο με το οποίο άσκη­σε κρι­τι­κή στις πα­ρα­πά­νω από­ψεις, και ο σ. Πα­να­γιώ­της Σω­τή­ρης το­πο­θε­τή­θη­κε στο Εκτός Γραμ­μής (3). Κατά πα­ρά­δο­ξο τρόπο, και τα δύο άρθρα επι­βε­βαιώ­νουν εμ­μέ­σως τη θέση που θέ­λουν να απορ­ρί­ψουν, δη­λα­δή τη θέση ότι οι δια­φο­ρές από­ψε­ων στο εσω­τε­ρι­κό της ΛΑΕ όσον αφορά τα στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα είναι αντα­γω­νι­στι­κές και έτσι δεν μπο­ρούν να απο­τε­λέ­σουν αντι­κεί­με­νο σύν­θε­σης και ανα­γκα­στι­κά επι­βάλ­λουν τη μορφή «ενιαίο μέ­τω­πο». Αυτή η έμ­με­ση επι­βε­βαί­ω­ση υπάρ­χει επει­δή και τα δύο άρθρα, κάθε ένα από αυτά ξε­χω­ρι­στά, υπο­γραμ­μί­ζουν τις δια­φο­ρές στην αντί­λη­ψη των στρα­τη­γι­κών, μα­κρο­πρό­θε­σμων κα­τευ­θύν­σε­ων που υπάρ­χουν στο εσω­τε­ρι­κό της ΛΑΕ, παίρ­νο­ντας θέση υπέρ της μίας ή της άλλης άπο­ψης, και μά­λι­στα με τρόπο επαρ­κώς άκαμ­πτο και ανυ­πο­χώ­ρη­το, ώστε να απο­τε­λεί ερώ­τη­μα πώς μπο­ρεί να γίνει εφι­κτή η σύ­ντα­ξη προ­γράμ­μα­τος μέσω της σύν­θε­σης τόσο δια­φο­ρε­τι­κών στρα­τη­γι­κών προ­σα­να­το­λι­σμών.

Για πα­ρά­δειγ­μα, ο σ. Σω­τή­ρης, με έναν συλ­λο­γι­σμό που ανα­φέ­ρε­ται στην ιστο­ρι­κή συ­γκυ­ρία στην Ελ­λά­δα, φτά­νει στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι «εξαρ­χής, η έξο­δος από την ύφεση και το ‘‘σπι­ράλ θα­νά­του­’’ της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας θα απαι­τή­σει με­τα­σχη­μα­τι­σμούς σε σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα όξυν­ση των τα­ξι­κών συ­γκρού­σε­ων με την ‘‘επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τα­’’». Και για να μην υπάρ­ξουν πα­ρε­ξη­γή­σεις, ο Πα­να­γιώ­της ανα­φέ­ρει με­τα­ξύ άλλων ως με­τα­σχη­μα­τι­σμούς σε σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση «πρα­κτι­κές αυ­το­δια­χεί­ρι­σης για το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που μένει ανα­ξιο­ποί­η­το (...) πρα­κτι­κές ερ­γα­τι­κού ελέγ­χου (...) ανα­γκα­στι­κά πλατύ πει­ρα­μα­τι­σμό σε νέες μορ­φές ορ­γά­νω­σης της πα­ρα­γω­γής». Είναι, άραγε, εφι­κτό, να υπάρ­ξει σύν­θε­ση της άπο­ψης αυτής με την άποψη που δια­τυ­πώ­νει ο Πέ­τρος στο άρθρο του ότι δεν μπο­ρούν να υπάρ­ξουν «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες» εντός κα­πι­τα­λι­στι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, με μη κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές πα­ρα­γω­γής; Διότι, ας μη γε­λιό­μα­στε, η τα­ξι­κή σύ­γκρου­ση με την επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, η αυ­το­δια­χεί­ρι­ση σε κα­τει­λημ­μέ­νες από τους ερ­γα­ζό­με­νους επι­χει­ρή­σεις, ο ερ­γα­τι­κός έλεγ­χος, ο πει­ρα­μα­τι­σμός με νέες μορ­φές ορ­γά­νω­σης της πα­ρα­γω­γής, δεν είναι «με­τα­σχη­μα­τι­σμοί σε σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση», είναι με­τα­σχη­μα­τι­σμοί με σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα μέσα στα σπλά­χνα του κα­πι­τα­λι­σμού.

Το πα­ρά­δειγ­μα αυτό (και άλλα που θα μπο­ρού­σα­με εύ­κο­λα να πολ­λα­πλα­σιά­σου­με με το υλικό των δη­μο­σιευ­μέ­νων άρ­θρων) δεί­χνει με γλα­φυ­ρό τρόπο ότι τα τρία άρθρα των συ­ντρό­φων, ενώ υπο­γραμ­μί­ζουν θε­με­λιώ­δεις δια­φο­ρές όσον αφορά στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα, κα­τα­λή­γουν, πα­ρα­δό­ξως, στην πρό­τα­ση ενός προ­γράμ­μα­τος υβρι­δι­κής μορ­φής με­τώ­που - κόμ­μα­τος με ελά­χι­στη στρα­τη­γι­κή σύ­γκλι­ση. Η εντύ­πω­ση που δη­μιουρ­γεί­ται είναι ότι σπρώ­χνουν το πρό­βλη­μα κάτω από το χαλί, όπως συ­νη­θί­ζε­ται στη ΛΑΕ από την πρώτη στιγ­μή της συ­γκρό­τη­σής της, με απο­τέ­λε­σμα τη συσ­σώ­ρευ­ση μιας εν πολ­λοίς βου­βής πι­κρί­ας και απο­γο­ή­τευ­σης που ενι­σχύ­ει φυ­γό­κε­ντρες τά­σεις απο­συ­σπεί­ρω­σης.

Εάν έτσι έχουν τα πράγ­μα­τα, πρέ­πει εδώ που βρι­σκό­μα­στε να υπάρ­ξει ένας λε­πτο­με­ρής διά­λο­γος για να ελέγ­ξου­με τη υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας ότι είναι εφι­κτή μια «ελά­χι­στη στρα­τη­γι­κή σύ­γκλι­ση» (κατά την έκ­φρα­ση του Πέ­τρου) και βε­βαί­ως σε τι θα συ­νί­στα­το αυτό το ελά­χι­στο. Τα τρία πρώτα δη­μο­σιευ­μέ­να άρθρα έχουν ήδη εγκαι­νιά­σει μια ευ­ρεία, συ­ντρο­φι­κή και ανοι­χτή συ­ζή­τη­ση που έπρε­πε να είχε γίνει από καιρό, και η οποία μπο­ρεί να θέσει στη δο­κι­μα­σία της κρι­τι­κής, ως υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας, τον ισχυ­ρι­σμό ότι μπο­ρούν οι συ­νι­στώ­σες της ΛΑΕ να συμ­φω­νή­σουν σε θέ­μα­τα στρα­τη­γι­κής σε βαθμό επαρ­κή ώστε η μορφή «κόμμα» ή κά­ποια υβρι­δι­κή μορφή με­τώ­που-κόμ­μα­τος να προ­κρί­νε­ται ως η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρη μορφή συ­γκρό­τη­σης συλ­λο­γι­κό­τη­τας.

Σε αυτή την κα­τεύ­θυν­ση, του πε­ραι­τέ­ρω δια­λό­γου, το υπό­λοι­πο άρθρο ανα­φέ­ρε­ται σε εκεί­νες τις δια­φο­ρές θε­με­λια­κών αντι­λή­ψε­ων που υπάρ­χουν στους κόλ­πους της ΛΑΕ και έχουν την πιο κρί­σι­μη ση­μα­σία για την πο­ρεία μας στο εξής, εξη­γώ­ντας τώρα κα­λύ­τε­ρα τις θέ­σεις του άρ­θρου που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά και θε­ω­ρή­θη­κε ότι υιο­θε­τεί «εύ­κο­λες λύ­σεις» (Πέ­τρος) ή ότι έχει «σχη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα» (Πα­να­γιώ­της). Σαν προ­ϋ­πό­θε­ση των συλ­λο­γι­σμών που ακο­λου­θούν, λαμ­βά­νου­με ως αυ­το­νό­η­το δε­δο­μέ­νο ότι κα­νείς μας δεν επι­θυ­μεί την ανα­πα­ρα­γω­γή ενός «Σύ­ρι­ζα 2», ενός με­τώ­που-κόμ­μα­τος όπου η ηγε­σία κάνει ό,τι θέλει και η αντι­πο­λί­τευ­ση κα­τα­γρά­φει τις δια­φω­νί­ες της, η ηγε­σία ει­ση­γεί­ται και η αντι­πο­λί­τευ­ση κα­τα­θέ­τει τρο­πο­λο­γί­ες, διότι το απο­τέ­λε­σμα τέ­τοιων πρα­κτι­κών δεν είναι η σύν­θε­ση από­ψε­ων αλλά το «κα­πέ­λω­μα» και τε­λι­κά ο εκ­φυ­λι­σμός.

2. Το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα και ο σο­σια­λι­σμός

Υπάρ­χουν δύο αντι­λή­ψεις για την πο­ρεία στο σο­σια­λι­σμό (γε­νι­κά στην Αρι­στε­ρά, αλλά και στη ΛΑΕ), οι οποί­ες έρ­χο­νται εύ­κο­λα στη επι­φά­νεια με την ερώ­τη­ση εάν ο σο­σια­λι­σμός είναι απλώς ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας ή μήπως είναι και μια ιστο­ρι­κή τάση, δη­λα­δή μια αυ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προς μια ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κή κοι­νω­νία (τον κομ­μου­νι­σμό), μια ιστο­ρι­κή τάση εγ­γε­γραμ­μέ­νη στον ίδιο τον τρόπο ύπαρ­ξης του κα­πι­τα­λι­σμού, εγ­γε­γραμ­μέ­νη στο εγ­γε­νές ρήγμα της αντί­θε­σης κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας και γι’ αυτό διαρ­κώς πα­ρού­σα - έτσι ώστε τα φύτρα του κομ­μου­νι­στι­κού μας μέλ­λο­ντος να ενυ­πάρ­χουν στα σπλά­χνα του κα­πι­τα­λι­σμού. Όχι μόνο με την έν­νοια ότι έχουν σχη­μα­τι­στεί στα σπλά­χνα του κα­πι­τα­λι­σμού αυτά τα φύτρα, που η Αρι­στε­ρά πρέ­πει να αγω­νι­στεί για να «απε­λευ­θε­ρω­θούν» από τους κα­τα­να­γκα­σμούς του κα­πι­τα­λι­στι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής, αλλά και με την έν­νοια ότι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας είναι όχι απλώς ενερ­γή αλλά και δε­σπό­ζου­σα, ανα­πα­ρά­γο­ντας διαρ­κώς το τα­ξι­κό - κοι­νω­νι­κό ρήγμα και μη επι­τρέ­πο­ντας πο­λι­τι­κές τα­ξι­κά «ου­δέ­τε­ρες».

Σύμ­φω­να με τη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρη­τι­κή πα­ρά­δο­ση, ο κομ­μου­νι­σμός (και ο σο­σια­λι­σμός που είναι η με­τα­βα­τι­κή φάση από τον κα­πι­τα­λι­στι­κό στον κομ­μου­νι­στι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής) «δεν είναι για εμάς μια κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των που πρέ­πει να εγκα­θι­δρυ­θεί, ένα ιδε­ώ­δες που σ' αυτό θα πρέ­πει να προ­σαρ­μο­στεί η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ονο­μά­ζου­με κομ­μου­νι­σμό την πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση που κα­ταρ­γεί τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των. Οι όροι αυτής της κί­νη­σης προ­κύ­πτουν από τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις που τώρα υπάρ­χουν» (Μαρξ και Έγκελς, Η Γερ­μα­νι­κή Ιδε­ο­λο­γία, Gutenberg, 1997, σελ. 81-82). Η δια­τύ­πω­ση «πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση» δεν θα πρέ­πει εδώ να ερ­μη­νευ­θεί ως «η κί­νη­ση που πράγ­μα­τι συμ­βαί­νει» αλλά ως «η κί­νη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας».

Αυτές οι δύο δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις για το σο­σια­λι­σμό, πα­ρά­γουν δύο δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις για τον τρόπο που σχε­διά­ζο­νται τα με­γά­λα, μα­κρο­χρό­νια, μελ­λο­ντι­κά βή­μα­τα μιας πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης της Αρι­στε­ράς, το στρα­τη­γι­κό της σχέ­διο:

Εάν ο σο­σια­λι­σμός είναι μόνο ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας, δια­κρι­τό από το προη­γού­με­νο στά­διο του κα­πι­τα­λι­σμού όπως το άσπρο με το μαύρο, τότε ο σο­σια­λι­σμός δεν εμ­φα­νί­ζε­ται με καμιά μορφή ύπαρ­ξης στο παρόν, και ως τού­του, για να φτά­σου­με σε αυτόν, φυ­σι­κό είναι να προη­γού­νται άλλα στά­δια υψη­λής προ­τε­ραιό­τη­τας, στα οποία το πε­ριε­χό­με­νο της δρά­σης μας κα­θο­ρί­ζε­ται απο­κλει­στι­κά με βάση το στόχο του τρέ­χο­ντος στα­δί­ου. Εάν, για πα­ρά­δειγ­μα, βρι­σκό­μα­στε σε ένα στά­διο όπου ο στό­χος είναι να προ­χω­ρή­σου­με σε ανα­διάρ­θρω­ση του πα­ρα­γω­γι­κού δυ­να­μι­κού, αυτό θα πρέ­πει να εξυ­πη­ρε­τεί το στόχο της επού­λω­σης των πλη­γών που άφησε η μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα, και έτσι ο στρα­τη­γι­κός μας στό­χος του σο­σια­λι­σμού εξω­θεί­ται σε κά­ποιο απροσ­διό­ρι­στο μελ­λον: αυτό που υπο­τί­θε­ται ότι χρειά­ζε­ται τώρα, είναι η ανα­συ­γκρό­τη­ση των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων του τόπου, ενώ ό,τι αφορά τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις ανα­βάλ­λε­ται επ' αό­ρι­στον επει­δή ανα­φέ­ρε­ται σε ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας που είναι ο σο­σια­λι­σμός. Οι φρά­σεις «στην κα­τεύ­θυν­ση του σο­σια­λι­σμού», «με σο­σια­λι­στι­κό ορί­ζο­ντα», «με σο­σια­λι­στι­κή προ­ο­πτι­κή», που χρη­σι­μο­ποιού­νται κατά κόρον από τα ηγε­τι­κά στε­λέ­χη της ΛΑΕ, απο­δί­δουν ακρι­βώς αυτή την αντί­λη­ψη, ενός σο­σια­λι­στι­κού μέλ­λο­ντος που δεν κα­θο­ρί­ζει το πε­ριε­χό­με­νο των ση­με­ρι­νών μας μαχών, αλλά μόνο τον «αξια­κό ορί­ζο­ντα» της πάλης μας. Η πε­ρί­πτω­ση της ΒΙΟΜΕ αντι­με­τω­πί­ζε­ται έτσι ως ου­το­πία ή ως μια απλή αμυ­ντι­κή κί­νη­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων, διότι όπως γρά­φει ο Πέ­τρος, δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες» στο αρ­χι­πέ­λα­γος του κα­πι­τα­λι­σμού. Η θε­ω­ρία των στα­δί­ων, ανα­φέ­ρε­ται λοι­πόν σε ένα είδος ιστο­ρι­κής σκά­λας που πρέ­πει να ανε­βού­με «ένα σκα­λο­πά­τι τη φορά» χωρίς να κοι­τά­με στην κο­ρυ­φή της μην τυχόν και ζα­λι­στού­με και πέ­σου­με.

Εάν πάλι ο σο­σια­λι­σμός δεν εμ­φα­νί­ζε­ται μόνο σε ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας, δη­λα­δή μόνο στο με­τα­βα­τι­κό ιστο­ρι­κό στά­διο ανά­με­σα στον κα­πι­τα­λι­σμό και τον κομ­μου­νι­σμό, αλλά είναι και μια ιστο­ρι­κή τάση διαρ­κώς πα­ρού­σα μέσα στην κί­νη­ση της ίδιας της κα­πι­τα­λι­στι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, επο­μέ­νως πα­ρού­σα εδώ και τώρα, αυτό ση­μαί­νει ότι είναι κάτι ανι­χνεύ­σι­μο μέσα στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες κα­πι­τα­λι­στι­κής βαρ­βα­ρό­τη­τας. Επο­μέ­νως, οι εν­διά­με­σοι πο­λι­τι­κοί στό­χοι που θέ­του­με πρέ­πει να εγκολ­πώ­νουν ευθύς εξαρ­χής στα άμεσα κα­θή­κο­ντα την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του στρα­τη­γι­κού στό­χου και να τη συν­θέ­τουν με την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του όποιου εν­διά­με­σου στό­χου. Το θε­ω­ρη­τι­κό σχήμα που προ­κύ­πτει από αυτά, είναι το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα, το οποίο είναι ευθύς εξαρ­χής με­τα­βα­τι­κό σο­σια­λι­στι­κό πρό­γραμ­μα. Όσον αφορά, για πα­ρά­δειγ­μα, το στόχο της ανα­διάρ­θρω­σης του πα­ρα­γω­γι­κού δυ­να­μι­κού, οι δρά­σεις που θα ανα­λά­βου­με και τα μέσα που θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με οφεί­λουν να εξυ­πη­ρε­τούν τον στόχο της ανα­τρο­πής της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής με τρόπο που να εν­δυ­να­μώ­νει την ιστο­ρι­κή τάση προς το σο­σια­λι­σμό, πα­ρεμ­βαί­νο­ντας στις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας, στην ορ­γά­νω­ση της πα­ρα­γω­γής, εγκα­θι­στώ­ντας μορ­φές αυ­το­δια­χεί­ρι­σης, δί­νο­ντας προ­τε­ραιό­τη­τα στην πα­ρα­γω­γή δη­μό­σιων αγα­θών, ενι­σχύ­ο­ντας τις συ­νερ­γα­τι­κές μορ­φές πα­ρα­γω­γής, ανοί­γο­ντας τις πόρ­τες των επι­χει­ρή­σε­ων στη δη­μο­κρα­τία και τον κοι­νω­νι­κό έλεγ­χο, υπο­τάσ­σο­ντας το δε­σπο­τι­σμό των ερ­γο­δο­τών στον ερ­γα­τι­κό έλεγ­χο κ.λπ. (βλ. επί­σης στο άρθρο του Πα­να­γιώ­τη Σω­τή­ρη). Κάθε επι­χεί­ρη­ση που εγκα­τα­λεί­πε­ται από τα αφε­ντι­κά, πρέ­πει να περ­νά­ει στα χέρια των ερ­γα­ζο­μέ­νων για να υπάρ­ξει προ­ώ­θη­ση νέων μορ­φών ορ­γά­νω­σης της ερ­γα­σί­ας, που θα υπερ­βαί­νουν τα τυ­πι­κά κα­πι­τα­λι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ερ­γα­σί­ας: ει­δι­κευ­μέ­νη-ανει­δί­κευ­τη ερ­γα­σία, εκτέ­λε­ση-διεύ­θυν­ση, δια­νοη­τι­κή-χει­ρω­να­κτι­κή ερ­γα­σία, ιε­ραρ­χι­κές σχέ­σεις, δε­σπο­τι­σμός και αδια­φά­νεια κ.λπ. Η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση από τη δική μας άποψη δεν νο­εί­ται χωρίς να θί­ξου­με τα ιερά και τα όσια του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής: το δι­καί­ω­μα του κα­πι­τα­λι­στή να διευ­θύ­νει εκεί­νος και μόνον εκεί­νος την πα­ρα­γω­γή, να την ορ­γα­νώ­νει και να καρ­πώ­νε­ται τα οφέλη, να απο­φα­σί­ζει τι και πώς θα πα­ρά­γου­με εμείς, οι άμε­σοι πα­ρα­γω­γοί, για λο­γα­ρια­σμό του και προς όφε­λός του. Εξάλ­λου, επει­δή «δεν ερ­γα­ζό­μα­στε δύο φορές, μια φορά για να δη­μιουρ­γή­σου­με χρή­σι­μο προ­ϊ­όν, δη­λα­δή μια αξία χρή­σης, με­τα­τρέ­πο­ντας τα μέσα πα­ρα­γω­γής σε προ­ϊ­ό­ντα, και την άλλη φορά για να δη­μιουρ­γή­σου­με αξία και υπε­ρα­ξία» (Μαρξ), δεν μπο­ρού­με να δια­χω­ρί­σου­με την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση από τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις, ούτε μπο­ρού­με να κά­νου­με πο­λι­τι­κή πρώτα με τη μία (την ανα­συ­γκρό­τη­ση των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων) και μετά, στο αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό ή σο­σια­λι­στι­κό μέλ­λον, με τις άλλες (τις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής).

Έχου­με, λοι­πόν, μέσα στη ΛΑΕ, δύο δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις για το σο­σια­λι­σμό, αμ­φό­τε­ρες με βα­θιές ιστο­ρι­κές κα­τα­βο­λές, στρα­τη­γι­κά ασύμ­βα­τες με­τα­ξύ τους, οι οποί­ες υπο­δει­κνύ­ουν δύο δια­φο­ρε­τι­κές στρα­τη­γι­κές για την πο­ρεία προς το σο­σια­λι­σμό: τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων και τη θε­ω­ρία του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος.

Το πρό­βλη­μα δεν λύ­νε­ται με αλ­λα­γή λε­ξι­λο­γί­ου, με­το­νο­μά­ζο­ντας τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων σε με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα, ούτε με την πα­ρα­δο­χή πως αυτά τα δύο τε­λι­κά δεν δια­φέ­ρουν και πολύ με­τα­ξύ τους. Ο Πέ­τρος γρά­φει στο άρθρο του ότι «η μη ύπαρ­ξη με­τα­βα­τι­κού ‘‘στα­δί­ου­’’ δεν ση­μαί­νει μη ύπαρ­ξη με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος πάλης των λαϊ­κών τά­ξε­ων για μια άμεση, λυ­τρω­τι­κή απά­ντη­ση στις αγω­νί­ες και τις ανά­γκες τους». Πράγ­μα­τι, έτσι είναι: τόσο ένα «με­τα­βα­τι­κό στά­διο» (όπως αυτό προ­βλέ­πε­ται από τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων) όσο και ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα (όπως αυτό που προ­βλέ­πε­ται από τη θε­ω­ρία των με­τα­βα­τι­κών σο­σια­λι­στι­κών προ­γραμ­μά­των) πε­ρι­λαμ­βά­νουν άμεσα κα­θή­κο­ντα για την άμεση απά­ντη­ση στα προ­βλή­μα­τα, στις αγω­νί­ες και τις ανά­γκες των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, μόνο που η ομοιό­τη­τα στα­μα­τά­ει ακρι­βώς εκεί. Το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα προ­βλέ­πει κάτι πα­ρα­πά­νω από ό,τι προ­βλέ­πει η θε­ω­ρία των στα­δί­ων: προ­βλέ­πει ότι ο στρα­τη­γι­κός στό­χος (η σο­σια­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή εξου­σία), συμ­με­τέ­χει ήδη τώρα, μαζί με τους εν­διά­με­σους στό­χους, ως κα­θο­δη­γη­τι­κή αρχή στον κα­θο­ρι­σμό των άμε­σων κα­θη­κό­ντων όσο και των μέσων που θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με για την υλο­ποί­η­σή τους. Πρό­κει­ται για μια ενιαία δια­δι­κα­σία επί­τευ­ξης εν­διά­με­σων στό­χων και ταυ­το­χρό­νως εν­δυ­νά­μω­σης της ιστο­ρι­κής τάσης προς το σο­σια­λι­σμό (δη­λα­δή εξυ­πη­ρέ­τη­σης του στρα­τη­γι­κού στό­χου), κάτι που δεν ισχύ­ει για τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων, όπου τα άμεσα κα­θή­κο­ντα (του κάθε στα­δί­ου) κα­θο­δη­γού­νται απο­κλει­στι­κά από το στόχο του εν λόγω στα­δί­ου.*

Ας πά­ρου­με ένα πα­ρά­δειγ­μα με το οποίο ασχο­λή­θη­καν τα δύο άρθρα, της Ερ­γα­τι­κής Αρι­στε­ράς και της Ίσκρα: τόσο η δράση που κα­θο­δη­γεί­ται από τη θε­ω­ρία των στα­δί­ων όσο και αυτή που κα­θο­δη­γεί­ται από τη λο­γι­κή του με­τα­βα­τι­κού σο­σια­λι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος προ­φα­νώς προ­βλέ­πουν δρά­σεις αλ­λη­λεγ­γύ­ης στις γει­το­νιές για την αντι­με­τώ­πι­ση των άμε­σων προ­βλη­μά­των συ­ντή­ρη­σης και ανα­πα­ρα­γω­γής που αντι­με­τω­πί­ζουν οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις στο βαθμό που οι μι­σθοί μειώ­νο­νται, η απα­σχό­λη­ση συρ­ρι­κνώ­νε­ται και το κρά­τος εγκα­τα­λεί­πει μια σειρά διαύ­λων διο­χέ­τευ­σης πόρων στην κοι­νω­νι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή (υγεία, επι­δό­μα­τα ανερ­γί­ας, συ­ντά­ξεις κ.λπ.). Η ομοιό­τη­τα όμως στα­μα­τά­ει εκεί: η θε­ω­ρία των στα­δί­ων, ακρι­βώς επει­δή εξω­θεί στο υπερ­πέ­ραν τον σο­σια­λι­σμό, μάς συ­νι­στά να προσ­διο­ρί­σου­με τις δρά­σεις μας απο­κλει­στι­κά με βάση τις άμε­σες ανά­γκες της στιγ­μής, δη­λα­δή την ανα­κού­φι­ση εκεί­νων των στρω­μά­των που αντι­με­τω­πί­ζουν προ­βλή­μα­τα συ­ντή­ρη­σης και ανα­πα­ρα­γω­γής των ικα­νο­τή­των τους προς ερ­γα­σία. Όπως λέει ο Πέ­τρος στην κρι­τι­κή του, η ιδέα ότι μπο­ρούν να υπάρ­ξουν δομές αλ­λη­λεγ­γύ­ης χτι­σμέ­νες πάνω στις αξίες του σο­σια­λι­σμού είναι αυ­τα­πά­τη. Πρέ­πει λοι­πόν να υπο­θέ­σου­με ότι μπο­ρού­με να ανα­πτύ­ξου­με δομές αλ­λη­λεγ­γύ­ης χτι­σμέ­νες πάνω στις αξίες του χρι­στια­νι­σμού ή του αν­θρω­πι­σμού, αλλά όχι του σο­σια­λι­σμού; (διότι η αλ­λη­λεγ­γύη δεν μπο­ρεί να αιω­ρεί­ται στον αέρα, σε κά­ποιες αξίες θα πρέ­πει να στη­ρι­χτεί) Η θε­ω­ρία του με­τα­βα­τι­κού σο­σια­λι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος, αντι­θέ­τως, επει­δή ξε­κι­νά από τη θέση πώς ο κομ­μου­νι­σμός, άρα και ο σο­σια­λι­σμός, είναι μια τάση της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, είναι κάτι που αχνο­δια­γρά­φε­ται μέσα στην κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία και στο εγ­γε­νές ρήγμα της αντί­θε­σης κε­φά­λαιο - ερ­γα­σία, είναι μια τάση που μπο­ρού­με να την πα­ρα­τη­ρή­σου­με μέσα σε πολλά φαι­νό­με­να της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, έχει να πει τα εξής: Καμία πράξη αλ­λη­λεγ­γύ­ης δε φέρει άλλο ιδε­ο­λο­γι­κό φορ­τίο από αυτό που της προσ­δί­δου­με εμείς με την κοι­νω­νι­κή πρα­κτι­κή μας. Για να είναι κόκκινο το χρώμα της δικής μας αλ­λη­λεγ­γύης, θα πρέπει να πα­ρεμ­βαίνει στην ίδια τη δια­δι­κα­σία της ύφαν­σης του πλέγμα­τος των κοι­νω­νι­κών σχέσεων με σκοπό την αλ­λα­γή τους, να εγκα­θι­στά νέες μορφές κοι­νω­νι­κής πρα­κτι­κής οι οποίες θα προ­α­ναγ­γέλλουν τον τύπο κοι­νω­νίας που ορα­μα­τι­ζόμαστε, να κα­τα­δει­κνύει ότι αυτή δεν είναι ένα μελ­λο­ντι­κό στάδιο της ιστο­ρίας αλλά μια τάση ενύπαρ­κτη στα πράγματα, είναι μια δυ­να­τότητα εγ­γε­γραμ­μένη σε αυτό που ζούμε σήμερα, είναι μια ανοι­χτή δυ­να­τότητα εγ­γε­γραμ­μένη στο ίδιο το εσω­τε­ρι­κό του κα­πι­τα­λι­σμού. Οι δικές μας δράσεις αλ­λη­λεγ­γύης θα πρέπει να βρί­σκουν μέσα στην κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία αυτό που αναγ­γέλλει το τέλος της και σε αυτά να κάνουμε χώρο, να τους δώσουμε διάρκεια: Η αυ­το-ορ­γάνωση και η αυ­το-διεύθυνση στις γει­το­νιές, η απο-εμπο­ρευ­μα­το­ποίηση, οι αυ­το­δια­χει­ρι­ζόμενοι κοι­νω­νι­κοί χώροι, τα κοι­νω­νι­κά κέντρα και τα κοι­νω­νι­κά ια­τρεία, αντα­να­κλούν συμ­βο­λι­κά τις αξίες της δικής μας, κόκκι­νης αλ­λη­λεγ­γύης. Οι συ­νε­ται­ρι­σμοί πα­ρα­γω­γής ενέργειας από ανα­νεώσιμες πηγές με γνώμονα την ενερ­γεια­κή αυ­το­νο­μία και ενα­ντίον της λο­γι­κής της αξιο­ποίησης του κε­φα­λαίου, οι μορφές μη κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νο­τι­κής πα­ρα­γω­γής (συλ­λο­γι­κές κουζίνες, κα­θα­ρι­στήρια, παι­δι­κοί σταθ­μοί, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές, μου­σι­κές κ.λπ. λέσχες που λει­τουρ­γούν ως δικοί μας ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί), μπο­ρούν να δια­μορ­φώσουν χώρους ιδε­ο­λο­γι­κής απε­μπλο­κής της ερ­γα­σίας από το κεφάλαιο, εκπαίδευ­σης στη λο­γι­κή και την ηθική της κοι­νω­νίας των ανα­γκών, σε αντι­πα­ράθεση με τη λο­γι­κή της κοι­νω­νίας του κέρδους, της συσσώρευ­σης κε­φα­λαίου και της κα­τα­σπα­τάλησης των φυ­σι­κών πόρων. Και επει­δή με τα χρό­νια και τις δε­κα­ε­τί­ες τις πα­λιές δι­κο­λα­βί­ες τις μά­θα­με, ας το διευ­κρι­νί­σου­με: η κόκ­κι­νη αλ­λη­λεγ­γύη στις γει­το­νιές, οι αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές ορ­γά­νω­σης της ερ­γα­σί­ας, η αμ­φι­σβή­τη­ση των κε­φα­λαιο­κρα­τι­κών σχέ­σε­ων πα­ρα­γω­γής και των σχέ­σε­ων ιδιο­κτη­σί­ας, δεν μπο­ρούν μόνες τους να ανοί­ξουν το δρόμο στο σο­σια­λι­σμό, όπως εν­δε­χο­μέ­νως πι­στεύ­ουν οι αναρ­χι­κοί και κά­ποιοι με­τα­μο­ντέρ­νοι αρι­στε­ροί, αλλά είναι έργο κυ­ρί­ως του πο­λι­τι­κού αγώνα στην κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή σκηνή, του αγώνα για την εξου­σία. Από την άλλη όμως, ο κε­ντρι­κός πο­λι­τι­κός αγώ­νας και ο αγώ­νας για την εξου­σία χωρίς γεί­ω­ση στις μάζες και στις «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες», ελ­πί­δες δεν έχει.

Η θε­ω­ρία των στα­δί­ων σε όλες τις εκ­δο­χές της (με­τα­ξύ άλλων και στην εκ­δο­χή της ότι δεν μπο­ρού­με να πα­λέ­ψου­με για αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα με­τα­σχη­μα­τι­σμούς επει­δή στον κα­πι­τα­λι­σμό δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν «σο­σια­λι­στι­κές νη­σί­δες») είναι η θε­ω­ρία που απο­μό­νω­σε το ερ­γα­τι­κό, σο­σια­λι­στι­κό, κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα (με ελά­χι­στες τι­μη­τι­κές εξαι­ρέ­σεις) από κάθε πα­ρέμ­βα­ση στις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας και στις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή στις σχέ­σεις που έχουν οι ερ­γα­ζό­με­νοι με τα μέσα πα­ρα­γω­γής, με­τα­ξύ τους και με την επι­χεί­ρη­ση.

Στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες της κρί­σης, όταν η τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών είναι σε θέση να κα­τα­στρέ­φει κατά βού­λη­ση τα μέσα πα­ρα­γω­γής επει­δή δεν λει­τουρ­γούν ικα­νο­ποι­η­τι­κά ως κε­φά­λαιο κα­τα­δι­κά­ζο­ντας έτσι σε μα­κρο­χρό­νια ανερ­γία τους ερ­γα­ζό­με­νους που έθε­ταν σε κί­νη­ση αυτά τα μέσα πα­ρα­γω­γής, η αντί­λη­ψη ότι τώρα δεν είναι η ώρα να μας απα­σχο­λούν οι σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής, εγκα­τα­λεί­πει τις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις στην από­λυ­τη εξου­σία των αφε­ντι­κών, σε μια πε­ρί­ο­δο όπου ο κάθε ερ­γο­δό­της είναι σε θέση να εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται την ερ­γα­σία με τους χει­ρό­τε­ρους δυ­να­τούς όρους για τους ερ­γα­ζό­με­νους, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την αμοι­βή, αλλά και τα ωρά­ρια, τις δια­τα­γές και τις εξευ­τε­λι­στι­κές απαι­τή­σεις των επι­χει­ρή­σε­ων, τον υπο­βι­βα­σμό της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας στο επί­πε­δο της δου­λεί­ας, την πε­ρι­φρό­νη­ση της αξιο­πρέ­πειας των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Ο «νόμος της αγο­ράς» δεν αφορά μόνο το μισθό, αφορά ένα σύ­νο­λο σχέ­σε­ων, των πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων, όπου η κα­τά­στα­ση σή­με­ρα έχει γίνει αφό­ρη­τη για τους ερ­γα­ζό­με­νους. Ακόμα και η δική μας Αρι­στε­ρά απέ­χει από αυτό το πεδίο όπου οι κρε­α­το­μη­χα­νές της αστι­κής τάξης θε­ρί­ζουν όλες μαζί τον κόσμο της ερ­γα­σί­ας, διότι η ενα­σχό­λη­ση με τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις δεν είναι της ώρας, υπο­τί­θε­ται.

Και βέ­βαια, στη βάση των πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων στο πρω­το­γε­νές επί­πε­δο της πα­ρα­γω­γής, ορ­θώ­νε­ται το οι­κο­δό­μη­μα των συ­νο­λι­κών κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, των συ­νο­λι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας: στην κα­τα­νά­λω­ση, στη δια­νο­μή, στο κρά­τος. Οι οποί­ες έχουν κα­θο­λι­κό και ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα. Σε αυτή τη βάση, είναι σωστό ότι δεν μπο­ρούν να εγκα­θι­δρυ­θούν σο­σια­λι­στι­κές πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού, αλλά αυτό κα­θό­λου δεν ση­μαί­νει ότι δεν μπο­ρούν και δεν πρέ­πει να γί­νο­νται πει­ρα­μα­τι­σμοί, να δί­νο­νται μάχες και να υπάρ­χουν κα­τα­κτή­σεις με αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό και σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αυτό που πρέ­πει να επι­χει­ρού­με, είναι ο συ­ντο­νι­σμός και η γε­νί­κευ­σή τους, ώστε να αρ­θρω­θούν σε μια συ­νο­λι­κή μάχη για τη σο­σια­λι­στι­κή ανα­τρο­πή και εξου­σία. Αλλά πώς θα γε­νι­κευ­τούν σε μια τέ­τοια μάχη αν δεν έχουν ή δεν μπο­λιά­ζο­νται με αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό και σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα; Την αυ­τα­πά­τη ότι μπο­ρού­με να εγκα­θι­δρύ­σου­με σο­σια­λι­στι­κές πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις χωρίς να δώ­σου­με και να κερ­δί­σου­με τον αγώνα για την εξου­σία, μας τον δί­δα­ξε πιο πρό­σφα­τα ο Χο­λο­γου­έι («Να αλ­λά­ξου­με την κοι­νω­νία χωρίς να πά­ρου­με την εξου­σία»), αλλά τη συ­να­ντού­με και σε ρεύ­μα­τα του αναρ­χι­σμού και της αυ­το­νο­μί­ας. Αυτή η αυ­τα­πά­τη πα­ρα­γνω­ρί­ζει τον ενιαίο και συ­νο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, που δεν επι­τρέ­πει την ανά­πτυ­ξη μιας «πα­ράλ­λη­λης σο­σια­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας» στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού. Ωστό­σο, η άποψη ότι δεν μπο­ρούν ούτε πρέ­πει να γί­νουν σο­σια­λι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα πει­ρα­μα­τι­σμοί και με­τα­σχη­μα­τι­σμοί στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού, επει­δή αντι­με­τω­πί­ζουν τον κίν­δυ­νο της εν­σω­μά­τω­σης ή επει­δή δεν μπο­ρούν να ολο­κλη­ρω­θούν χωρίς την κα­τά­λη­ψη της εξου­σί­ας, κάνει το ίδιο λάθος από την ανά­πο­δη: πα­ρερ­μη­νεύ­ει τον ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα των σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, πα­ρα­γνω­ρί­ζο­ντας το εγ­γε­νές στον κα­πι­τα­λι­σμό ρήγμα ανά­με­σα στο κε­φά­λαιο και την ερ­γα­σία και αρ­νεί­ται τη δυ­να­τό­τη­τα αυτό ακρι­βώς το ρήγμα να πα­ρα­γά­γει σο­σια­λι­στι­κές, δη­λα­δή αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές κα­τα­κτή­σεις, πει­ρα­μα­τι­σμούς και με­τα­σχη­μα­τι­σμούς. Αυτή ακρι­βώς είναι η βα­σι­κή φι­λο­σο­φία της θε­ω­ρί­ας των στα­δί­ων: υπάρ­χει ένα «στά­διο» ή μια «πρώτη φάση» όπου όλες οι αλ­λα­γές, με­τα­σχη­μα­τι­σμοί, ανα­τρο­πές κ.λπ. δεν θί­γουν το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, αλλά «επου­λώ­νουν πλη­γές» και ανα­συ­γκρο­τούν ή με­τα­σχη­μα­τί­ζουν την (κα­πι­τα­λι­στι­κή) οι­κο­νο­μία χωρίς να θί­γουν τις κα­πι­τα­λι­στι­κές στα­θε­ρές. Τα κά­νουν όλα αυτά χωρίς να θί­γουν -από την επό­με­νη μέρα» κι όχι σε επό­με­νο στά­διο- το κέρ­δος σαν δε­σπό­ζου­σα αρχή της πα­ρα­γω­γής, την αγορά σαν μη­χα­νι­σμό κα­τα­νο­μής των πόρων (χρη­μα­τι­κών και αν­θρώ­πι­νων), την ατο­μι­κή ιδιο­κτη­σία των μέσων πα­ρα­γω­γής, την ερ­γο­δο­τι­κή εξου­σία, την πο­λι­τι­κή εξου­σία της άρ­χου­σας τάξης. Έτσι, η θε­ω­ρία των στα­δί­ων φτά­νει, από εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό δρόμο, να αμ­φι­σβη­τεί το συ­νο­λι­κό και ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας. Ενώ μας απο­δί­δει αδί­κως τη μομφή για αυ­τα­πά­τες περί «σο­σια­λι­στι­κών νη­σί­δων» στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού, διέ­πε­ται η ίδια από την αυ­τα­πά­τη ότι μπο­ρεί να υπάρ­ξει -και μά­λι­στα σε συν­θή­κες δο­μι­κής κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού- η δυ­να­τό­τη­τα όχι για «νη­σί­δες» αλλά για μια ολό­κλη­ρη «ήπει­ρο» φι­λο­λαϊ­κών πο­λι­τι­κών και πο­λι­τι­κών σύ­γκρου­σης με το διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο χωρίς να θι­γούν οι στα­θε­ρές του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος εκ­με­τάλ­λευ­σης και εξου­σί­ας, χωρίς να ξε­σπά­σει άμεσα η μάχη για την εξου­σία.

Δεν είναι λοι­πόν πα­ρά­δο­ξο που, ενώ με βάση μια τέ­τοια θε­ώ­ρη­ση ο στό­χος της κα­τά­κτη­σης της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας θα έπρε­πε να απο­λυ­το­ποι­η­θεί (αφού η «πε­ρι­πέ­τεια» του σο­σια­λι­σμού αρ­χί­ζει μόνο ύστε­ρα από την κα­τά­λη­ψη της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας), πα­ρα­πέ­μπε­ται και αυτός για επό­με­νο στά­διο. Ανα­πό­φευ­κτα, όλο το στρα­τη­γι­κό σχέ­διο στη­ρί­ζε­ται στην ελ­πί­δα ή πρό­βλε­ψη ότι, όπως γρά­φει ο Πέ­τρος, «μόνο η προ­ώ­θη­ση άμε­σων μέ­τρων, με­γά­λης κρου­στι­κής ισχύ­ος, που προ­τεί­νει η ΛΑΕ, όπως η στάση πλη­ρω­μών του χρέ­ους, η έξο­δος από την Ευ­ρω­ζώ­νη και η εθνι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών (μετά μά­λι­στα από την πρό­σφα­τη αλ­λα­γή του ιδιο­κτη­σια­κού κα­θε­στώ­τος τους) ισο­δυ­να­μούν με κή­ρυ­ξη πο­λέ­μου στο διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Κάτι που θα οδη­γή­σει σε μια ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων σύ­γκρου­ση, που θα φέρει επί τά­πη­τος το πρό­βλη­μα της πραγ­μα­τι­κής εξου­σί­ας». Λίγο πιο πάνω, στην ίδια πα­ρά­γρα­φο γρά­φει για συ­γκέ­ντρω­ση δυ­νά­με­ων «για απο­φα­σι­στι­κές ανα­με­τρή­σεις, οι οποί­ες θα θέ­σουν κά­ποια στιγ­μή (υπο­γράμ­μι­ση δική μας) επί τά­πη­τος το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας (και όχι μόνο της κυ­βέρ­νη­σης)».

Η πε­ρι­πέ­τεια του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απέ­δει­ξε πέρα από κάθε αμ­φι­βο­λία ότι το πρώτο μισό αυτών των προ­βλέ­ψε­ων ισχύ­ει από­λυ­τα: πράγ­μα­τι, έστω και ένα μόνο από αυτά τα «κρου­στι­κά» μέτρα «εξα­σφα­λί­ζει» με μα­θη­μα­τι­κή ακρί­βεια τη με­τω­πι­κή σύ­γκρου­ση με το διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Μά­λι­στα, η εμπει­ρία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απέ­δει­ξε ότι για να «εξα­σφα­λί­σου­με» τέ­τοιους θα­νά­σι­μους εχθρούς θα αρ­κού­σε και μόνο να αρ­νη­θού­με να υπο­γρά­ψου­με ένα μνη­μό­νιο. Όμως δεν αρκεί να βρού­με τον τρόπο ώστε να προ­κα­λέ­σου­με σε μια σύ­γκρου­ση μέ­χρις εσχά­των τους μι­ση­τούς εχθρούς μας: η πο­λι­τι­κή μας στρα­τη­γι­κή πρέ­πει να προ­βλέ­πει τα μέσα με τα οποία θα βγού­με νι­κη­τές σε αυτή τη σύ­γκρου­ση. Και το πρό­βλη­μα είναι ότι κα­νέ­να από τα μέτρα που «δειγ­μα­το­λη­πτι­κά» ανέ­φε­ρε ο Πέ­τρος δεν εξα­σφα­λί­ζει ταυ­τό­χρο­να και σχη­μα­τι­σμό μάχης, «στρα­τό» απο­φα­σι­σμέ­νο να δώσει τη μάχη μέχρι τέ­λους. Διότι απλού­στα­τα λη­σμό­νη­σε να συ­μπε­ρι­λά­βει στο πρό­χει­ρο «δείγ­μα» των «κρου­στι­κών» μέ­τρων που πα­ρέ­θε­σε, το κε­φά­λαιο που θα έπρε­πε να ανα­φέ­ρει πρώτο: τα μέτρα που θα αλ­λά­ξουν άμεσα και δρα­στι­κά τους όρους ζωής των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων. Δεν εν­νο­ού­με με αυτό ότι δια­φω­νεί με αυτά, όπως εξάλ­λου κι εμείς δεν δια­φω­νού­με με την έξοδο από την Ευ­ρω­ζώ­νη, τη στάση πλη­ρω­μών στο χρέος, την εθνι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών. Αυτή η πα­ρά­λει­ψη απο­κα­λύ­πτει εν­δε­χο­μέ­νως τι θε­ω­ρεί κα­νείς στρα­τη­γι­κά ση­μα­ντι­κό, σί­γου­ρα όμως πα­ρα­πέ­μπει σε δύο προ­φα­νή θε­με­λιώ­δη πο­λι­τι­κά ζη­τή­μα­τα: Πρώτο, αν στα «κρου­στι­κά» μέτρα ιε­ραρ­χή­σου­με πρώτα τα μέτρα που θα αλ­λά­ξουν άμεσα και δρα­στι­κά τους όρους ζωής και τις συν­θή­κες ανα­πα­ρα­γω­γής των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων (γεν­ναία αύ­ξη­ση μι­σθού, δρα­στι­κή φο­ρο­ε­λά­φρυν­ση, επί­δο­μα ανερ­γί­ας σε όλους τους ανέρ­γους και αύ­ξη­ση του χρό­νου από­δο­σής του, κα­τάρ­γη­ση όλων των μορ­φών «ελα­στι­κής» ερ­γα­σί­ας, μα­ζι­κό πρό­γραμ­μα δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων στις κοι­νω­νι­κές και οι­κο­λο­γι­κές υπο­δο­μές, ανοι­κο­δό­μη­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους με έμ­φα­ση στην αντι­με­τώ­πι­ση της κοι­νω­νι­κής εξα­θλί­ω­σης και τη στή­ρι­ξη της υγεί­ας και της παι­δεί­ας, κα­τάρ­γη­ση του ερ­γο­δο­τι­κού άβα­του στις επι­χει­ρή­σεις και νο­μο­θέ­τη­ση της με­τα­βί­βα­σής όσων εγκα­τα­λεί­πο­νται στους ερ­γα­ζό­με­νους με κρα­τι­κή στή­ρι­ξη και ερ­γα­τι­κή αυ­το­δια­χεί­ρι­ση, ορ­γά­νω­ση της «κόκ­κι­νης αλ­λη­λεγ­γύ­ης»), ως θε­με­λιώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση για να σχη­μα­τί­σου­με κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό σχη­μα­τι­σμό μάχης, τότε, εκτός από το διε­θνές χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο, θα εξα­σφα­λί­σου­με και έναν άλλο θα­νά­σι­μο αντί­πα­λο: την ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη και το σύ­στη­μα της οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής της εξου­σί­ας. Δεύ­τε­ρο, αν πρά­ξου­με όλα αυτά -και μά­λι­στα «στην πρώτη φάση της πρώ­της φάσης»- τότε η μάχη για την εξου­σία θα ξε­σπά­σει άμεσα και θα είναι πολύ σκλη­ρή. Το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας δεν θα τεθεί «κά­ποια στιγ­μή», αλλά από την επό­με­νη μέρα, με τον εξής πολύ απλό τρόπο, που προ­διέ­γρα­ψε εξάλ­λου κα­θα­ρά και η εμπει­ρία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ: η άρ­χου­σα τάξη και οι ιμπε­ρια­λι­στές σύμ­μα­χοί της θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν όλα τα μέσα για να ανα­τρέ­ψουν άμεσα την κυ­βέρ­νη­ση που θα δια­νοη­θεί να υλο­ποι­ή­σει ένα τέ­τοιο πρό­γραμ­μα. Η πάλη για την πο­λι­τι­κή εξου­σία θα ξε­κι­νή­σει από την «επό­με­νη μέρα» ακρι­βώς πάνω σε αυτό το έδα­φος.

Το τε­λευ­ταίο αυτό ση­μείο μας απο­κα­λύ­πτει τον άλλη θε­με­λιώ­δη πυ­λώ­να του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος: είναι πρό­γραμ­μα για την κα­τά­λη­ψη της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας και πα­ρα­πέ­μπει στον ερ­γα­τι­κό και κοι­νω­νι­κό έλεγ­χο στην πα­ρα­γω­γή, τη δια­νο­μή, την κα­τα­νά­λω­ση, αλλά και στο κρά­τος. Όλα αυτά πρέ­πει να αρ­χί­σουν επί­σης από την «επό­με­νη μέρα».

Ασφα­λώς μι­λώ­ντας για το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα και την υλο­ποί­η­σή του από την «επό­με­νη μέρα», δεν μπο­ρού­με να προ­δια­γρά­ψου­με μα ακρί­βεια το ρυθμό των με­τα­βο­λών και το χρο­νι­κό ορί­ζο­ντα που η μάχη θα κρι­θεί. Ωστό­σο, όλες οι διε­θνείς εμπει­ρί­ες λένε ότι η μάχη για την εξου­σία δεν είναι με­σο­μα­κρο­πρό­θε­σμου χρο­νι­κού ορί­ζο­ντα αλλά βρα­χυ­με­σο­πρό­θε­σμου. Στη Χιλή κρά­τη­σε δυό­μι­σι χρό­νια. Στην Αντί­στα­ση, από την έναρ­ξή της μέχρι και τη Βάρ­κι­ζα, οπότε ου­σια­στι­κά κρί­θη­κε, 4 χρό­νια, στις ιδιό­μορ­φες συν­θή­κες της ξένης κα­το­χής. Τα κυ­βερ­νη­τι­κά πει­ρά­μα­τα της Λ. Αμε­ρι­κής (για πα­ρά­δειγ­μα, στη Βε­νε­ζου­έ­λα) δι­ήρ­κε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο, αλλά η διάρ­κεια ήταν απο­τέ­λε­σμα στρα­τη­γι­κής ατολ­μί­ας, δη­λα­δή αυ­τα­πά­της ή αδυ­να­μί­ας για ολο­κλή­ρω­ση της ρήξης με τον κα­πι­τα­λι­σμό, που οδή­γη­σε ανα­πό­φευ­κτα στην αντε­πί­θε­ση του συ­στή­μα­τος. Αν πά­ντως μι­λά­με για στρα­τη­γι­κή ανα­τρο­πής του κα­πι­τα­λι­σμού και όχι για «αντι­μπε­ρια­λι­στι­κό κεϊν­σια­νι­σμό» και αν μι­λά­με για χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­στι­κού πυ­ρή­να και μά­λι­στα της Ευ­ρω­ζώ­νης όπως η Ελ­λά­δα, η έκ­βα­ση της μάχης για την εξου­σία θα κρι­θεί στο βρα­χυ­με­σο­πρό­θε­σμο ορί­ζο­ντα.

Οι τε­λευ­ταί­ες δια­πι­στώ­σεις έχουν ση­μα­σία αν θέ­λου­με να οριο­θε­τή­σου­με με ακρί­βεια -και όχι με την ευ­κο­λία προ­πα­γαν­δι­στι­κών σχη­μά­των- τη δια­φο­ρά της με­τα­βα­τι­κής μας στρα­τη­γι­κής από τη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ. Η δια­φο­ρά μας με το ΚΚΕ δεν είναι ότι εμείς πι­στεύ­ου­με πως μπο­ρεί να υπάρ­ξει φι­λο­λαϊ­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση σε μια χώρα των ιμπε­ρια­λι­στι­κών ολο­κλη­ρώ­σε­ων και σε συν­θή­κες δο­μι­κής κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού χωρίς μάχη και τε­λι­κά κα­τά­κτη­ση της εξου­σί­ας, αλλά ότι μια με­γά­λη πο­λι­τι­κή ανα­τρο­πή που θα φέρει μια «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» μπο­ρεί να πυ­ρο­δο­τή­σει τη μάχη για την κα­τά­κτη­ση της εξου­σί­ας και το σο­σια­λι­σμό. Χωρίς αυτή την τε­λευ­ταία πα­ρα­δο­χή, οι κα­τη­γο­ρί­ες προς το ΚΚΕ για ανά­γκη απα­ντή­σε­ων «στο σκλη­ρό σή­με­ρα και όχι στο σο­σια­λι­στι­κό επέ­κει­να» μέ­νουν κού­φια προ­πα­γαν­δι­στι­κά σχή­μα­τα. Διότι το ΚΚΕ έχει γε­νι­κά από­λυ­το δίκιο όταν λέει ότι δεν μπο­ρούν να υπάρ­ξουν φι­λο­λαϊ­κές πο­λι­τι­κές στο πλαί­σιο του κα­πι­τα­λι­σμού. Απορ­ρί­πτει όμως τη στρα­τη­γι­κή δυ­να­τό­τη­τα μιας με­γά­λης πο­λι­τι­κής ανα­τρο­πής και σχη­μα­τι­σμού «κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς» που δε θα λύσει με­μιάς το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας, αλλά μπο­ρεί να πυ­ρο­δο­τή­σει και να επι­τα­χύ­νει τη δια­δι­κα­σία για τη σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση υλο­ποιώ­ντας αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή μέτρα και πο­λι­τι­κές, υλο­ποιώ­ντας δη­λα­δή πο­λι­τι­κές σε σύ­γκρου­ση με τον κα­πι­τα­λι­σμό.

Μια ολο­κλη­ρω­μέ­νη κρι­τι­κή στη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ δεν πρέ­πει να υπο­κύ­ψει στις ευ­κο­λί­ες προ­πα­γαν­δι­στι­κών σχη­μά­των. Πρέ­πει επί­σης να απα­ντή­σει στη στρα­τη­γι­κή θέση ότι το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα είναι «νό­μι­μο» στρα­τη­γι­κά μόνο σε συν­θή­κες επα­να­στα­τι­κής κα­τά­στα­σης - μια συ­ζή­τη­ση που εκ­φεύ­γει από τα όρια αυτού του άρ­θρου. Το πρό­βλη­μα με τη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ είναι ότι αρ­νεί­ται τη με­τα­βα­τι­κή στρα­τη­γι­κή για το σο­σια­λι­σμό. Αλλά η απά­ντη­ση στη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ δεν είναι η πα­λι­νόρ­θω­ση της στρα­τη­γι­κής των στα­δί­ων!

3. Εν τέλει: μέ­τω­πο ή κόμμα;

Υπάρ­χουν δύο υβρι­δι­κά στοι­χεία που έχου­με συμ­φω­νή­σει στη ΛΑΕ, τα οποία υπήρ­ξαν από ένα ση­μείο και ύστε­ρα και στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, αλλά εξ όσων γνω­ρί­ζου­με και στην ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ: Πρώτο, η από­δο­ση ισό­τη­τας δι­καιω­μά­των και υπο­χρε­ώ­σε­ων για τους/τις ανέ­ντα­χτους/ες μέλη της με το «ένα μέλος - μία ψήφος». Και δεύ­τε­ρο, η δυ­να­τό­τη­τα να απο­φα­σί­ζε­ται διά πλειο­ψη­φί­ας η πο­λι­τι­κή τα­κτι­κή: δι’ απλής πλειο­ψη­φί­ας τα ήσ­σο­νος ση­μα­σί­ας ζη­τή­μα­τα τα­κτι­κής, διά ενι­σχυ­μέ­νης πλειο­ψη­φί­ας τα ση­μα­ντι­κά. Τα «υβρι­δι­κά» στοι­χεία στα­μα­τούν εδώ, και πε­ρι­γρά­φουν μια προ­ω­θη­μέ­νη ή «ώριμη» μορφή με­τώ­που, κι όχι μια υβρι­δι­κή κορφή προς το ενιαίο κόμμα. Οτι­δή­πο­τε πέρα από τα δύο αυτά «υβρι­δι­κά» στοι­χεία που δια­μορ­φώ­νουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας προ­ω­θη­μέ­νης μορ­φής ενιαί­ου με­τώ­που, πα­ρα­κάμ­πτει εντε­λώς απε­ρί­σκε­πτα κατά τη γνώμη μας τα ζη­τή­μα­τα των στρα­τη­γι­κών απο­κλί­σε­ων. Διότι ενιαίο κόμμα ση­μαί­νει κοινή στρα­τη­γι­κή ταυ­τό­τη­τα, η οποία δεν υπάρ­χει για τα ρεύ­μα­τα που συ­να­παρ­τί­ζουν τη ΛΑΕ.

Το πρό­βλη­μα αυτό δεν μπο­ρού­με να το προ­σπε­ρά­σου­με ούτε με το να πούμε πως όλα τα μαρ­ξι­στι­κά ρεύ­μα­τα απέ­τυ­χαν εξί­σου και άρα απαι­τεί­ται υπέρ­βα­ση όλων διά της ανα­σύν­θε­σης ούτε με το να ανα­θέ­σου­με στην πο­λι­τι­κή μορφή μέ­τω­πο κα­θή­κο­ντα που κά­πο­τε ανα­λο­γού­σαν στην πο­λι­τι­κή μορφή κόμμα.

Κατ’ αρχάς, η πο­λι­τι­κή θέση ότι όλα τα ρεύ­μα­τα της Αρι­στε­ράς απέ­τυ­χαν και άρα χρειά­ζε­ται επα­νί­δρυ­ση στο έδα­φος αυτής της πα­ρα­δο­χής, έχει ένα επι­κίν­δυ­να «θολό» ση­μείο: απέ­τυ­χαν «εξί­σου» η ρε­φορ­μι­στι­κή και η επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή; Απέ­τυ­χαν «εξί­σου» τα ρεύ­μα­τα που εκ­προ­σω­πούν το ένα και το άλλο από τα δύο βα­σι­κά στρα­τη­γι­κά ρεύ­μα­τα στην Αρι­στε­ρά; Επο­μέ­νως, χρεια­ζό­μα­στε μια επα­νί­δρυ­ση στο έδα­φος της άρσης του ιστο­ρι­κού στρα­τη­γι­κού σχί­σμα­τος στους κόλ­πους της Αρι­στε­ράς; Μέχρι κά­ποιος να μας πει αυτό, στα­μα­τού­με θέ­το­ντας απλώς το ερώ­τη­μα. Υπο­θέ­του­με ωστό­σο ότι είναι προ­φα­νείς οι κα­τα­λυ­τι­κές συ­νέ­πειες αν δοθεί κα­τα­φα­τι­κή απά­ντη­ση σε αυτό το ερώ­τη­μα. Σε ό,τι μας αφορά, εί­μα­στε πο­λι­τι­κά εχθρι­κοί σε οποια­δή­πο­τε «επα­νί­δρυ­ση» στη βάση μιας τέ­τοιας πα­ρα­δο­χής. Μας εν­δια­φέ­ρει μόνο η «επα­νί­δρυ­ση» στη βάση της επι­και­ρο­ποί­η­σης της επα­να­στα­τι­κής στρα­τη­γι­κής.

Κατά δεύ­τε­ρο λόγο, δια­φω­νού­με με τη θέση πως η πο­λι­τι­κή μορφή μέ­τω­πο μπο­ρεί να αντι­κα­τα­στή­σει την πο­λι­τι­κή μορφή κόμμα και να επι­τε­λέ­σει τα κα­θή­κο­ντα που ιστο­ρι­κά επι­τέ­λε­σε το κόμμα. Εξα­κο­λου­θού­με να χρεια­ζό­μα­στε κόμμα, και συ­γκρο­τού­με μέ­τω­πο γιατί δεν υπάρ­χουν οι υπο­κει­με­νι­κές δυ­να­τό­τη­τες για να συ­γκρο­τή­σου­με το κόμμα που χρεια­ζό­μα­στε. Η ωρί­μαν­ση της ιστο­ρι­κής ανά­γκης δεν συμ­βα­δί­ζει -και δεν είναι η πρώτη φορά στην Ιστο­ρία- με την ωρί­μαν­ση των υπο­κει­με­νι­κών προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων. Οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις αυτές είναι, όπως γνω­ρί­ζου­με, βα­σι­κά δύο: Πρώτο, ο σχη­μα­τι­σμός μέσα από την τα­ξι­κή πάλη μιας μα­ζι­κής, ερ­γα­τι­κής - κοι­νω­νι­κής, επα­να­στα­τι­κής πρω­το­πο­ρί­ας που να τεί­νει και να μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί σε κόμμα. Δεύ­τε­ρο, η συμ­φω­νία πάνω στη στρα­τη­γι­κή. Από τη μια λοι­πόν, το γε­γο­νός ότι χρεια­ζό­μα­στε επει­γό­ντως το μα­ζι­κό επα­να­στα­τι­κό κόμμα, δεν ση­μαί­νει ότι μπο­ρού­με να το ιδρύ­σου­με με όπλο το πεί­σμα ή με ορ­γα­νω­τι­κό «υβρι­δι­σμό», παρά την ανυ­παρ­ξία των υπο­κει­με­νι­κών όρων. Από την άλλη, το γε­γο­νός ότι η ανε­πάρ­κεια των όρων για να συ­γκρο­τή­σου­με ένα τέ­τοιο κόμμα κάνει ανα­γκαίο το μέ­τω­πο, δεν ση­μαί­νει ότι το μέ­τω­πο μπο­ρεί να υπο­κα­τα­στή­σει το κόμμα ή να με­τα­τρα­πεί, με «Δού­ρειο ίππο» τον προ­γραμ­μα­τι­κό ή ορ­γα­νω­τι­κό «υβρι­δι­σμό», σε κόμμα ή σε οιο­νεί κόμμα.

Η θέση του Πα­να­γιώ­τη ότι «σε μια πε­ρί­ο­δο ανα­σύν­θε­σης της Αρι­στε­ράς ως δύ­να­μης ανα­τρο­πής, τα μέ­τω­πα είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι δυ­νά­μει ‘‘νέοι Ηγε­μό­νε­ς’’» αντί να ξε­κα­θα­ρί­ζει τα πα­ρα­πά­νω, επι­τεί­νει τη σύγ­χυ­ση. Η «ανα­σύν­θε­ση της Αρι­στε­ράς ως δύ­να­μης ανα­τρο­πής» και τα «μέ­τω­πα-νέ­οι Ηγε­μό­νες» δεν είναι παρά ωραί­ες φρά­σεις που αφή­νουν όλο το έργο της συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­σης και του ξε­κα­θα­ρί­σμα­τος ανοι­χτό. Όσο για την απαί­τη­ση του Πέ­τρου για μια «ελά­χι­στη στρα­τη­γι­κή σύ­γκλι­ση», αυτή μπο­ρεί να υπάρ­ξει πράγ­μα­τι, στο εξής έδα­φος: μιας γε­νι­κής στρα­τη­γι­κής με πο­λι­τι­κή αιχμή μια με­γά­λη πο­λι­τι­κή ανα­τρο­πή και το σχη­μα­τι­σμό κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς, που θα συ­γκρο­τεί τα­ξι­κό σχη­μα­τι­σμό μάχης και θα επι­τα­χύ­νει την πο­ρεία προς τη σο­σια­λι­στι­κή ανα­τρο­πή υλο­ποιώ­ντας αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κά μέτρα, ορ­γα­νώ­νο­ντας τη σύ­γκρου­ση με το σύ­στη­μα, ορ­γα­νώ­νο­ντας τη μάχη για την εξου­σία. Όχι όμως στο έδα­φος ενός «στα­δί­ου» ή μιας «φάσης» με αντι­μνη­μο­νια­κά - ανα­πτυ­ξια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Και αφή­νο­ντας όλα τα υπό­λοι­πα στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα ανοι­χτά. Αν υπάρ­χει αυτή η δυ­να­τό­τη­τα, ασφα­λώς και θα πρέ­πει να την «αρ­πά­ξου­με», αλλά αυτό δεν αλ­λά­ζει το χα­ρα­κτή­ρα της συ­γκρό­τη­σής μας ως προ­ω­θη­μέ­νης μορ­φής με­τώ­που.

Ση­μειώ­σεις

*Το προ­σφι­λές φι­λο­σο­φι­κό σχήμα το οποίο επι­κα­λεί­ται η θε­ω­ρία των στα­δί­ων είναι η διά­κρι­ση με­τα­ξύ της βα­σι­κής αντί­θε­σης και της κύ­ριας ή κυ­ρί­αρ­χης αντί­θε­σης - ένα φι­λο­σο­φι­κό δά­νειο από το έργο του Μάο Τσε Τουνγκ «Για τις αντι­θέ­σεις». Η βα­σι­κή αντί­θε­ση είναι κε­φά­λαιο - ερ­γα­σία, αλλά η κύρια ή κυ­ρί­αρ­χη είναι η αντί­θε­ση μνη­μό­νιο - αντι­μνη­μό­νιο (ή, κατά μία άλλη εκ­δο­χή, λαός - ιμπε­ρια­λι­σμός). Η βα­σι­κή αντί­θε­ση είναι κάτι σαν αδρα­νές υπό­στρω­μα που ενερ­γο­ποιεί­ται όταν ολο­κλη­ρω­θούν τα κα­θή­κο­ντα που επι­βάλ­λει η κύρια ή κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση, η οποία έτσι δε­σπό­ζει σε ένα στά­διο της πάλης.


[1] Η.Ιω­α­κεί­μο­γλου, “ΛΑΕ: Τι πρό­γραμ­μα χρεια­ζό­μα­στε;“, τεύ­χος 356, 16 Μαρ­τί­ου 2016. Στο rproject: https://​rproject.​gr/​article/​lae-ti-programma-hreiazomaste

[2] Π. Πα­πα­κων­στα­ντί­νου, "Ο πει­ρα­σμός των εύ­κο­λων απα­ντή­σε­ων", Ίσκρα, 24 Μαρ­τί­ου 2016, http://​www.​iskra.​gr/​index.​php?​option=com_​content&​view=article&​id=23831:​l...​

[3] Π. Σω­τή­ρης, "Ο σο­σια­λι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος δεν είναι πο­λυ­τέ­λεια", Εκτός Γραμ­μής, 31 Μαρ­τί­ου 2016, http://​www.​ektosgrammis.​gr/​index.​php?​option=com_​content&​view=article&​id=...​

Όταν η κρίση συνάντησε τους πρόσφυγες

banner333
Το πάγιο κεφάλαιο στην Ελλάδα συρρικνώνεται, κάθε μονάδα κεφαλαίου απασχολεί λιγότερους εργαζόμενους επειδή υπο-απασχολείται, κάθε εργαζόμενος αμείβεται με χαμηλότερο μισθό. Βρίσκεται έτσι σε εξέλιξη μια κρίση αναπαραγωγής των εργαζόμενων κοινωνικών τάξεων. Εκ παραλλήλου, βρίσκονται σε διαδικασία κατάρρευσης τα κανάλια του κοινωνικού κράτους με τα οποία διοχετεύει πόρους και υπηρεσίες για την συντήρηση και την αναπαραγωγή των μη εργαζόμενων υποτελών κοινωνικών ομάδων (συνταξιούχων, ανέργων, νεολαίας εργατικής προέλευσης και άλλων). Ένας αυξανόμενος πλεονάζων πληθυσμός δεν μπορεί να ενταχθεί στη διαδικασία της συσσώρευσης ή δεν μπορεί να συντηρηθεί από τα έσοδα που αυτή δημιουργεί όταν διευρύνεται. Μια κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής βρίσκεται σε εξέλιξη: Η κοινωνία μας όπως την γνωρίζαμε αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες να αναπαραχθεί και πλησιάζει ένα νέο σημείο διαρθρωτικών μετατοπίσεων. Ούτε η θρυλική "ανάπτυξη" θα μπορέσει (εάν και όταν εμφανιστεί) να αναχαιτίσει εύκολα την κρίση αναπαραγωγής, καθώς όλες οι προβλέψεις αναφέρονται σε μακροχρόνιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ μάξιμουμ 2% ανά έτος (με εξαίρεση τα δύο πρώτα χρόνια, όταν λόγω της εκκίνησης ενδέχεται ο ρυθμός μεγέθυνσης του προϊόντος να υπερβεί το 2%). Εξάλλου η "ανάπτυξη" έχει προ πολλού και με όλους τους τρόπους αποσυνδεθεί από την βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων: όλα τα οφέλη πηγαίνουν στο Κεφάλαιο. Οι πιθανότητες μιας ανοιχτής κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής στην Ελλάδα είναι λοιπόν μεγάλες.
Γνωρίζουμε από την ιστορία του καπιταλισμού ότι τέτοιου είδους συνθήκες απαιτούν την κρατική διαχείριση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ώστε αυτές να εκτοπισθούν, προς τα έξω (με την μετανάστευση και τη μείωση του προσδόκιμου ζωής), είτε προς τα μέσα δημιουργώντας χώρους εσωτερικής “κοινωνικής εξορίας” (προάστια- αποθήκες ανθρώπινων μαζών χωρίς μέλλον, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα εργασίας, τοίχοι που αποκλείουν τους φτωχούς / μακροχρόνια ανέργους / ηλικιωμένους / μετανάστες και λοιπούς πλεονάζοντες από τον χώρο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, αστικοί χώροι που εγκαταλείπονται από την κρατική εξουσία στην παραβατικότητα και την εγκληματικότητα, φυλακές και λοιποί χώροι εγκλεισμού, μορφές διάχυτης φτώχειας και αποκλεισμού στις γειτονιές κλπ). Καλείται στο προσκήνιο η βιοπολιτική, δηλαδή η διαχείριση των πληθυσμών με τρόπους που να διασώζουν το τμήμα εκείνο της καπιταλιστικής κοινωνίας που διατηρεί ακόμη την εσωτερική συνοχή που της προσφέρει η συσσώρευση κεφαλαίου.
Σε αυτήν ακριβώς τη φάση της κρίσης, όταν βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής στην Ελλάδα, όταν δηλαδή η αστική τάξη, ως κυρίαρχη τάξη, δεν διασφαλίζει τους όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των υποτελών κοινωνικών τάξεων ούτε καν μέσα στους όρους της δουλείας τους στο κεφάλαιο, σε αυτό ακριβώς το σημείο πραγματοποιείται η συνάντηση της κρίσης με το προσφυγικό ζήτημα.
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, θα πρέπει να δούμε την διαχείριση των προσφυγικών ροών, ιδιαίτερα από χθες, σαν ένα πείραμα βιοπολιτικής, όχι με την έννοια ότι κάποιος το σχεδίασε όπως σε ένα εργαστήριο για να παρατηρήσει τα αποτελέσματα, αλλά σαν μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο η οποία θα διδάξει στην εξουσία τις πιθανές μορφές και κυρίως τις τεχνικές που θα χρησιμοποιήσει για να στείλει σε χώρους κοινωνικής εξορίας τον πλεονάζοντα πληθυσμό που παράγει η κρίση εάν αυτός υπερβεί ένα κρίσιμο κατώφλι.
Η διαχείριση των προσφυγικών ροών, ιδιαίτερα από χθες, είναι λοιπόν και διαδικασία εκμάθησης του Κράτους στις τεχνικές της βιοπολιτικής που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενάντια στον πλεονάζοντα πληθυσμό εάν αυτός διογκωθεί απειλητικά. Οι απελάσεις ξεκίνησαν με τους πρόσφυγες, ή ακριβέστερα με τους πιο ευάλωτους μεταξύ των προσφύγων. Αν δεν καταφέρουμε να τους σταματήσουμε θα έχουμε αφήσει την εξουσία να εξοπλιστεί με τις γνώσεις που θα χρειάζεται για να στείλει, αυτή τη φορά, άλλες πληθυσμιακές ομάδες που δεν θα είναι πρόσφυγες, στις δικές τους κοινωνικές εξορίες —και η πιθανότητα να κάνει όντως χρήση αυτών των τεχνικών είναι μεγάλη.
Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δεν δημιουργεί όμως μόνο αυτήν την τάση ανάπτυξης χώρων εσωτερικής κοινωνικής εξορίας του πλεονάζοντος πληθυσμού. Δημιουργεί και αντικειμενικές συνθήκες για μια ηγεμονική κρίση που θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια την εξουσία της αστικής τάξης. Αναλυτικότερα, η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι, σήμερα, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον στη φτώχεια, την απόγνωση και μελλοντικά πιθανότατα σε κοινωνική εξορία. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Διατηρεί επομένως το δικαίωμα να καταστρέφει τις ίδιες τις ζωές μας, και τώρα το κάνει αδίστακτα, και μάλιστα χωρίς προοπτική να σταματήσει ο εφιάλτης.
Το ενδιαφέρον για εμάς είναι ότι επειδή υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει εισέλθει σε περίοδο αποσταθεροποίησης. Διαμορφώνεται έτσι μια πολιτική συγκυρία στην οποία ο αντικαπιταλισμός και ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής δράσης. Όχι σαν ιδεολογικό statement, όπως κάνουν μια ζωή οι αριστεριστές ανεξάρτητα από την πολιτική συγκυρία, αλλά επειδή έχει έρθει η ιστορική στιγμή που οι ίδιες οι συνθήκες είναι ανατρεπτικές.
Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δημιουργεί λοιπόν δύο αντιφατικές τάσεις: Την τάση της περιθωριοποίησης μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων σε χώρους εσωτερικής κοινωνικής εξορίας αφενός, και την τάση της κρίσης ηγεμονίας της αστικής τάξης. Ποια από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει της άλλης εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία αυτές οι δύο θα αναπτυχθούν —και αυτό με τη σειρά του εξαρτάται από τον δικό μας πολιτικό αγώνα.

ΛΑΕ: Τι είδους πρόγραμμα χρειαζόμαστε;

δημοσιεύθηκε στo rproject στις 21 Μαρτίου 2016
Γράφει η Διακήρυξη της ΛΑΕ, στην πρώτη κιόλας σελίδα της, ότι η Λαϊκή Ενότητα είναι «ένας μετωπικός πολιτικός φορέας». Αυτό που διαβάζουμε όμως στη συνέχεια είναι το πρόπλασμα ενός κυβερνητικού προγράμματος, ενός κόμματος, διότι τοποθετείται επί σειράς στρατηγικών ζητημάτων με τα οποία μια προγραμματική μετωπική συμφωνία, εκ της φύσεώς της, δεν ασχολείται. Πρόκειται λοιπόν για μετωπικό φορέα, ή για μέτωπο που υποκρύπτει κόμμα, ή για οργανωτικό υβρίδιο; Καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε: Υπάρχουν άραγε οι προϋποθέσεις για κάτι περισσότερο από τη συγκρότηση ενιαίου μετώπου; Συμφωνούν άραγε όλες οι οργανώσεις που συμμετέχουν στις απαντήσεις που δίνει η Διακήρυξη στα στρατηγικά ζητήματα;
Ας θυ­μη­θού­με με­ρι­κές στρα­τη­γι­κές δια­φο­ρές που δεν επι­τρέ­πουν τη συ­γκρό­τη­ση κόμ­μα­τος:

Με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα και θε­ω­ρία των στα­δί­ων
Υπάρ­χουν με­ρι­κοί από εμάς στο χώρο της ΛΑΕ, και όχι μόνο στον χώρο του Κόκ­κι­νου Δι­κτύ­ου, που θε­ω­ρούν ότι η κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού, επει­δή είναι διαρ­θρω­τι­κή, αφορά δη­λα­δή τον τρόπο με τον οποίο είναι χτι­σμέ­νο το σύ­στη­μα, μπο­ρεί να λυθεί μόνο με διαρ­θρω­τι­κά μέτρα, είτε μέτρα της αστι­κής τάξης κατά των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας είτε μέτρα των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων κατά του κε­φα­λαί­ου. Είναι αδύ­να­το να πα­λέ­ψου­με για μια αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή έξοδο από την κρίση χωρίς να θί­ξου­με τον κε­φα­λαιο­κρα­τι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής στην ίδια τη βάση του, δη­λα­δή στις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας, στις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής και στη δια­δι­κα­σία ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης. Αυτά ση­μαί­νουν ότι μι­λά­με για κοι­νω­νι­κές τά­ξεις και τα­ξι­κούς αγώ­νες και ότι δεν θε­ω­ρού­με το σο­σια­λι­σμό ένα ιστο­ρι­κό στά­διο στο βάθος του ορί­ζο­ντα, αλλά μια ιστο­ρι­κή τάση ενύ­παρ­κτη στον κα­πι­τα­λι­σμό, της οποί­ας τα ψήγ­μα­τα είναι πα­ρό­ντα εδώ και τώρα, και εμείς πρέ­πει να τους δώ­σου­με χώρο και διάρ­κεια για να ανα­πτυ­χθούν. Γι’ αυτόν το λόγο θέ­λου­με ένα με­τα­βα­τι­κό πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα χτι­σμέ­νο ακρι­βώς επάνω σε αυτήν την αντί­λη­ψη, ότι ο σο­σια­λι­σμός είναι ιστο­ρι­κή τάση διαρ­κώς πα­ρού­σα που μας ανα­θέ­τει, στην πα­ρού­σα ιστο­ρι­κή συ­γκυ­ρία, το κα­θή­κον να εί­μα­στε πάνω στη ρότα της επα­νά­στα­σης. Εκεί που θί­γο­νται οι σχέ­σεις κα­πι­τα­λι­στι­κής ιδιο­κτη­σί­ας, εκεί που ανα­πτύσ­σο­νται δομές αλ­λη­λεγ­γύ­ης χτι­σμέ­νες πάνω στις αξίες του σο­σια­λι­σμού, εκεί που εμ­φα­νί­ζο­νται μη κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές πα­ρα­γω­γής, εκεί που αμ­φι­σβη­τεί­ται η αστι­κή ιδε­ο­λο­γία, στις ιδέες και στα πρα­κτι­κά της απο­τε­λέ­σμα­τα.
Υπάρ­χουν όμως και άλλοι, φίλοι και σύ­ντρο­φοι, που θε­ω­ρούν ότι αυτά αφο­ρούν ένα μελ­λο­ντι­κό στά­διο της ιστο­ρί­ας και ότι τώρα αυτό που προ­έ­χει είναι να απαλ­λα­γού­με από το μνη­μό­νιο και να απο­κα­τα­στή­σου­με τις ζη­μιές που έχει υπο­στεί ο λαός. Θε­ω­ρούν ότι η ανα­φο­ρά στο σο­σια­λι­σμό πρέ­πει να έχει μόνο ορα­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα διότι τώρα οι συν­θή­κες δεν είναι ώρι­μες παρά μόνο για ένα πα­τριω­τι­κό, δη­μο­κρα­τι­κό, προ­ο­δευ­τι­κό, αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο.

Έχει χρώμα η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος;
Υπάρ­χουν με­ρι­κοί από εμάς που νο­μί­ζουν ότι απο­τε­λεί χί­μαι­ρα ο σχε­δια­σμός μιας υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος που θα βα­σί­ζε­ται σε πα­τριω­τι­κές, προ­ο­δευ­τι­κές, δη­μο­κρα­τι­κές δυ­νά­μεις, διότι η ίδια η υπο­τί­μη­ση χα­ράσ­σει μια δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή ένθεν κα­κεί­θεν της οποί­ας πα­ρα­τάσ­σο­νται, εκ των πραγ­μά­των, οι αντι­τι­θέ­με­νες κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις που έχουν ει­σό­δη­μα από ερ­γα­σία από τη μια και ει­σό­δη­μα από κέρδη, τό­κους και προ­σό­δους (από την υπε­ρα­ξία δη­λα­δή) από την άλλη.
Υπάρ­χουν όμως και άλλοι, φίλοι και σύ­ντρο­φοι, που νο­μί­ζουν ότι η επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα και η υπο­τί­μη­σή του πρέ­πει να έχει κε­ντρι­κό ρόλο στη στρα­τη­γι­κή της Αρι­στε­ράς, και ότι είναι μια υπό­θε­ση της «πα­τρί­δας», της «κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας» και του «λαού» ‒και για το λόγο αυτόν κα­λούν σε μέ­τω­πο πα­τριω­τι­κό, δη­μο­κρα­τι­κό, προ­ο­δευ­τι­κό και αντι­μνη­μο­νια­κό.

Πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση ή αρι­στε­ρός ρι­ζο­σπα­στι­κός με­τα­σχη­μα­τι­σμός της πα­ρα­γω­γής;
Υπάρ­χουν με­ρι­κοί από εμάς που νο­μί­ζουν ότι δεν μπο­ρού­με να μι­λά­με για πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση χωρίς να μι­λά­με για τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις, δη­λα­δή τις σχέ­σεις που έχουν οι ερ­γα­ζό­με­νοι με­τα­ξύ τους και με «την ιε­ραρ­χία» στους χώ­ρους πα­ρα­γω­γής, τις σχέ­σεις που έχουν με τα μέσα πα­ρα­γω­γής που θέ­τουν σε κί­νη­ση, το δε­σπο­τι­σμό του ερ­γο­δό­τη, τη διεύ­θυν­ση και τον έλεγ­χο της ερ­γα­σί­ας ‒σε τε­λευ­ταία ανά­λυ­ση δεν μπο­ρού­με να μη μι­λά­με για τις σχέ­σεις ιδιο­κτη­σί­ας, κυ­ριό­τη­τας και νομής.
Υπάρ­χουν όμως και φίλοι και σύ­ντρο­φοι που νο­μί­ζουν ότι δεν μπο­ρού­με να θί­ξου­με τώρα τον πυ­ρή­να του συ­στή­μα­τος, δη­λα­δή τις πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις, παρά μόνο εάν φρο­ντί­σου­με πρώτα να απο­κτή­σει η χώρα ένα ισχυ­ρό πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα το οποίο θα μπο­ρεί στη συ­νέ­χεια να αντέ­ξει τις απαι­τή­σεις μας για αλ­λα­γές στις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις της πα­ρα­γω­γής και στη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος. Η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση (δη­λα­δή η ανα­συ­γκρό­τη­ση των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων) εμ­φα­νί­ζε­ται έτσι ως ένα ιστο­ρι­κό στά­διο που θα πρέ­πει να δια­βού­με τώρα για να μπο­ρού­με στη συ­νέ­χεια να βα­δί­σου­με προς κοι­νω­νι­κές αλ­λα­γές.

Τα­ξι­κές συμ­μα­χί­ες: με ποιους θα πας και ποιους θα αφή­σεις;
Υπάρ­χουν με­ρι­κοί από εμάς που νο­μί­ζουν ότι η αστι­κή τάξη και οι σύμ­μα­χοί της δεν είναι μια χού­φτα άν­θρω­ποι. Είναι ένα ολό­κλη­ρο «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» που αντι­πα­ρα­τί­θε­ται στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, στους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου και ιδιω­τι­κού τομέα, τους άνερ­γους, τους πρε­κά­ριους, τους φτω­χούς, τη νε­ο­λαία που δεν έχει άλλο να που­λή­σει εκτός από την ερ­γα­σια­κή της δύ­να­μη.
Υπάρ­χουν όμως και φίλοι και σύ­ντρο­φοι που νο­μί­ζουν ότι ο λαός, η με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που πε­ρι­λαμ­βά­νει και τη μικρή και με­σαία αστι­κή τάξη (μι­κρο­με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις), απο­τε­λεί το κοι­νω­νι­κό υπο­κεί­με­νο της προ­ό­δου, της δη­μο­κρα­τί­ας, του πα­τριω­τι­σμού, ενώ στο αντί­πα­λο στρα­τό­πε­δο βρί­σκε­ται μια δράκα αν­θρώ­πων, η πλου­το­κρα­τία, η ολι­γαρ­χία που συμ­μα­χεί με τον ιμπε­ρια­λι­σμό και ευ­θύ­νε­ται για την εθνι­κή υπο­τέ­λεια και την εξάρ­τη­ση.

Χτυ­πά­με μαζί, αλλά μπο­ρού­με να βα­δί­ζου­με μαζί;
Αυτές και άλλες τόσες είναι οι δια­φο­ρές στα στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα στους κόλ­πους της ΛΑΕ. Υπάρ­χουν πράγ­μα­τα που συ­ντί­θε­νται και πράγ­μα­τα που δεν συ­ντί­θε­νται ‒και τέ­τοιες είναι οι δια­φο­ρές αυτές.
Αυτό που ωστό­σο είναι εφι­κτό στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η ορ­γά­νω­ση του με­τώ­που της αντι­μνη­μο­νια­κής Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, με τη συμ­με­το­χή όλων των ορ­γα­νώ­σε­ων, κα­θε­μιάς με τη δική της ξε­χω­ρι­στή αντί­λη­ψη για τα στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα ‒διότι σε ένα μέ­τω­πο, σε ένα αρι­στε­ρό αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο, δεν θα χρεια­στεί να λύ­σου­με τα με­γά­λα ζη­τή­μα­τα της στρα­τη­γι­κής. Θα χρεια­στεί να απα­ντή­σου­με σε ερω­τή­μα­τα που αφο­ρούν τα άμεσα κα­θή­κο­ντα που υπα­γο­ρεύ­ουν τώρα οι κοι­νω­νι­κές αντι­θέ­σεις: με άλλα λόγια, χρεια­ζό­μα­στε μια με­τω­πι­κή προ­γραμ­μα­τι­κή συμ­φω­νία, όπου θα συμ­φω­νή­σου­με όλοι σε πέντε βα­σι­κές αρχές και δε­κα­πέ­ντε, εί­κο­σι, σε όσες θέ­λε­τε, αντι­μνη­μο­νια­κές δρά­σεις.

Βα­δί­ζου­με ξε­χω­ρι­στά, χτυ­πά­με μαζί! Η δη­μιουρ­γία ενός με­τώ­που που υπο­κρύ­πτει κόμμα, η συ­γκρό­τη­ση ενός υβρι­δί­ου τύπου ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, όπου οι ρόλοι θα συγ­χέ­ο­νται και όλοι θα συ­νυ­πάρ­χουν μέσα στην ορ­γα­νω­τι­κή δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια, και όπου οι δια­φο­ρές θα λύ­νο­νται με τρο­πο­λο­γί­ες στην άποψη της πλειο­ψη­φί­ας, θα οδη­γή­σει ανα­γκα­στι­κά στην πο­λυ­διά­σπα­ση, την πα­ρακ­μή και το μα­ρα­σμό ‒που θα πα­ρα­σύ­ρει και κα­θε­μία ξε­χω­ρι­στά τις συ­νι­στώ­σες της ΛΑΕ.

Οι προϋποθέσεις μιας "κόκκινης" υποτίμησης

Blue Painting by Wassily Kandinsky OSA468
από το περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 3, Χειμώνας 2016

1. Η υποτίμηση του νομίσματος και η μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια

Στο άρθρο αυτό αναλύεται ο τυπικός μηχανισμός μιας νομισματικής υποτίμησης και προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε η υποτίμηση να συμβάλει στην ανάκτηση του χαμένου εισοδήματος εργασίας που προκλήθηκε από τη μνημονιακή πολιτική. Προκύπτει από την ανάλυση ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις περιλαμβάνουν ρήξεις και διαρθρωτικές αλλαγές που εκ των πραγμάτων θα πλήττουν το κεφαλαιοκρατικό σύστημα στον πυρήνα του. Αλλιώς, η υποτίμηση μπορεί κάλλιστα να αποβεί σε βάρος των υποτελών κοινωνικών τάξεων, να επιδεινώσει την ήδη δυσβάστακτη μείωση των μισθών και να επιτείνει την φτωχοποίηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων.
Με άλλα λόγια, η υποτίμηση του νομίσματος δεν συνοδεύεται από κάποια εγγύηση ότι θα οδηγήσει σε βελτίωση του εισοδηματικού μεριδίου της μισθωτής εργασίας: η αναδιανομή του προϊόντος που συνοδεύει κάθε νομισματική υποτίμηση είναι επίδικο αντικείμενο του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια. Για να επιτευχθεί δε ένας ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων υπέρ της εργασίας, η υποτίμηση πρέπει να συνοδεύεται από ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών αλλαγών στην οικονομία και την κοινωνία.
Αναλυτικότερα, τα πράγματα έχουν ως εξής:
Σε μια κεφαλαιοκρατική οικονομία, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι (και οι αντίστοιχες συνδικαλιστικές οργανώσεις τους) διαθέτουν διαπραγματευτική ισχύ την οποία χρησιμοποιούν προκειμένου να ιδιοποιηθούν ένα μεγαλύτερο μερίδιό του ΑΕΠ: οι μεν μισθωτοί επιχειρούν να αυξήσουν το μερίδιο της εργασίας, οι δε επιχειρήσεις το μερίδιο των κερδών. Όταν ο όγκος του ΑΕΠ δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την απαίτηση των μισθωτών επί του προϊόντος, ταυτοχρόνως δε κα την αντίστοιχη απαίτηση των επιχειρήσεων, εκκινά μια διελκυστίνδα όπου κάθε πλευρά επιχειρεί να διασφαλίσει την απαίτησή της κάνοντας χρήση της διαπραγματευτικής της ισχύος: οι μεν μισθωτοί επιδιώκουν υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς, οι δε επιχειρήσεις υψηλότερες τιμές. Εκδιπλώνεται τότε μια αλυσίδα διαδοχικών αυξήσεων των τιμών και των μισθών, και στο τέλος αυτής της μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια διαμορφώνεται η τελική διανομή του προϊόντος (η αναλογία μισθών / κερδών πριν να παρέμβουν με τους φόρους και τις δαπάνες οι αναδιανεμητικές λειτουργίες του κράτους). Αυτή η τελική διανομή εξαρτάται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας (όπου εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς των μισθωτών) και των αγορών προϊόντων (όπου εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς των επιχειρήσεων).
Η υποτίμηση του νομίσματος πυροδοτεί μια μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια, διότι καθιστά ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα, με αποτέλεσμα να διατίθεται για την αγορά τους ένα μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ και να είναι μειωμένο το τμήμα εκείνο του ΑΕΠ που μπορεί να διατεθεί για διανομή μεταξύ επιχειρήσεων και μισθωτών. Με άλλα λόγια, ο όγκος του ΑΕΠ δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την απαίτηση των μισθωτών επί του προϊόντος, ταυτοχρόνως δε και την αντίστοιχη απαίτηση των επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό αναπτύσσεται, μεταξύ των δύο πλευρών, μια μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια του κεφαλαίου και της εργασίας, μια μάχη κατά την οποία κάθε πλευρά μπορεί να ρίξει στη ζυγαριά του ανταγωνισμού τόσο βάρος όσο της επιτρέπουν τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς στην οποία πουλάει τα εμπορεύματά της, δηλαδή στην αγορά εργασίας όπου οι μισθωτοί πουλούν την εργασιακή τους δύναμη έναντι μισθού, και στις αγορές προϊόντων όπου οι επιχειρήσεις πουλούν τα εμπορεύματά τους έναντι τιμής. Οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας αποσκοπούν στη μείωση της διαπραγματευτικής ικανότητας των μισθωτών ώστε να επιτευχθεί μια διανομή του προϊόντος ευνοϊκή για τα κέρδη. Μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα έπρεπε να επιβάλλει διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων (στους κλάδους παραγωγής, στις μορφές του ανταγωνισμού, στις μορφές ιδιοκτησίας κ.ά.) ώστε να μειώνει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών και να ευνοεί έτσι τις εργαζόμενες τάξεις στην μάχη τους για την αύξηση του δικού τους μεριδίου.
Ως εκ τούτου, η υποτίμηση του νομίσματος επισύρει έναν ανταγωνισμό που είναι ταξικός διότι αφορά τον επιμερισμό του προϊόντος μεταξύ κερδών και μισθών: στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια, που πυροδοτείται από μιαν υποτίμηση του νομίσματος, οι δύο αντιτιθέμενες πλευρές είναι το κεφάλαιο και η εργασία. Για τον λόγο αυτό αποτελεί χίμαιρα ο σχεδιασμός μιας κάποιας υποτίμησης που θα βασίζεται σε πατριωτικές, προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις, διότι η ίδια η υποτίμηση χαράσσει μια διαχωριστική γραμμή ένθεν κακείθεν της οποίας παρατάσσονται, εκ των πραγμάτων, οι αντιτιθέμενες κοινωνικές δυνάμεις που έχουν εισόδημα από εργασία από τη μια και εισόδημα από κέρδη, τόκους και προσόδους (από την υπεραξία δηλαδή) από την άλλη. Η αναδιανομή υπέρ της εργασίας με εργαλείο την υποτίμηση είναι στόχος με έντονο ταξικό περιεχόμενο, αναφέρεται απευθείας στην αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, και ως εκ τούτου θα διαιρέσει στα δύο την "πατρίδα", την "κοινωνική πλειοψηφία" και τον "λαό".
Η υποτίμηση του νομίσματος μπορεί λοιπόν να είναι ένα πολύτιμο εργαλείο των κοινωνικών αγώνων των υποτελών κοινωνικών τάξεων, μόνον υπό τον όρο ότι θα συνοδεύεται από διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές προϊόντων, στον ανταγωνισμό, τις μορφές ιδιοκτησίας, οι οποίες θα ευνοούν συστηματικά τη διαπραγματευτική ισχύ των δυνάμεων της εργασίας στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια.
Όμως για ποιές αλλαγές συγκεκριμένα πρόκειται; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαία η ανάλυση της τυπικής διαδικασίας της υποτίμησης του νομίσματος.
2. Οι τέσσερις φάσεις της υποτίμησης

Μια τυπική διαδικασία υποτίμησης περιλαμβάνει τέσσερις φάσεις:
Στη διάρκεια της πρώτης φάσης, η συναλλαγματική ισοτιμία μεταβάλλεται, είτε ως αποτέλεσμα κυβερνητικής απόφασης είτε ως αποτέλεσμα αγορών και πωλήσεων συναλλάγματος στις χρηματιστικές αγορές. Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος καθιστά αυτομάτως ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα σε σύγκριση με τα εγχώρια, και προκαλεί μια καταρχάς μείωση των πραγματικών μισθών.
Στη διάρκεια της δεύτερης φάσης, σχηματίζονται οι τιμές με βάση τα νέα δεδομένα, δηλαδή τις υψηλότερες τιμές εισαγομένων. Στη φάση αυτή ενδεχομένως βελτιώνεται το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή η διαφορά εξαγωγών - εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών) σε συνάρτηση με τις νέες τιμές, το μέγεθος του αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού, και την εξωτερική ζήτηση (για την οποία θα θεωρήσουμε στα επόμενα ότι παραμένει σταθερή). Στο τέλος της φάσης αυτής, η ενδεχόμενη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου οδηγεί σε αύξηση της συνολικής ζήτησης και επακόλουθα του ΑΕΠ και της απασχόλησης.
Στη διάρκεια της τρίτης φάσης, σχηματίζονται οι μισθοί ως απάντηση στις μεταβολές των τιμών και της απασχόλησης.
Στην τέταρτη φάση, η οικονομία διέρχεται μιας σειράς διαδοχικών προσαρμογών των τιμών και των μισθών (δηλαδή μιας σειράς κύκλων όπου κάθε κύκλος εκκινά με τη δεύτερη φάση και ολοκληρώνεται με την τέταρτη) έως ότου ο συσχετισμός δυνάμεων στη μάχη για τα μερίδια εργασίας φτάσει σε κατάσταση ισορροπίας.
Φάση 1: Αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αύξηση των τιμών των εισαγωγών, μείωση του πραγματικού μισθού
Κατά τη πρώτη φάση της διαδικασίας της υποτίμησης, επέρχεται η αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η οποία αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πόσο μεγάλη θα είναι η υποτίμηση.
Με βάση όσα γνωρίζουμε γενικά για τις υποτιμήσεις, η πιθανότερη έκβαση είναι ότι μετά από την αρχική υποτίμηση, για την οποία όλοι αναμένουμε ότι μάλλον θα είναι πολύ μεγάλη, θα ακολουθήσει περίοδος προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα καταλήξει σε μια τελική απώλεια της οποίας το μέσο εκτιμώμενο μέγεθος για την Ελλάδα, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, είναι της τάξης του 10% έως 20%. Αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι όσο θα βελτιώνεται το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών υπό την επίδραση των ευνοϊκότερων τιμών των προϊόντων, θα αυξάνονται το ΑΕΠ και η απασχόληση, θα ενισχύεται το εθνικό νόμισμα μέσα από το παιχνίδι των χρηματιστικών αγορών και η αρχική υποτίμηση θα τείνει να περιοριστεί. Στο τέλος της διαδικασίας η ισοτιμία θα ισορροπήσει στο σημείο εκείνο που αντιστοιχεί στην παραγωγική ισχύ της χώρας και στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της.
Το μέγεθος της υποτίμησης θα είναι και το μέγεθος της μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, για ένα νοικοκυριό μισθωτών του οποίου το καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που είναι αναγκαίο για την διαβίωσή του περιλαμβάνει 25% εισαγόμενα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης θα ανέρχεται σε 3,75% για υποτίμηση του νομίσματος κατά 15%. Εάν αποφασίσει να υποκαταστήσει κάποια εισαγόμενα με εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνσή του θα είναι μικρότερη. Σε βάθος δεκαετίας θα υπάρξουν και άλλες μειώσεις οι οποίες όμως θα ακολουθούν φθίνουσα πορεία.
Στην επιβάρυνση αυτή των νοικοκυριών θα πρέπει να προσθέσουμε και την επιβάρυνση που θα προέλθει από την αύξηση των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών (αγαθών και υπηρεσιών) η οποία θα αυξήσει κατά τι τις τιμές των εγχώριων προϊόντων.
Η πρώτη φάση της υποτίμησης του νομίσματος συνοψίζεται στο παρακάτω σχήμα.

Ωστόσο, η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών εξαιτίας μιας νομισματικής υποτίμησης είναι το πρώτο βήμα σε μια αλυσίδα οικονομικών επιπτώσεων, αναδράσεων, διακλαδώσεων και ανοιχτών δυνατοτήτων --διότι η καπιταλιστική οικονομία είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, δεν λειτουργεί υπό το καθεστώς "μια αιτία φέρνει ένα αποτέλεσμα", είναι ένα σύνολο μεγεθών που συνδέονται μεταξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέσεων αιτιότητας. Έτσι, όταν αλλάζει ένα μέγεθος (π.χ. η συναλλαγματική ισοτιμία) η οικονομία υφίσταται μια διαταραχή που γίνεται το σημείο εκκίνησης σειράς επιπτώσεων που διαχέονται στο οικονομικό κύκλωμα μέσω διάφορων καναλιών. Εξετάζουμε παρακάτω τα κυριότερα από αυτά.
Φάση 2: Ο σχηματισμός των εγχώριων τιμών, του εξωτερικού ισοζυγίου, του ΑΕΠ και της απασχόλησης
Στη δεύτερη φάση της υποτίμησης του νομίσματος, οι επιχειρήσεις θέτουν τις τιμές τους λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί. Είναι λανθασμένος ο ισχυρισμός ότι οι εγχώριες τιμές στην Ελλάδα καθορίζονται μόνο με βάση την εξέλιξη των στοιχείων του κόστους. Οι αντιδράσεις των επιχειρήσεων μιας ορισμένης χώρας στις μεταβολές των διεθνών τιμών λαμβάνουν δύο ακραίες μορφές: Η πρώτη ακραία αντίδραση, είναι ο καθορισμός της τιμής ανεξάρτητα από τις μεταβολές των διεθνών τιμών και της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Σε αυτήν την περίπτωση, η εν λόγω χώρα λαμβάνει υπ' όψη της αποκλειστικά τις μεταβολές στο δικό της κόστος παραγωγής. Η δεύτερη ακραία αντίδραση, είναι ο καθορισμός της τιμής ακολουθώντας τις τιμές του ανταγωνισμού, ανεξάρτητα δηλαδή από τις μεταβολές του εγχώριου κόστους. Η συνηθέστερη περίπτωση είναι η ενδιάμεση, όπου οι εγχώριες τιμές καθορίζονται μεταξύ κόστους και τιμών του ανταγωνισμού. Ο παράγοντας που καθορίζει σε πιο βαθμό οι εγχώριες επιχειρήσεις θα ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους με τις τιμές του ανταγωνισμού ή με το κόστος εξαρτάται από τον βαθμό αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή πόσο μεγάλο είναι το εγκατεστημένο δυναμικό τους που έχει τεθεί σε αργία λόγω μειωμένης ζήτησης. Πιο αναλυτικά, μετά από την υποτίμηση ενός νομίσματος μπορούν να συμβούν τα εξής:
Εάν οι επιχειρήσεις διαθέτουν υψηλό αχρησιμοποίητο δυναμικό θα επιδιώξουν να αυξήσουν κυρίως τις πωλήσεις τους και τον όγκο της παραγωγής επωφελούμενες από τις ευνοϊκές τιμές που έχουν διαμορφωθεί χάρη στην υποτίμηση του νομίσματος και οι οποίες τους επιτρέπουν να ανακτήσουν μερίδια αγοράς. Οι επιχειρήσεις, έχοντας άφθονο αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό και βλέποντας το βιβλίο των παραγγελιών τους να γεμίζει θα αυξήσουν την παραγωγή τους, και όταν αυτή φτάσει σε κάποιο επίπεδο θα προχωρήσουν σε προσλήψεις για να καλύψουν τις πρόσθετες ανάγκες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα δούμε το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο (αγαθών και υπηρεσιών) να βελτιώνεται, την συνολική ζήτηση να αυξάνεται, το ΑΕΠ και τον αριθμό απασχολουμένων να μεγεθύνονται.
Εάν όμως οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν αχρησιμοποίητες εγκαταστάσεις ώστε να μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους, τότε θα αυξήσουν τις τιμές τους σε επίπεδο ελαφρώς κατώτερο από στις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων ώστε να αυξήσουν τα κέρδη τους χωρίς να κινδυνεύουν να χάσουν μερίδια αγοράς από τον ανταγωνισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα δούμε μεταβολές στο εξωτερικό ισοζύγιο, το ΑΕΠ και την απασχόληση, ενώ αντιθέτως θα δούμε τα κέρδη να αυξάνονται και τους πραγματικούς μισθούς (δηλαδή την αγοραστική δύναμη των μισθών) να μειώνονται λόγω της αύξησης των τιμών. Έτσι η υποτίμηση του νομίσματος, αντί να δώσει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση θα έχει μετατραπεί σε αύξηση της κερδοφορίας.
Εάν θα συμβεί το πρώτο ενδεχόμενο (αύξηση παραγωγής και απασχόλησης) ή το δεύτερο (αύξηση των τιμών και αντίστοιχη μείωση του πραγματικού μισθού) εξαρτάται από το μέγεθος του αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού κατά τη στιγμή της υποτίμησης: Όσο μεγαλύτερο το δυναμικό που αργεί, τόσο μεγαλύτερη η επίπτωση της υποτίμησης στο ΑΕΠ και την απασχόληση.
Πιο μακροχρόνια, καθοριστικός παράγοντας είναι τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των αγορών προϊόντων: βαθμός ολιγοπωλιακής συγκρότησης των αγορών και μειωμένος ανταγωνισμός, μορφές ιδιοκτησίας, έλεγχος τιμών κλπ. Όσο ισχυρότερη είναι η θέση των επιχειρήσεων σε αυτές τις αγορές έναντι των καταναλωτών (ολιγοπωλιακές αγορές, μειωμένος ανταγωνισμός, μορφές ιδιοκτησίας, αδυναμία ελέγχου των τιμών από την πολιτική εξουσία κ.ά.) τόσο ευκολότερες οι αυξήσεις των τιμών.
Η δεύτερη φάση της υποτίμησης του νομίσματος συνοψίζεται στο σχήμα 2.

Ο βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των αγορών προϊόντων είναι παράγοντες αποφασιστικής σημασίας διότι η πολιτική παρέμβαση είναι σε θέση να δράσει επί αυτών (σε αντίθεση με την πρώτη φάση της υποτίμησης όπου η πολιτική παρέμβαση δεν είναι δυνατή ή είναι επουσιώδης). Από όπου προκύπτουν και οι πρώτες προϋποθέσεις για μια υποτίμηση του νομίσματος που θα ευνοεί τις εργαζόμενες τάξεις στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια:
Καταρχάς σε σχέση με το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό: Για να βγει από την κρίση του ο καπιταλισμός δεν καταστρέφει μόνο ανθρώπινες ζωές αλλά κανιβαλίζει επιπλέον τις ίδιες του τις σάρκες, καταστρέφει πάγιο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο όμως αυτό, συμβαίνει να είναι, ταυτοχρόνως, και τα μέσα παραγωγής, τα εργαλεία, οι μηχανές, οι υποδομές, από την χρήση των οποίων ζουν και αναπαράγονται οι εργαζόμενες τάξεις. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι και τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον σε καταστροφή. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα της εσωτερικής υποτίμησης, όπου πραγματοποιείται μια διαδικασία αποεπένδυσης, με την έννοια ότι ο επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που πραγματοποιούνται είναι τόσο μικρές ώστε δεν φτάνουν ούτε για να αναπληρώσουν τις πάγιες παραγωγικές εγκαταστάσεις που αποσβένονται ή αποσύρονται από το παραγωγικό δυναμικό εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας ολόκληρων επιχειρήσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται ο συνολικός όγκος προϊόντος που θα ήμασταν σε θέση να παράγουμε ακόμη και εάν υπήρχε η απαραίτητη ζήτηση για τα προϊόντα μας (έστω μέσω μιας υποτίμησης του νομίσματος). Έχει καταστραφεί πλέον ένα μέρος των συνολικών παγίων εγκαταστάσεων με το οποίο γινόταν η παραγωγή πριν από την κρίση. Η καταστροφή έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε το μέγεθος του προϊόντος που μπορούμε να ανακτήσουμε σήμερα με μια πολιτική χρησιμοποίησης του αργούντος παραγωγικού δυναμικού (χωρίς την συνεισφορά νέων καθαρών επενδύσεων) είναι περίπου τo 40% του προϊόντος που χάθηκε από το 2008 μέχρι σήμερα. Όσο μειώνεται το ΑΕΠ, τόσο επιτείνεται η καταστροφή παγίου κεφαλαίου, παύουν τη λειτουργία τους επιχειρήσεις και αποσύρεται παραγωγικό δυναμικό, και ισόποσα μειώνεται η δυνατότητά μας να βελτιώσουμε την κατάσταση αυξάνοντας τη ζήτηση (εν προκειμένω με μια υποτίμηση του νομίσματος).
Από αυτά τα δεδομένα, απορρέουν τα εξής συμπεράσματα:
Η κεφαλαιοκρατική τάξη της χώρας ασκεί μια πολιτική καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων επειδή αυτές, ως κεφάλαιο, δεν μπορούν να αποδώσουν την κερδοφορία που επιθυμεί η άρχουσα τάξη. Έτσι, το παραγωγικό σύστημα συρρικνώνεται και καθίσταται ανίκανο να απορροφήσει ολόκληρη την ανεργία, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος της, ακόμη και εάν χρησιμοποιηθεί στο σύνολό του. Όσο περισσότερο παραγωγικό δυναμικό καταστρέφεται τόσο μεγαλύτερη και πιο δύσκολη θα είναι η προσπάθεια να μειώσουμε στη συνέχεια την ανεργία.
Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, οι εργαζόμενες τάξεις οφείλουν να διασώσουν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, και πέραν του προφανούς καθήκοντος να ανατραπεί το συντομότερο δυνατό η πολιτική της καταστροφής, δεν μας απομένουν άλλες επιλογές εκτός από τον δρόμο που μας δείχνει η ΒΙΟΜΕ. Θα πρέπει δηλαδή να ενθαρρύνουμε, να ενισχύσουμε και να εργαστούμε σκληρά για να περάσουν στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων όσες επιχειρήσεις εγκαταλείπονται από τους ιδιοκτήτες τους. Επομένως, η περίπτωση της ΒΙΟΜΕ, δεν αφορά μόνο την δυνατότητα των εργαζομένων σε αυτήν να απασχοληθούν και να επιβιώσουν, ούτε εξαντλείται η σημασία της στο μεγάλο συμβολικό φορτίο του εγχειρήματος. Υποδεικνύει και με ποιο τρόπο οι εργαζόμενες τάξεις θα μπορούσαν να διασώσουν ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού προκειμένου να έχει νόημα και αποτελεσματικότητα η υποτίμηση του νομίσματος ή όποια άλλη πολιτική αύξησης της ζήτησης που θα αποσκοπούσε στη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας.
Κάθε επιχείρηση που εγκαταλείπεται από τα αφεντικά πρέπει, λοιπόν, να περνάει στα χέρια των εργαζομένων. Οι προϋποθέσεις δεν είναι λίγες: θα πρέπει να υπάρξει συνδικαλιστική, νομική, ιδεολογική, ηθική, πολιτική και επιστημονική στήριξη των εργαζομένων που θα θελήσουν να πάρουν στα χέρια τους τις ορφανές επιχειρήσεις. Μια υποτίμηση που θα είναι επιτυχημένη, με την έννοια ότι θα αυξήσει το ΑΕΠ και την απασχόληση και όχι τα κέρδη, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να θίξουμε τα ιερά και τα όσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: το δικαίωμα του καπιταλιστή να διευθύνει εκείνος και μόνον εκείνος την παραγωγή, να την οργανώνει και να καρπώνεται τα οφέλη, να αποφασίζει τι και πώς θα παράγουμε εμείς, οι άμεσοι παραγωγοί, για λογαριασμό του και προς όφελός του. Προηγείται, λοιπόν, της μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια, η οποία θα ακολουθήσει την υποτίμηση του νομίσματος, η μάχη για την ανάκτηση του παραγωγικού δυναμικού. Είναι μια μάχη που προηγείται μιας ενδεχόμενης υποτίμησης του νομίσματος, και επομένως ανήκει στα άμεσα καθήκοντα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς ήδη ως αντιπολίτευσης. Θα είναι από αυτές τις μάχες που θα προαναγγέλουν τον σοσιαλιστικό προορισμό της πολιτικής μας και θα τον προετοιμάζουν.
Σε ό,τι αφορά τις διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές προϊόντων, μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα έπρεπε να επιβάλει διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων (στους κλάδους παραγωγής, στις μορφές του ανταγωνισμού, στις μορφές ιδιοκτησίας κ.ά.) ώστε να μειώνει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών και να ευνοεί έτσι τις εργαζόμενες τάξεις στην μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια. Θα πρέπει επομένως στο μεταβατικό πρόγραμμα μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς να περιλαμβάνεται και ένα λεπτομερές πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές προϊόντων που θα προσβάλει όλα τα σημεία διαπραγματευτικής ισχύος των καπιταλιστικών επιχειρήσεων έναντι των μισθωτών και έναντι των υποτελών κοινωνικών τάξεων ως καταναλωτών.

Φάση 3: Ο σχηματισμός των μισθών

Στη τρίτη φάση της υποτίμησης του νομίσματος, οι μισθωτοί και οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, σε διαπραγμάτευση με τις επιχειρήσεις, διαμορφώνουν το ύψος των μισθών λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί, δηλαδή το ποσοστό ανεργίας και τις τιμές καταναλωτή έτσι όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μετά την υποτίμηση. Τη διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών και των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων καθορίζουν, εκτός από το ποσοστό ανεργίας, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας (εκτός βεβαίως από άλλους παράγοντες πολιτικούς ή ιδεολογικούς). Αναλυτικότερα, όταν είναι αυξημένη η απασχόληση, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έναντι των επιχειρήσεων επειδή η αύξηση της απασχόλησης συνήθως συνοδεύεται από μείωση της ανεργίας, και σαν αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται. Όταν οι θεσμοί της αγοράς εργασίας ευνοούν την διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών, η μείωση της ανεργίας συνοδεύεται από ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των μισθών. Με τον σχηματισμό των μισθών, συμπληρώνεται το σκαρίφημα της υποτίμησης του νομίσματος ως εξής:

Το σημείο πολιτικής παρέμβασης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, όσον αφορά τον σχηματισμό των μισθών, είναι η μετατροπή των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας. Αυτό μπορεί να γίνει με αλλαγές στους θεσμούς της αγοράς εργασίας (συλλογικές συμβάσεις, οργάνωση σε συνδικάτα, προστασία της εργασίας από την ανεργία κλπ) που θα επιβάλει μια ενδεχόμενη κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς ώστε να βελτιώνει την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών και των οργανώσεών τους και να τους ευνοεί στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια. Θα πρέπει επομένως στο μεταβατικό πρόγραμμα μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς να περιλαμβάνεται και ένα λεπτομερές πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας που θα ενισχύει όλα τα σημεία διαπραγματευτικής ισχύος των μισθωτών έναντι των επιχειρήσεων.
Εντούτοις, η μετατροπή των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας δεν περνάει μόνο μέσα από τους θεσμούς. Η οργάνωση των εργαζόμενων τάξεων περνάει και μέσα από την ανάπτυξη εργατικών αντιστάσεων, αυτόνομων ομαδοποιήσεων, πρωτοβάθμιων σωματείων και κάθε άλλης δυνατής μορφής συγκρότησης της τάξης. Επίσης, η ανάπτυξη της διαπραγματευτικής ισχύος των μισθωτών και των συνδικαλιστικών οργάνων τους δεν είναι μια υπόθεση του χώρου εργασίας και μόνο. Στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, η συγκρότηση της τάξης πραγματοποιείται και στον χώρο της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (κατανάλωση, κοινωνικές ανάγκες, δημόσια αγαθά, ιδεολογικοί μηχανισμοί, πολεοδομία, κουλτούρα και πολιτισμικά αγαθά κλπ) και η διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών εξαρτάται πλέον και από τη διασύνδεση των μορφών αυτόνομης οργάνωσης στο χώρο της παραγωγής με τις μορφές αυτόνομης οργάνωσης ή παρέμβασης στη σφαίρα της αναπαραγωγής. Συνεπώς, αυτά είναι πεδία πολιτικής και συνδικαλιστικής παρέμβασης που πρέπει να περιλαμβάνονται στο μεταβατικό μας πρόγραμμα με σαφείς και αναλυτικούς στόχους. Περιλαμβάνεται στα άμεσα καθήκοντα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να παρέμβει σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας στις οποίες συγκροτείται η διαπραγματευτική και πολιτική ισχύς των εργαζόμενων τάξεων.

Φάση 4: Η μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια

Στο τέλος της φάσης 3, έχει πλέον συγκροτηθεί ένα σύστημα διαρκούς διάχυσης της αρχικής αύξησης των τιμών των εισαγομένων στο σύνολο της οικονομίας:
Καταρχήν, η αύξηση των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών σε εθνικό νόμισμα μεταφέρεται στις εγχώριες τιμές και από εκεί στις τιμές καταναλωτή, όπου προστίθεται και το δυσμενές αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών των εισαγομένων καταναλωτικών προϊόντων. Εν συνεχεία, αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί καθώς αποτελούν συνάρτηση των τιμών καταναλωτή. Εάν θεωρήσουμε ότι οι επιχειρήσεις μετακυλύουν τις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών στις τιμές, τότε προκύπτει αύξηση των εγχωρίων τιμών. Αυτήν τη φορά, οι εγχώριες τιμές διαμορφώνονται με βάση υψηλότερο κόστος εργασίας, πέραν του γεγονότος ότι ενσωματώνουν εκ νέου τις χαμηλότερες τιμές των πρώτων υλών. Η νέα αύξηση των εγχωρίων τιμών μεταφέρεται στις τιμές κατανάλωσης και αρχίζει ένας νέος κύκλος αυξήσεων των τιμών και των μισθών.
Εν τω μεταξύ, η μεγέθυνση του ΑΕΠ που έχει προέλθει από την υποτίμηση αυξάνει την απασχόληση και βελτιώνει έτσι τη διαπραγματευτική θέση των μισθωτών, ενώ ταυτοχρόνως μειώνει και το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό ενισχύοντας και τη διαπραγματευτική θέση των επιχειρήσεων. Ποια από τις δύο πλευρές θα βγει στο τέλος περισσότερο ενισχυμένη από τη διαδικασία αυτή εξαρτάται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας (όπου εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς των μισθωτών) και των αγορών προϊόντων (από όπου απορρέει η διαπραγματευτική ισχύς των επιχειρήσεων).
Επομένως, μόνον εάν έχουμε ένα μεταβατικό πρόγραμμα που ανοίγει τον δρόμο σε ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία, σαν και αυτές που προσδιόρισε η ανάλυση αυτού του άρθρου, η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα συνοδεύεται από αύξηση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας.



Όταν οι συνθήκες έγιναν ανατρεπτικές

Πολύ νωρίς, ήδη από το 2010, διαμορφώθηκε το εξής ταξικό σκηνικό: οι "πάνω" θέλουν να αλλάξουν ριζικά το καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου και εκμετάλλευσης της εργασίας στοιχηματίζοντας ότι η πολιτική τους θα επικρατήσει των αντιστάσεων, και οι "κάτω" βυθίζονται βαθμιαία αλλά σταθερά σε ένα πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας, αυξανόμενων εισοδηματικών ανισοτήτων, υφαρπαγής της παρελθούσας εργασίας τους (της δικής τους ή των γονιών τους), δέσμευσης της μελλοντικής τους εργασίας από τους κατόχους κεφαλαίου και πολιτικής ισχύος, χωρίς το "δημοκρατικό παιχνίδι" να τους δίνει έξοδο διαφυγής.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχει χαραχθεί μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτούς που επιζητούν ένθερμα ή δειλά τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό, και σε αυτούς που τον απεχθάνονται ή απλώς αμύνονται απέναντί του. Στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα χωρίστηκαν οι "προοδευτικοί άνθρωποι" της προηγούμενης περιόδου, οι ελαφρώς αριστεροί, οι μετριοπαθείς “φωτισμένοι” αστοί με τους οποίους μπορούσαμε να σε κάποιο βαθμό συνεννοηθούμε ή να συνυπάρξουμε στο παρελθόν, οι πρώην κεϋνσιανοί, οι πρώην σοσιαλδημοκράτες: οι περισσότεροι πέρασαν στους απέναντι, μία προσχώρηση μετά την άλλη, ακολουθώντας την κοινωνική ταξική πόλωση στα επεισόδιά της --με τελευταίο επεισόδιο την αυτομόληση του Σύριζα στο νεοφιλελεύθερο κράτος. Έχουν συγκροτηθεί έτσι, χρονιά τη χρονιά, δύο εχθρικά ταξικά μπλοκ τα οποία πολώνονται διαρκώς ένθεν κακείθεν της βαθιάς ταξικής διαχωριστικής γραμμής, και τα οποία έκαναν αυτοπροσώπως την εμφάνισή τους στην πολιτική σκηνή στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, και θα συγκρουστούν κάποια στιγμή, πιθανότατα με μεγάλη βία --εκτός εάν με τα χρόνια, η έλλειψη πολιτικής εκπροσώπησης που δημιουργήθηκε από την νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του Σύριζα οδηγήσει τους "κάτω" σε πολιτικό και ιδεολογικό όλεθρο.
Οπότε εδώ εμφανίζεται το ζήτημα της αριστερής εναλλακτικής πρότασης, ή όπως το θέτουν πολλοί, το ζήτημα του προγράμματος.
Οι προτάσεις της Αριστεράς, από το 1980 και μετά, ήταν πάντοτε προτάσεις διακυβέρνησης που περιορίζουν την Αριστερά σε ρόλο θεσμικής αντιπολίτευσης την στιγμή που θα έπρεπε να είναι μέσα στις κοινωνικές μάχες που διεξάγονται στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές (διότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, η ισχύς της τάξης δεν συγκροτείται μόνο στους χώρους της εργασίας και παραγωγής αλλά και στους χώρους της αναπαραγωγής). Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι αν η δική μας Αριστερά θα ξεφύγει από τον παλιό της εαυτό, της κοινοβουλευτικής παρουσίας και της διαχείρισης των κοινωνικών αγώνων στα παραδοσιακά πλαίσια των παραδοσιακών κοινωνικών συμβιβασμών όπως αυτοί διαμορφώθηκαν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης --διότι τα πλαίσια αυτά δεν υπάρχουν πια. “Το πρώτο μου σφάλμα ήταν ότι με γλώσσα άλλου καιρού, θέλησα να αρχίσω να μιλώ για πράγματα σημερινά” (Νόρα Αναγνωστάκη).
Η προσκόλληση στα παλιά δείχνει ότι ακόμη και η δική μας Αριστερά δεν έχει κατανοήσει το βασικό: Η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι, σήμερα, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον στη φτώχεια και την απόγνωση. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Διατηρεί επομένως το δικαίωμα να καταστρέφει τις ίδιες τις ζωές μας, και τώρα το κάνει αδίστακτα, και μάλιστα χωρίς προοπτική να σταματήσει ο εφιάλτης. Δεν θα σταματήσει ούτε όταν θα έρθει η περιβόητη "ανάπτυξη", διότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ και του εισοδήματος των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχουν πλέον αποσυνδεθεί --κάτι που δεν κατανοούν όχι μόνο στο Σύριζα αλλά και σημαντικά τμήματα της δικής μας Αριστεράς.
Το ενδιαφέρον για εμάς είναι ότι επειδή υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει εισέλθει σε περίοδο αποσταθεροποίησης. Το γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη αυξάνει την κατασταλτική αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής που υφαίνει χίλια σκοινιά γύρω μας, φορολογικά, διοικητικά, αστυνομικά και άλλα, δεν είναι ένδειξη δύναμης αλλά αδυναμίας. Ισχύει πάντα ο γνωστός "νόμος" ότι το άθροισμα ηγεμονικής ισχύος και έντασης της καταστολής είναι σταθερό. Η αστική τάξη καταφεύγει στην ένταση της καταστολής για να αναπληρώσει την αποδυνάμωση της πολιτικής της ηγεμονίας.
Με αυτά, διαμορφώνεται μια πολιτική συγκυρία στην οποία ο αντικαπιταλισμός και ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής δράσης. Όχι σαν ιδεολογικό statement, όπως κάνουν μια ζωή οι αριστεριστές ανεξάρτητα από την πολιτική συγκυρία, αλλά επειδή έχει έρθει η ιστορική στιγμή που οι ίδιες οι συνθήκες είναι ανατρεπτικές.

Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού & το πρόγραμμά μας

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 7 Ιανουαρίου 2016
Ο σοσιαλισμός είναι σήμερα επίκαιρος: είναι το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης. Εάν αυτό πράγματι ισχύει και εάν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό, το πρόγραμμά μας οφείλουμε να το χτίσουμε επάνω σε αυτήν την βάση, της επικαιρότητας του σοσιαλισμού.

Πότε η αστική ηγεμονία κινδυνεύει

Όταν ο Μαρξ και ο Ενγκελς δημοσίευσαν το Κομμουνιστικό μανιφέστο, είχε παρέλθει περίπου μισός αιώνας ταχύρρυθμης καπιταλιστικής βιομηχανικής ανάπτυξης, γιγαντιαίας συσσώρευσης κεφαλαίου και τεχνολογικής καινοτομίας, αλλά η κατάσταση της εργατικής τάξης παρέμενε άθλια. Σε αυτό το σημείο, ο Μαρξ θεώρησε ότι η βασική, δομική αδυναμία του καπιταλισμού είχε αναδυθεί: η θεαματική βιομηχανική και τεχνολογική πρόοδος, και οι ιστορικά πρωτοφανείς ρυθμοί μεγέθυνσης της παραγωγής εμπορευμάτων, πραγματοποιούνται με ταυτόχρονη συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο της κοινωνίας, εκεί που βρίσκονται οι κάτοχοι κεφαλαίου, και συσσώρευση φτώχειας στον άλλο πόλο, εκεί όπου βρίσκονται όσοι κατέχουν μόνο την ικανότητά τους προς εργασία (την εργασιακή τους δύναμη). Θεώρησε ότι αυτή η εκρηκτική κοινωνική πόλωση θέτει τις βάσεις για την πολιτική χρεωκοπία του καπιταλισμού, για τον εξής λόγο: “Η αστική τάξη είναι ανίκανη να διατηρήσει για πολύ τη θέση της κυρίαρχης τάξης (…) επειδή είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στους δούλους της την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δουλεία”. Όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους, η αστική τάξη δεν μπορεί να διατηρήσει την ηγετική της θέση στην κοινωνία, η ηγεμονία της βρίσκεται σε κρίση, επειδή το δικό της ιδιοτελές συμφέρον έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την συντήρηση και την αναπαραγωγή των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων.

Η επιστροφή του αχαλίνωτου καπιταλισμού

Το εργατικό, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης, στοιχημάτισαν, αμέσως μετά τον πόλεμο, ότι το σύστημα μπορούσε να μετασχηματιστεί, να εξανθρωπισθεί, να διατηρήσει τον παραγωγικό δυναμισμό του αποβάλλοντας όμως την μακροχρόνια τάση του να αυξάνει τις ανισότητες των εισοδημάτων κεφαλαίου και εργασίας. Στοιχημάτισαν ότι μπορεί να σταματήσει να συσσωρεύει πλούτο για τους κατόχους κεφαλαίου και φτώχεια για τους κατόχους εργασιακής δύναμης —και μάλιστα στοιχημάτισαν ότι μπορούσε να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς ακριβώς επειδή θα είχε αρνηθεί το αμαρτωλό παρελθόν της ανθρωποφαγίας του, ακριβώς επειδή θα του είχε επιβληθεί να μην αυξάνει τις ανισότητες. Το στοίχημα φαινόταν κερδισμένο για τις δυνάμεις της εργασίας για τριάντα ολόκληρα χρόνια, ας πούμε κατά προσέγγιση από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 έως το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Τριάντα χρόνια ήταν αρκετά για να πιστέψουν οι περισσότεροι ότι ο καπιταλισμός είχε αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα —με δυο λόγια, ότι είχε μεταλλαχθεί χάρη στο κοινωνικό κράτος, τη σταθερότητα στη διανομή του προϊόντος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, τη σταθερότητα ή τη μείωση των ανισοτήτων, τη μαζική παραγωγή σε σύζευξη με την μαζική κατανάλωση των μισθωτών, όλα αυτά τα οποία συγκροτούσαν ένα θαύμα που έμοιαζε ότι θα διαρκέσει χίλια χρόνια. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, γνωρίζουμε τώρα ότι οι έκτακτες συνθήκες της μεταπολεμικής περιόδου που επιβλήθηκαν στον καπιταλισμό, και μόνον αυτές, μπορούν να εξηγήσουν την παρέκκλισή του από την αυθεντική του φύση —που αυτή, παρέμενε αναλλοίωτη κάτω από τους περιορισμούς που της είχαν επιβληθεί από τις δυνάμεις της εργασίας.
Μετά από τριανταπέντε χρόνια βαθμιαίας πλην όμως συνεπούς αποδόμησης του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους, από την πρώτη κυβέρνηση Θάτσερ μέχρι σήμερα, οι δυνάμεις του κεφαλαίου πραγματοποιούν στη διάρκεια της κρίσης την τελευταία επίθεση για να κλείσουν μέσα σε μια ιστορική παρένθεση το κοινωνικό κράτος, την μείωση των ανισοτήτων, την αυξανόμενη αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων τάξεων, τον κεϋνσιανισμό, τον μαρξισμό, την ίδια την αστική δημοκρατία που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι για τους επικυρίαρχους. Γνωρίζουμε τώρα ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ρέπει ακατάπαυστα στην αύξηση των ανισοτήτων, στην πόλωση πλούτου και φτώχειας, και ότι μόνο εξωτερικοί παράγοντες, που σπάνιες ιστορικές συνθήκες ενδέχεται να συγκεντρώσουν, μπορούν να ανατρέψουν αυτήν την ακατανίκητη τάση. Τέτοιες σπάνιες συνθήκες όμως δεν υπάρχουν σήμερα. Ο καπιταλισμός στέκεται και πάλι απέναντί μας ως η δύναμη του γυμνού χρήματος, του αχαλίνωτου κεφαλαίου που απαιτεί ανθρωποθυσίες για να συντηρηθεί, να αναπαραχθεί και να διογκωθεί ως αξία που αξιοποιεί τον ίδιο της τον εαυτό.

Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού

Αυτά μας φέρνουν σε μια συγκυρία όπου προκύπτουν τα ίδια ερωτήματα που έθετε ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Διότι τώρα ισχύει ότι η άρχουσα τάξη δεν μπορεί, ούτε και θέλει, να διασφαλίσει τους όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής, δεν μπορεί να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των υποτελών κοινωνικών τάξεων επειδή αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ιδιοτελές της συμφέρον. Είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στις εργαζόμενες τάξεις την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους την υποταγή στον καπιταλισμό —και για τον λόγο αυτό η ηγετική της θέση στην κοινωνία τίθεται εκ των πραγμάτων σε αμφισβήτηση. Από την έναρξη της κρίσης, το 2008, η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης είναι ανοιχτή.
Η συγκυρία αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι τώρα, σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στις δύο προηγούμενες μεγάλες κρίσεις του καπιταλισμού, στον 20ο αιώνα, η αστική τάξη δεν διαθέτει κανένα σχέδιο εξόδου από την κρίση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 αναδύθηκε η μεγάλη εναλλακτική λύση του κεϋνσιανισμού και της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, ενώ στη δεκαετία του 1970 ο νεοφιλελευθερισμός άρπαξε την ευκαιρία για να ηγεμονεύσει. Σήμερα, κανένα τέτοιο μεγάλο σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν έχει αναδυθεί, και η άρχουσα τάξη αφήνεται στις αυθόρμητες ορέξεις της, προσπαθεί να αλλάξει ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων κεφαλαίου εργασίας, να αυξήσει τα κέρδη της αφήνοντας στην τύχη της την συντήρηση και την αναπαραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, να αποδιαρθρώσει το κοινωνικό κράτος.
Αυτό γίνεται με τους εξής τρόπους: Με την αναδιανομή του εισοδήματος, τη φορολογική πολιτική και την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους ιδιοποιείται ένα αυξανόμενο μερίδιο από την αξία που παράγουμε κάθε χρονιά. Με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους δεσμεύει για λογαριασμό της ένα μεγάλο μέρος της μελλοντικής μας εργασίας. Με τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους υφαρπάζει ένα μεγάλο μέρος από την παρελθούσα εργασία μας που έχει αποκρυσταλλωθεί στα περιουσιακά στοιχεία των εργαζόμενων τάξεων.
Παρούσα, μελλοντική και παρελθούσα εργασία, έχουν τεθεί στην διάθεση της άρχουσας τάξης προκειμένου να διασωθεί το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, το κεφάλαιο που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, που πλεονάζει αλλά απαιτεί επίμονα και πάσει θυσία την αμοιβή του. Η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατο με τις υπάρχουσες συνθήκες να ικανοποιηθεί. Η προσπάθεια λοιπόν της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται στην αναδιανομή του προϊόντος μέσω μιας πολιτικής που δεσμεύει για λογαριασμό του κεφαλαίου ένα αυξανόμενο μερίδιο από το δικό μας εισόδημα, από τη δική μας εργασία, την παρούσα, την παρελθούσα και την μελλοντική. Αυτή όμως η πολιτική είναι ακριβώς εκείνη που καθιστά την αστική τάξη “ανίκανη να διατηρήσει για πολύ τη θέση της κυρίαρχης τάξης επειδή είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στους δούλους της την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δουλεία”, με τα λόγια του Μαρξ.
Η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης είναι “ένα παράθυρο ευκαιρίας” που θα μείνει ανοιχτό για όσο καιρό οι κυρίαρχοι δεν θα έχουν πείσει τους κυριαρχούμενους πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος πέρα από τη γενίκευση της λιτότητας, για όσο καιρό δηλαδή οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις δεν θα έχουν αποδεχθεί τα νέα καταναλωτικά πρότυπα φτώχειας ως "φυσιολογικά" και "δίκαια”. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, η αστική ηγεμονία θα έχει αποκατασταθεί, η δε φτώχεια και η βαρβαρότητα θα έχουν νομιμοποιηθεί.
Για αυτούς τους λόγους, κανένα πρόγραμμα αριστερού πολιτικού κόμματος, οργάνωσης κλπ δεν μπορεί να μην οικοδομεί τη λογική του και τις προτάσεις του επί αυτού του βασικού γεγονότος της καπιταλιστικής κρίσης. Ο σοσιαλισμός είναι επίκαιρος, με την έννοια ότι αποτελεί το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που διαθέτουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην ηγεμονική κρίση της αστικής τάξης και να κρατήσουν την κοινωνία έξω από την βαρβαρότητα.

Η μείωση των αποδοχών της μισθωτής εργασίας

Gr Η μείωση των αποδοχών των μισθωτών το 2010-2015.001

Κρίση, ανεργία, τάξη εναντίον τάξης

Ηλίας Ιωακείμογλου: Κρίση, ανεργία, τάξη εναντίον τάξης by Htheoriapairneithesi on Mixcloud

Entrevista / Revista de Economia Critica

Entrevista a Elias Ioakimoglou
Entrevista realizada por Bibiana Medialdea y Antonio Sanabria. | 27.12.2015
Revista de Economía Crítica, nº20, segundo semestre 2015, ISNN 2013-5254 Entrevista realizada por Bibiana Medialdea y Antonio Sanabria. Elias Ioakimoglou es investigador en economía política. Noviembre 2015. Traducción: Jordi Roca Jusmet

Q: Syriza election victory in January 2015 opened high expectations about the possibilities for an alternative economic management and for the social majority in Europe. A political force that explicitly questioned the logic of austerity and adjustment achieved unprecedented popular support on the continent. It has not even been a year of that time, what do you think you can balance the experience of government regarding these expectations possibility of an alternative economic management?
Great expectations about Syriza being able and willing to apply an anti-austerity economic programme drugging the economy out of recession, lowering unemployment and reducing income inequalities, have been subverted in one single night: the night of the 12th July, when Alexis Tsipras took the political and moral responsibility to capitulate, against all odds, breaking Syriza’s promises for social justice and economic relief. A whole country has been surprised and delivered without resistance to captivity by debt by a man who proved to be able to sell the moon.
Then, Alexis Tsipras knowing “sorry” means nothing once promises are broken, he sold the moon a second time. He gave new impossible promises: this time he would find ways to relief the most vulnerable citizens from the consequences of the 3d adjustment programme that he, himself, had signed a few days ago. Furthermore, using a political blitzkrieg he took by surprise its political adversaries: he proclaimed new general elections leaving to its adversaries inside Syriza a short time span of only 30 days to organize a new party. It is improbable that the working classes, the unemployed and the low income population that supported Tsipras all the way from the beginning of the crisis to the U-turn of the 12th of July believed Syriza is still the same party. Everybody in Greece knows that Alexis Tsipras in now a Schultz-like social-democrat politician. Nevertheless, the voters of the Left had no credible alternative since the new leftist party Popular Unity, was unable to present a clear-cut alternative strategy; therefore they voted for Tsipras hoping that he would keep at least some of its renewed promises or they preferred to abstain from the elections.
Q: What about the role of Varoufakis in negotiations with the troika? Do you think other negotiating strategy by the first government of Syriza would have done better?
I don’t think Varoufakis had nothing to do with the negotiating strategy, which was defined and finalised by Tsipras and its advisors during the two first months of 2015. That was done in a completely undemocratic way, ignoring the party. Until then we expected that the negotiations would start with bold moves, with the Greek government imposing capital controls right away after the elections of January and postponing debt service payments until an agreement is reached. I am convinced that the outcome of such an aggressive negotiating strategy would have been much better than the humiliating capitulation of the 12th July.
Q: How do you interpret the announcement of the referendum now? And the result? The Greek population seems to reject the proposal from the troika but also discards a break with it (leaving the euro) ... It was somewhat ambiguous the question itself? In view of the results obtained by Popular Unity, do you think that a more forceful question would have had a more favorable "yes" result?
The question was not at all ambiguous. All Greeks understood what it was about. It was not a question about leaving the eurozone or not, it was about the continuation of austerity policies, labour market reform and lower wages in order to increase (supposedly) competitiveness. It was about the continuation of policies dismantling the social state, reducing dramatically pensions and demolishing social protection institutions --and the answer was as clear as the question. Who gave this answer? We know now, thanks to statistics, that the answer was not given by the Greeks in general; it was given by the working classes of the business sector, civil servants, precarious workers, the unemployed, the young and the poor. Each one or these social categories voted “no” massively (80% to 90%). On the contrary, high income social categories, owners of capital and wealth, voted massively for “yes”. To put it simply, those who are benefiting from austerity policies and structural reform voted for “yes” while those who suffer from these policies voted for “no”. Now, this is a clear cut division: The week before the referendum was one of those rare historical moments when social classes and their allies jump on the political scene and become visible to the naked eye. The bloc of social forces in power that is the bourgeoisie, big capital, bankers, executives of corporations and financial firms, big media journalists, high rank state bureaucrats, neoliberal intellectuals and artists, life-style featherbrains and start-up young wanna-be entrepreneurs, petit-bourgeois benefiting from huge income inequalities achieved through internal devaluation and labour market reform, rentiers, small firm owners paying now half wages of what they used to pay in 2010, old people sitting on their accumulated wealth, they all presented themselves, in person, on the electoral battlefield to defend openly, without the usual ideological ornaments, their immediate class interest, the interest of naked money, the right to live on profit, interest and rent, to live on the labour of others. The presence of this social bloc in power was strong not only in the streets and demonstrations and TV, but also in firms where employees were more or less openly threatened by employers that they would be fired if they would vote for ‘no’. This exhibition of class self-interest and crude force, the absence of a hegemonic narrative of the ruling classes, was the catalyst that precipitated the long process of formation of an anti-austerity, unified, visible social bloc of the working classes, the unemployed, the young and the poor. The formation of this bloc started in 2010 with the implementation of the EU-driven economic adjustment programmes and ended a few days before the referendum when the subordinate social classes organised massive demonstrations of historical size and energy (without the intermediation of the leading politicians of Syriza who mildly supported the ‘no’ campaign) and voted ‘no’ against all the warnings, the threats, the blackmail, the ideological bullying, the fear spread by TV channels, firms, employer’s organisations, neoliberal economists and politicians, against the risk of being fired, impoverished, thrown in the misery of a country outcast from the supposedly stable and secure economic environment of the eurozone.
Q: The election results and the apparent support for the euro shown in the polls, does it make possible, in your opinion, to manage a break from the Greek government with the single currency and short-term costs of Grexit?
The election results do not show a support for the euro. Voters of the Left voted for Syriza because the alternative was a conservative government that would apply the 3d memorandum this time with even more cruelty than before. Syriza remained the best choice for the unemployed, the workers, the young and the poor even after the U-turn of the 12th of July.
As far as the break with the single currency is concerned, the Greek government does not have the intention to leave the eurozone, they are even hostile to such an eventual outcome --they always have been and that is why they capitulated.
Q: After formation of Syriza’s new government once it has been electorally validated the signature of the third "rescue", which goals and perspectives do you believe there are to work for an alternative to austerity in the country?
The signature of the 3d memorandum has not been electorally validated. Voters simply tried to protect themselves from the worst possible outcome that was a government formed by the conservative party of New Democracy, wich was the only party able to win the election except Syriza.
The perspectives to work for an alternative to austerity have nothing to do with Syriza, which gradually, but very fast, degenerates to a Renzi-style social-democratic party. We are thus confronted with this historical originality: In the presence of a strong anti-austerity social bloc of conscious, politically active workers, unemployed, young people, poor people, militants, that have acquired precious political and organisational skills during the five years of fierce social conflict and political struggle, there is not a political party or organisation able to assume the representation of this anti-austerity social bloc. So, the perspectives for an anti-austerity policy depend on the agility of political forces that left Syriza (approximately 40% of its most active and politically skilled members) to form a new political organisation able to assume the political representation of the anti-austerity social bloc.
Q: After signing third memorandum now, from the creditor side it seems they to accept some restructuring, as Syriza requested in the negotiations. In fact, the IMF raises it as a precondition to participate again. What do you think about that?
What is at stakes in Greece is not mainly the repayment of debt, it is the continuation and the success of a large scale enterprise of destruction of existing social structures and the reconstruction of the society on the basis of purely neoliberal principles. The aims of this enterprise are to obtain a radical change in the balance of power between labour and capital, and the stabilisation of the labour income at very low levels. This is essential in order to secure a minimum acceptable level of profitability although capital is over-accumulated. In other words, the size of accumulated capital is now so big that its claims on a diminished real product exceed by far the actual size of this product; therefore these claims are unsustainable unless the working classes, the unemployed, the pensioners, the young, accept to live with less and less goods and services. Now, this is the plan of the ruling classes of Europe for Greece, and if Tsipras drags Greece along this path, I suppose he can obtain some concessions from the creditors concerning the debt in exchange for his good services; perhaps that will give him the chance to sell the moon for a third time.

Για τη διάρθρωση του προγράμματος


constructivism1
Δημοσιεύθηκε στο rproject 20.12.2015

Τα πολιτικά προγράμματα της Αριστεράς ακολουθούν μια θεματική οργάνωση της ύλης συνήθως αφιερώνοντας ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για κάθε θέμα: διεθνής κατάσταση, οικονομία, κοινωνικό κράτος, πολιτικό σύστημα, δημόσια διοίκηση, εξωτερική πολιτική κλπ. Ωστόσο, αυτή η διαίρεση έχει στενή σχέση με την οργάνωση της αστικής κρατικής μηχανής ανά υπουργείο και άλλους φορείς του δημοσίου.
Πρό­κει­ται για μια ορ­γά­νω­ση που ακο­λου­θεί την λο­γι­κή του ελέγ­χου και της ορ­γά­νω­σης της κοι­νω­νί­ας δια της κα­τά­τμη­σης, μια λο­γι­κή που προσ­διο­ρί­ζει πεδία άσκη­σης της αστι­κής εξου­σί­ας. Βρί­σκου­με την ίδια θε­μα­τι­κή διαί­ρε­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας στην αστι­κή ορ­γά­νω­ση της γνώ­σης, όπου ση­μα­ντι­κές βαθ­μί­δες της κοι­νω­νί­ας εκλαμ­βά­νο­νται ως αρ­κού­ντως δια­κρι­τές ώστε να δι­καιο­λο­γεί­ται η γνω­στι­κή διαί­ρε­ση των “αν­θρω­πι­στι­κών σπου­δών” σε αυ­τό­νο­μα γνω­στι­κά αντι­κεί­με­να, σε ξε­χω­ρι­στές επι­στή­μες και σε αντί­στοι­χες πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τμή­μα­τα: οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νιο­λο­γία, πο­λι­τι­κές επι­στή­μες, διε­θνείς εξω­τε­ρι­κές σχέ­σεις κλπ.
Η ορ­γά­νω­ση ενός προ­γράμ­μα­τος της Αρι­στε­ράς με βάση τις θε­μα­τι­κές ενό­τη­τες όπως τις κα­τα­λα­βαί­νουν η αστι­κή ορ­γά­νω­ση της γνώ­σης και η κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας, δη­μιουρ­γούν ευθύς εξαρ­χής ένα πλαί­σιο απέ­να­ντι στο οποίο θα έπρε­πε, αν μη τι άλλο, να εί­μα­στε κα­χύ­πο­πτοι, για τον πολύ απλό λόγο ότι αντα­να­κλά την αντί­λη­ψη του αντι­πά­λου και την ορ­γά­νω­ση της δικής του κρα­τι­κής μη­χα­νής. Η αστι­κή κρα­τι­κή μη­χα­νή ορ­γα­νώ­νει ολό­κλη­ρη την κοι­νω­νία με την γνω­στή θε­μα­τι­κή κα­τά­τμη­ση, έτσι ώστε να ανα­πα­ρά­γο­νται οι συν­θή­κες ενός τα­ξι­κού αντα­γω­νι­σμού στον οποίο κυ­ριαρ­χεί η αστι­κή τάξη. Η κα­τά­τμη­ση “ανά υπουρ­γείο και δη­μό­σια υπη­ρε­σία” είναι ένα πλαί­σιο του οποί­ου την τα­ξι­κή αθω­ό­τη­τα έχου­με απο­δε­χθεί και το χρη­σι­μο­ποιού­με “πα­ρα­δο­σια­κά” υπο­θέ­το­ντας ότι μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει εξί­σου καλά για την δια­τύ­πω­ση αρι­στε­ρών ρι­ζο­σπα­στι­κών θέ­σε­ων, ακόμη και ανα­τρε­πτι­κών, και επα­να­στα­τι­κών θέ­σε­ων.
Το δικό μας πρό­γραμ­μα καλό θα ήταν να ακο­λου­θεί την δική μας αντί­λη­ψη για την ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας. “Από την οπτι­κή γωνία από την οποία βλέπω τα πράγ­μα­τα, η ανά­πτυ­ξη του οι­κο­νο­μι­κού σχη­μα­τι­σμού της κοι­νω­νί­ας γί­νε­ται ορατή ως δια­δι­κα­σία με χα­ρα­κτή­ρα όμοιο με αυτόν που έχουν οι δια­δι­κα­σί­ες στη φύση”, διευ­κρι­νί­ζει ο Μαρξ στην ει­σα­γω­γή του Κε­φα­λαί­ου. Στη συ­νέ­χεια, ο όρος της δια­δι­κα­σί­ας (προ­τσές στην ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση του Π. Μαυ­ρομ­μά­τη) θα κυ­ριαρ­χή­σει σε κάθε σε­λί­δα του με­γά­λου βι­βλί­ου του.
Η δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής και η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής (εκ των οποί­ων κάθε μία διαι­ρεί­ται σε επί μέ­ρους δια­δι­κα­σί­ες) είναι οι δύο βα­σι­κές δια­δι­κα­σί­ες που συ­γκρο­τούν την αστι­κή κοι­νω­νία —δεν είναι οι μόνες, είναι οι δύο βα­σι­κές. Μπο­ρούν άραγε να χω­ρέ­σουν στο πλαί­σιο της πα­ρα­δο­σια­κής ορ­γά­νω­σης της ύλης ενός προ­γράμ­μα­τος σε κε­φά­λαια που λίγο - πολύ ακο­λου­θούν την λο­γι­κή του αστι­κού κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού;

Απο­συ­ναρ­μο­λο­γώ­ντας τα­ξι­κές μη­χα­νές
Ας πά­ρου­με σαν πα­ρά­δειγ­μα την δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής. Η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής, είναι έναν αέ­να­ος κύ­κλος δρά­σε­ων, πρά­ξε­ων, ενερ­γειών που δη­μιουρ­γεί ξανά και ξανά συν­θή­κες ανα­γκαί­ες ώστε οι μεν κά­το­χοι κε­φα­λαί­ου να ανα­νε­ώ­νουν την οι­κο­νο­μι­κή και πο­λι­τι­κή κυ­ριαρ­χία τους, και οι κά­το­χοι ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης να είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να εμ­φα­νί­ζο­νται κάθε νέα χρο­νιά, κάθε νέο μήνα ή κάθε μέρα, στην πόρτα της επι­χεί­ρη­σης για να που­λή­σουν την ερ­γα­σια­κή τους δύ­να­μη. Βέ­βαια, η πρώτη και πιο βα­σι­κή συν­θή­κη ανα­πα­ρα­γω­γής των δύο βα­σι­κών τά­ξε­ων της αστι­κής κοι­νω­νί­ας δια­σφα­λί­ζε­ται από την ίδια την φύση της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­γω­γής: Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­γω­γής, ο ερ­γα­ζό­με­νος βρί­σκε­ται ξανά απο­γυ­μνω­μέ­νος από κάθε ιδιο­κτη­σία, πέραν της ιδιο­κτη­σί­ας της ερ­γα­σια­κής του δύ­να­μης, και αντι­μέ­τω­πος με το προ­ϊ­όν της ίδιας του της ερ­γα­σί­ας που έχει με­τα­τρα­πεί τώρα σε κε­φά­λαιο. Αυτό όμως δεν είναι αρ­κε­τό, και η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής πρέ­πει να προ­σφέ­ρει μια σειρά επι­πλέ­ον όρων.
Μια πλευ­ρά της συ­νο­λι­κής κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής είναι η ανα­πα­ρα­γω­γή της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης: Οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις, προ­κει­μέ­νου να ανα­πα­ρα­χθούν θα με­τα­κι­νη­θούν κυ­κλι­κά ανά­με­σα στην εστία, το σχο­λείο, τα ση­μεία εμπο­ρι­κής διά­θε­σης των εμπο­ρευ­μά­των, τα ση­μεία πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών υγεί­ας (νο­σο­κο­μεία και κλι­νι­κές, ια­τρεία κλπ.), τους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του κρά­τους (γή­πε­δο, εγκα­τα­στά­σεις δια­σκέ­δα­σης και «δρα­στη­ριο­τή­των» της εκ­κο­λα­πτό­με­νης γε­νιάς ερ­γα­ζο­μέ­νων κλπ.) και ούτω κα­θε­ξής. Κα­τοι­κί­ες και υπο­δο­μές για την πα­ρα­γω­γή ηλε­κτρι­σμού, ύδρευ­σης, απο­χέ­τευ­σης, φω­τι­σμού κλπ., πλα­τεί­ες, κα­φε­νεία και καφέ, εστια­τό­ρια και επι­χει­ρή­σεις δια­σκέ­δα­σης, σχο­λεία, νο­σο­κο­μεία και όλα τα συ­να­φή, ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κρά­τους, εκ­κλη­σία, γή­πε­δα και λοι­πές αθλη­τι­κές εγκα­τα­στά­σεις, τη­λε­ό­ρα­ση, χώροι άσκη­σης των εθί­μων του χω­ριού και της πόλης, μνη­μεία του εθνι­κι­σμού και του πα­τριω­τι­σμού και πα­ρό­μοιων εορ­τών, αστι­κό οδικό δί­κτυο, επι­βα­τι­κά με­τα­φο­ρι­κά μέσα, αστι­κές συ­γκοι­νω­νί­ες, εμπο­ρι­κά κα­τα­στή­μα­τα και κέ­ντρα, και άλλα ακόμη, είναι στοι­χεία της δια­δι­κα­σί­ας ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, είναι στοι­χεία που ανή­κουν στο “κοι­νω­νι­κό ερ­γο­στά­σιο” το οποίο πα­ρά­γει το εμπό­ρευ­μα “ερ­γα­σια­κή δύ­να­μη” στην ποιό­τη­τα και την πο­σό­τη­τα που έχει ανά­γκη η συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου, είναι λοι­πόν στοι­χεία μιας κοι­νω­νι­κής δια­δι­κα­σί­ας που εκ­δι­πλώ­νε­ται, μιας δια­δι­κα­σί­ας όπου εξυ­φαί­νε­ται το ύφα­σμα των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων της “κα­θη­με­ρι­νής ζωής” . Αυτά τα στοι­χεία, εάν τα απο­μο­νώ­σω και τα θε­ω­ρή­σω ξε­χω­ρι­στά, όπως κά­νουν τα προ­γράμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς, δεν έχουν πια το ίδιο νόημα, ακρι­βώς όπως εάν απο­συ­ναρ­μο­λο­γή­σω ένα αυ­το­κί­νη­το, τα εξαρ­τή­μα­τά του δεν θα απο­τε­λούν πια ένα αυ­το­κί­νη­το αλλά ξε­χω­ρι­στά εξαρ­τή­μα­τα των οποί­ων η σχέση με τα υπό­λοι­πα αλλά και με το αυ­το­κί­νη­το θα έχει χαθεί. Έτσι με το σχο­λείο, έτσι με τον αθλη­τι­σμό και τα έθιμα, έτσι και με την οι­κο­γέ­νεια και όλα τα άλλα, που αν τα εξε­τά­σου­με απο­κομ­μέ­να από την έντα­ξή τους στη δια­δι­κα­σία ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, εμ­φα­νί­ζο­νται ως θε­σμοί με θε­τι­κό ή από­λυ­τα θε­τι­κό πρό­ση­μο ή ως ανε­κτές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες (όπως η θρη­σκεία). Υπο­στέλ­λε­ται έτσι κάθε τα­ξι­κή κρι­τι­κή σε θε­σμούς με έντο­νο τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα, σε θε­σμούς-γρα­νά­ζια της γι­γα­ντιαί­ας κοι­νω­νι­κής μη­χα­νής που ελέγ­χει, δια­πλά­θει βιο­λο­γι­κά και ιδε­ο­λο­γι­κά, και διο­χε­τεύ­ει στην πα­ρα­γω­γή έναν ολό­κλη­ρο πλη­θυ­σμό, τον πλη­θυ­σμό των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, των προ­λε­τά­ριων, των πρε­κά­ριων, και του ημι-προ­λε­τα­ριά­του των υπη­ρε­σιών. "Το κε­φά­λαιο ρυθ­μί­ζει την πα­ρα­γω­γή της ίδιας της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, την πα­ρα­γω­γή της αν­θρώ­πι­νης μάζας που εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται, στη βάση των ανα­γκών του για εκ­με­τάλ­λευ­ση" κατά τον Μαρξ, ή όπως λέει ο Φουκώ, η συσ­σώ­ρευ­ση αν­θρώ­πων ρυθ­μί­ζε­ται από την συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου.
Αυτά ως πα­ρά­δειγ­μα. Εάν στρα­φού­με προς την δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής θα δια­πι­στώ­σου­με ότι τα ίδια ισχύ­ουν και για αυτήν. Η ενό­τη­τά της δια­σπά­ται στα προ­γράμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς σε επι­μέ­ρους στοι­χεία που χά­νουν το τα­ξι­κό τους πρό­ση­μο: οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις θε­ω­ρού­νται ως ξε­χω­ρι­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ανά­πτυ­ξη, τε­χνο­λο­γία, βιο­μη­χα­νία, πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, αγο­ρές κλπ), και οι πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις δεν χω­ρά­νε σε κα­νέ­να κε­φά­λαιο, και μια μόνο πλευ­ρά τους πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και τη σχε­τι­κή νο­μο­θε­σία —και ούτω κα­θε­ξής.

Ορ­γά­νω­ση του προ­γράμ­μα­τος ανά στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση
Η κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία συ­ντί­θε­ται από δια­δι­κα­σί­ες, από τα προ­τσές στη σφαί­ρα της πα­ρα­γω­γής και της ανα­πα­ρα­γω­γής, και κάθε δια­δι­κα­σία συ­γκρο­τεί μια κοι­νω­νι­κή βαθ­μί­δα που δια­θέ­τει σχε­τι­κή αυ­το­νο­μία σε σχέση με το σύ­νο­λο, και σε κάθε βαθ­μί­δα μπο­ρού­με να ανα­γνω­ρί­σου­με τα προ­βλή­μα­τά μας και να ορί­σου­με μια στρα­τη­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­σης, ανα­τρο­πής ή επα­να­στα­τι­κών αλ­λα­γών.
Συ­νε­χί­ζο­ντας στο ίδιο πα­ρά­δειγ­μα, το δικό μας πρό­γραμ­μα θα έπρε­πε να πε­ρι­λαμ­βά­νει μια ενό­τη­τα για την κοι­νω­νι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, με την ευ­ρεία της έν­νοια που εμπλέ­κει και τους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του Κρά­τους, και τις λει­τουρ­γί­ες της πόλης (ως πόλη του κε­φα­λαί­ου) και άλλα ακόμα. Σε αυτήν την ενό­τη­τα θα έπρε­πε να ανα­γνω­ρί­ζει τα προ­βλή­μα­τα των επι­κυ­ριαρ­χού­με­νων κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων και να προ­τεί­νει μια με­γά­λη, επο­μέ­νως μα­κρο­πρό­θε­σμη, στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Ποια κα­τεύ­θυν­ση από όλες, είναι ένα πο­λι­τι­κό ζή­τη­μα που απο­μέ­νει κάθε φορά να λυθεί. Στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία της μνη­μο­νια­κής Ελ­λά­δας, θα είναι άραγε η απο­κα­τά­στα­ση των σπα­σμέ­νων δι­κτύ­ων του κοι­νω­νι­κού κρά­τους που εγκα­τα­λεί­πο­νται από την κρα­τι­κή μη­χα­νή και στε­ρούν πο­λύ­τι­μους πό­ρους από τις λι­γό­τε­ρο εύ­πο­ρες τά­ξεις; Θα είναι μήπως η προ­σπά­θεια με­τα­σχη­μα­τι­σμού της ίδιας της κα­θη­με­ρι­νής ζωής επί νέων αξιών ώστε να προ­κύ­ψουν κοι­νω­νι­κοί χώροι αυ­το­νο­μί­ας ένα­ντι του κε­φα­λαί­ου και του κρά­τους, μορ­φές αυ­τό­νο­μης ορ­γά­νω­σης της ζωής βα­σι­σμέ­νες στις αρχές της κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης και της κόκ­κι­νης αλ­λη­λεγ­γύ­ης; Αυτά θα κρι­θούν πο­λι­τι­κά, αλλά σε κάθε πε­ρί­πτω­ση μια στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση μπο­ρεί να ορι­στεί με σα­φή­νεια, όπως μπο­ρεί να ορι­στεί για κάθε επι­μέ­ρους μα­κρο­πρό­θε­σμο, στρα­τη­γι­κό, στόχο, ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα που θα τον υπη­ρε­τεί.
Για την άλλη με­γά­λη δια­δι­κα­σία της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής κοι­νω­νί­ας, τη δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής, η οποία στην αστι­κή κρα­τι­κή τυ­πο­λο­γία πε­ρι­λαμ­βά­νει την μι­κρο­οι­κο­νο­μία των επι­χει­ρή­σε­ων και την μα­κρο­οι­κο­νο­μία, την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή (ει­σο­δη­μα­τι­κή, νο­μι­σμα­τι­κή, συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή, κρα­τι­κή δια­χεί­ρι­ση του χρή­μα­τος και της πί­στης), τις διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές (αγορά ερ­γα­σί­ας, αγο­ρές προ­ϊ­ό­ντος, διάρ­θρω­ση των κλά­δων πα­ρα­γω­γής, βιο­μη­χα­νι­κή πο­λι­τι­κή) και άλλα, η με­γά­λη στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση φαί­νε­ται ότι εύ­κο­λα θα προσ­διο­ρι­στεί αφού όλοι τώρα θα συμ­φω­νού­σα­με ότι πρέ­πει να είναι ο σο­σια­λι­στι­κός με­τα­σχη­μα­τι­σμός της πα­ρα­γω­γής.
Μια τέ­τοια ορ­γά­νω­ση της ύλης του προ­γράμ­μα­τος είναι ανα­γκαί­ος όρος για την πο­λι­τι­κή επα­νεκ­κί­νη­ση που χρειά­ζο­νται απελ­πι­σμέ­να οι δυ­νά­μεις μας, την γεί­ω­ση στη σύγ­χρο­νη τα­ξι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη δια­τύ­πω­ση ενός ορά­μα­τος για μια κοι­νω­νία απε­λευ­θέ­ρω­σης από τα δεσμά του Κε­φα­λαί­ου, και για την ισχυ­ρή θέση στους κοι­νω­νι­κούς συ­σχε­τι­σμούς δύ­να­μης εδώ και τώρα.

Επιστροφή στις μάζες, αλλά πώς;

olga-ivanova-design-for-a-collective-dacha
Olga Ivanova, Design for a Collective Dacha, 1928.

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά στις 21 Οκτωβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εγκαταλείψει τη δουλειά στις μάζες ήδη από τον Ιούνιο του 2012, όταν στράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην πολιτική της ανάθεσης και στον κυβερνητισμό. Το ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο που πρέπει να συγκροτήσουμε τώρα, πρέπει να επιστρέψει στις μάζες -και όλοι συμφωνούμε σε αυτό. Επιστροφή στις μάζες, λοιπόν, αλλά με ποιον τρόπο;
Η αστική τάξη που κατέχει την εξουσία κατορθώνει, σε μεγάλο βαθμό, να επιβάλλει στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις τις δικές της αξίες σαν δικές τους επειδή οργανώνει τον καμβά των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες ζουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, οργανώνει δηλαδή τους υλικούς όρους για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, εγκαθίσταται μέσα στην καθημερινή ζωή τους, μετατρέπει την κυρίαρχη ιδεολογία σε κλειδί για να ερμηνεύουν τις εμπειρίες της καθημερινής τους ζωής και εγκαθίσταται έτσι μέσα στον ίδιο το χώρο των συναισθημάτων. Η κυρίαρχη ιδεολογία γίνεται «πρακτική ιδεολογία», δηλαδή ιδέες που καθοδηγούν στάσεις και συμπεριφορές, γίνεται ερμηνευτικό κλειδί των βιωμάτων, ηθική και συναίσθημα, επειδή είναι ενσωματωμένη σε όλες τις διαδικασίες συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασιακής μας δύναμης: από το σχολείο (όπου μαζί με την «καθαρή» γνώση εγχαράσσονται στα παιδιά οι ιδέες της άρχουσας τάξης για την ιεραρχία, τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό, την πατρίδα και το Έθνος, τη θρησκεία και το μίσος για τον Άλλο κ.λπ.) μέχρι τις πράξεις αλληλεγγύης της Εκκλησίας (όπου μαζί με την πράξη εγχαράσσεται στους πιστούς η ιδέα ότι οι φτωχοί πρέπει να ζουν από τα περισσεύματα των πιο εύπορων), κάθε κοινωνική πρακτική συνοδεύεται από ιδεολογικό φορτίο που αποτίθεται στο μυαλό και τις ζωές όσων συμμετέχουν σε αυτήν την κοινωνική πρακτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δική μας Αριστερά, οι οργανωμένες δυνάμεις των υποτελών κοινωνικών τάξεων, δεν μπορούν να αρκούνται στην εκφώνηση ενός προγράμματος, όσο άρτιο και αν είναι αυτό. Έχουν και θεωρητική και ιδεολογική δουλειά μέσα στην καθημερινή ζωή των μαζών: ό,τι συμβαίνει στην πράξη πρέπει να βρίσκει το αντίστοιχό του στις ιδέες, να μεταφράζεται σε ηθικές αξίες, για να αποκτά κοινωνική επικύρωση και αξιώσεις μετάφρασης του ταξικού, ειδικού συμφέροντος σε γενικό συμφέρον -και τελικά για να μετατρέπεται σε υλική δύναμη.
Φιλανθρωπία
Καμιά πράξη αλληλεγγύης δεν φέρει άλλο ιδεολογικό φορτίο πέραν αυτού που της προσδίδουμε εμείς με την κοινωνική πρακτική μας. Η αλληλεγγύη της Εκκλησίας και των άλλων φιλανθρωπικών οργανώσεων αποσκοπεί (συνειδητά ή όχι, δεν μας αφορά) στη συντήρηση των ήδη κατεστημένων σχέσεων, ρόλων και μορφών κοινωνικής πρακτικής που καθορίζουν και σχηματοποιούν την καθημερινή ζωή και το περιβάλλον στο οποίο αυτή διεξάγεται. Είναι μια συντηρητική αλληλεγγύη, της οποίας το ιδεολογικό πρόσημο προσδίδει η κοινωνική πρακτική της φιλανθρωπίας, δηλαδή η κοινωνική πρακτική να επιβιώνουν οι φτωχοί με τα απομεινάρια της κατανάλωσης των εύπορων και των πλουσίων. Η αλληλεγγύη των ακροδεξιών αποσκοπεί στην αναπαραγωγή των ήδη κατεστημένων ιδεών για τη Φυλή, τη Θρησκεία και το Έθνος, την αναπαραγωγή του μίσους για τον Άλλο.
Κόκκινη αλληλεγγύη
Για να είναι κόκκινο το χρώμα της δικής μας αλληλεγγύης, θα πρέπει να παρεμβαίνει στην ίδια τη διαδικασία της ύφανσης του πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων με σκοπό την αλλαγή τους, να εγκαθιστά νέες μορφές κοινωνικής πρακτικής οι οποίες θα προαναγγέλλουν τον τύπο κοινωνίας που οραματιζόμαστε, να καταδεικνύει ότι αυτή δεν είναι ένα μελλοντικό στάδιο της ιστορίας αλλά μια τάση ενύπαρκτη στα πράγματα, είναι μια δυνατότητα εγγεγραμμένη σε αυτό που ζούμε σήμερα, είναι μια ανοιχτή δυνατότητα εγγεγραμμένη στο ίδιο το εσωτερικό του καπιταλισμού. Οι δικές μας δράσεις αλληλεγγύης θα πρέπει να προτείνουν να αναζητήσουμε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που αναγγέλλει το τέλος της (παραφράζοντας τον Ίταλο Καλβίνο, «να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, στη μέση της βαρβαρότητας, δεν είναι βαρβαρότητα, και σε αυτά να κάνουμε χώρο, να τους δώσουμε διάρκεια»).
Η συλλογικότητα και η δημοκρατία, όσο και αν είναι αναγκαίες και πολύτιμες, δεν είναι αρκετές, διότι δεν σκιαγραφούν ένα υπόδειγμα κοινωνικής οργάνωσης αναγκαστικά διαφορετικό από το κυρίαρχο. Η αυτοοργάνωση και η αυτοδιεύθυνση στις γειτονιές, η αποεμπορευματοποίηση, οι αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνικοί χώροι, τα κοινωνικά κέντρα και τα κοινωνικά ιατρεία, αντανακλούν συμβολικά τις αξίες της δικής μας, κόκκινης αλληλεγγύης. Οι συνεταιρισμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με γνώμονα την ενεργειακή αυτονομία και εναντίον της λογικής της αξιοποίησης του κεφαλαίου, οι μορφές μη καπιταλιστικής κοινοτικής παραγωγής (συλλογικές κουζίνες, καθαριστήρια, παιδικοί σταθμοί, κινηματογραφικές, μουσικές κ.λπ. λέσχες που λειτουργούν ως δικοί μας ιδεολογικοί μηχανισμοί), μπορούν να διαμορφώσουν χώρους ιδεολογικής απεμπλοκής της εργασίας από το κεφάλαιο, εκπαίδευσης στη λογική και την ηθική της κοινωνίας των αναγκών και της κόκκινης αλληλεγγύης, σε αντιπαράθεση με τη λογική της κοινωνίας του κέρδους, της συσσώρευσης κεφαλαίου και της κατασπατάλησης των φυσικών πόρων.
Κοινωνικοποίηση
Αυτή η λογική μπορεί και πρέπει να εισχωρήσει και στα νοικοκυριά, να κοινωνικοποιήσει τις εργασίες που πραγματοποιούν ιδιωτικά και με τον τρόπο αυτό να προσφέρει στα μέλη τους μια νέα μορφή κοινωνικοποίησης, όχι πια διαμέσου της αγοράς αλλά διά της παραγωγής δημόσιων, συλλογικών, κοινωνικών αγαθών κάτω από μη ιεραρχικές, μη ανταγωνιστικές σχέσεις παραγωγής. Ο ανορθολογισμός της λιλιπούτειας κλίμακας της οικιακής εργασίας μπορεί να αντικατασταθεί με την εξωτερίκευση της οικιακής εργασίας, την κοινωνικοποίησή της, δηλαδή την πραγματοποίησή της από την κοινότητα και την ανάπτυξη συλλογικών μορφών κατανάλωσης, παραγωγής και διαχείρισης των προϊόντων της εργασίας. Αυτή είναι η μόνη αντικαπιταλιστική λύση για την κατάργηση του ανορθολογισμού, του αναχρονισμού και της δουλείας της οικιακής εργασίας. Συλλογική φροντίδα και εκπαίδευση των παιδιών, αυτοδιαχειριζόμενοι παιδικοί σταθμοί, χώροι όπου τα παιδιά μπορούν να παίζουν συλλογικά, εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση, κοινοτικά πλυντήρια και εστιατόρια, συνεταιρισμοί τροφίμων, συλλογική φροντίδα των αρρώστων και των ηλικιωμένων, ανάπτυξη μορφών διαχείρισης που βασίζονται στην άμεση δημοκρατία, συμμετοχή όλων στις δημόσιες υποθέσεις, κοινωνικά ιατρεία, και άλλα τόσα, με αποκλεισμό κάθε δυνατότητας εκμετάλλευσης της εργασίας.
Προϋποθέσεις
Οι προϋποθέσεις γι’ αυτά τα εγχειρήματα υπάρχουν: είναι οι άφθονοι χτισμένοι χώροι που κατακρατούνται σφραγισμένοι από την ιδιωτική ιδιοκτησία, τις τράπεζες και την κρατική μηχανή, είναι ο απέραντος στόλος των αχρησιμοποίητων οικιακών συσκευών, είναι οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εργαζόμενων τάξεων. Αυτοί που κινούν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν χειρωνακτική εργασία και χειρίζονται τις μηχανές, μέχρι εκείνοι που ασκούν διανοητική εργασία και βάζουν σε εφαρμογή τις νέες τεχνολογικές γνώσεις, οργανώνουν τις ροές των υλικών και ορθολογικοποιούν τις διαδικασίες για λογαριασμό του καπιταλιστή, αυτοί οι ίδιοι μπορούν να στήσουν, να θέσουν σε κίνηση, να συντηρήσουν και να αναπτύξουν ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο.

Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;

151017-13271780005_9f5f212e2d_b-870x372

Δημοσιεύθηκε στο rednotebook στις 17 Οκτωβρίου 2015

Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.

1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.

Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και την μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κλπ, αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.

Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.

Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϋνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.

2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων

Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε την αντιμνημονιακή πολιτική.

Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.

Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στην συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.
Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’όλη την ήττα που δεχθήκαμε από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε

Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.

Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στον λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.

Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στον Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κλπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται για αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.

Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϋνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέυνς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μία κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις τον χρηματοπιστωτικό τομέα) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από την σοσιαλδημοκρατία και τον κεϋνσιανισμό.

Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϋνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στην μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μία κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με τον ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση / ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση / ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση –τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.

Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κλπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά την μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κλπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.

4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά

Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.

Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον την λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.

Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.

Τάξεις, λαός, νόμισμα, ανάπτυξη

socialdx
Δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2015 στο rpoject και το rednotebook

1. Τρία κρίσιμα ζητήματα
Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Σωτήρης Μάρταλης αναφέρθηκε στις ιδέες που κυκλοφορούν στο χώρο της ΛΑΕ σχετικά με τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα. Η θέση του Κόκκινου Δικτύου, που διατυπώνεται στο άρθρο του Σ. Μάρταλη, είναι σαφής: Μέσα σε ένα σαφές μεταβατικό πρόγραμμα, που μόνο μια μαζική δύναμη της ριζοσπαστικής Αριστεράς μπορεί να αναλάβει, η έξοδος από το ευρώ παραμένει αναγκαία συνθήκη. Αλλά όχι ικανή. Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες σχετικά με έναν υποτιθέμενο απελευθερωτικό ρόλο του νομίσματος χωρίς μεταβατικό πρόγραμμα.

Στη συνέχεια, ο Δ. Μπελαντής άσκησε κριτική στο άρθρο του Σωτήρη Μαρτάλη ανοίγοντας μια σειρά ζητημάτων που υπερβαίνουν τη συζήτηση για το νόμισμα αλλά μας αφορούν όλους και μάλιστα πολύ. Τα ζητήματα που θέτει το άρθρο του Δ. Μπελαντή είναι τα εξής:

Ο Δ. Μπελαντής, στην κριτική του στο Κόκκινο Δίκτυο, αναφέρει ότι δεν πρέπει να υπάρχει αντιπαράθεση της ταξικής ανάγνωσης της πραγματικότητας με τον πατριωτισμό και αποδίδει στο Κόκκινο Δίκτυο την αντίληψη, που εκείνος απορρίπτει, ότι υπάρχουν δυο καθαροί και απόλυτα διαυγείς πόλοι μέσα στη ριζοσπαστική αντιμνημονιακή Αριστερά, ο δρόμος του Μεταβατικού Προγράμματος, όπως τον κατανοεί το «διεθνιστικό ρεύμα» και από την άλλη μεριά ο πατριωτικός δρόμος του λαϊκού μετώπου και της εθνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. «Τυχαίνει η πραγματικότητα να είναι πιο πολύχρωμη και πολύ πιο πολυτασική, πολυσχιδής και πολυπαραγοντική», τονίζει, για να υποστηρίξει ότι είναι εφικτή η σύνθεση των δύο «δρόμων». Το πρώτο, λοιπόν, ζήτημα που θέτει είναι το ζήτημα της στρατηγικής:Λαϊκό μέτωπο ή σοσιαλιστική πορεία; Λαός εναντίον ιμπεριαλισμού ή τάξη εναντίον τάξης; Ή μήπως μια σύνθεση;

Ο Δ. Μπελαντής, στην κριτική που ασκεί στο άρθρο του Σ. Μάρταλη δεν απαντάει ευθέως στο ερώτημα εάν η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα είναι ικανή ή απλώς αναγκαία συνθήκη για την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής. Εμμέσως μόνο μπορούμε να συμπεράνουμε από όσα γράφει στο άρθρο του ότι μάλλον θεωρεί την έξοδο από το ευρώ ικανή συνθήκη για να ανατραπεί η μνημονιακή πολιτική (στην καλύτερη περίπτωση με κάποια συνοδευτικά μέτρα). Εξάλλου, εάν ο Δ. Μπελαντής θεωρούσε ότι το εθνικό νόμισμα είναι απλώς μια αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να ανατρέψουμε την μνημονιακή πολιτική, γιατί να γράψει άραγε ένα άρθρο κριτικής για τη θέση του Κόκκινου Δικτύου για το νόμισμα; Το δεύτερο ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής: Η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα, είναι ικανή ή απλώς αναγκαία συνθήκη για την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής; Με άλλα λόγια, το νόμισμα έχει κεντρική πολιτική σημασία για τις αντιμνημονιακές δυνάμεις;

Η παραγωγική ανασυγκρότηση. Γράφει ο Δ. Μπελαντής ότι η ανάπτυξη στην περίοδο εφαρμογής του μεταβατικού προγράμματος «Μπορεί να έχει έντονα δυαδικά και σοσιαλιστικά στοιχεία, έντονα στοιχεία εργατικού ελέγχου, αυτοδιαχείρισης και κοινωνικού πειραματισμού, αλλά αυτό δεν αποκλείει καθόλου την ύπαρξη και λειτουργία ενός διακριτού καπιταλιστικού τομέα, με τον οποίο θα υπάρχει αναγκαστικά μια μορφή κοινωνικού συμβολαίου», υποθέτοντας ότι έτσι ασκεί κάποια κριτική. Eξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει κανένας στην Αριστερά που να ισχυρίζεται το αντίθετο -ούτε βεβαίως το Κόκκινο Δίκτυο. Εδώ όμως προκύπτει το ερώτημα «τι είναι η αντιμνημονιακή αναπτυξιακή πορεία της χώρας», τι είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Οι κριτικές παρατηρήσεις του Δ. Μπελαντή επεκτείνονται αδίκως και σε άλλα ζητήματα που δεν αφορούν αυτούς στους οποίους απευθύνεται η κριτική. Ουδείς στο Κόκκινο Δίκτυο ισχυρίζεται π.χ. ότι δεν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ύψος του μισθού ή ακόμη ότι η σφαίρα της διανομής είναι η βασική σφαίρα του ταξικού ανταγωνισμού ή ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στη φορολογία! Αυτές τις παρατηρήσεις, λοιπόν, θα τις παρακάμψουμε διότι είναι εκτός θέματος.

2. Λαός, τάξη, ή μήπως μια σύνθεση;
Οι πολιτικές δυνάμεις που δυνητικά θα συμμετείχαν σε ένα ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο ιστορικά ρεύματα, εκ των οποίων έκαστο υιοθετεί μια διαφορετική πολιτική στρατηγική:

Η πρώτη στρατηγική προέρχεται από την ΕΑΜική λαϊκομετωπική παράδοση, είναι κυρίως αντι-ιμπεριαλιστική, και βασίζεται στην εκτίμηση ότι η κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας είναι μεταξύ του ιμπεριαλισμού και του λαού, ο οποίος περιλαμβάνει όλες τις κοινωνικές τάξεις εκτός από την καπιταλιστική ολιγαρχία που συνεργάζεται με τον ιμπεριαλισμό. Η στρατηγική αυτή αποδίδει μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην οικονομική ανάπτυξη και την αναβάθμιση του παραγωγικού συστήματος. Αναφέρεται στον πατριωτισμό επειδή αναγνωρίζει την αντι-ιμπεριαλιστική πάλη ως κεντρικής και καίριας σημασίας πολιτική δράση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βασική αναφορά της λαϊκομετωπικής στρατηγικής δεν είναι οι εργαζόμενες τάξεις αλλά ο λαός. Η πολιτική παράδοση του λαϊκού μετώπου συνοδεύεται από μια ορισμένη αντίληψη για το σχεδιασμό των μελλοντικών πολιτικών αγώνων, η οποία έχει γίνει γνωστή με το όνομα της θεωρίας των σταδίων: το πολιτικό σχέδιο περιγράφεται σε διαδοχικά στάδια, όπου κάθε στάδιο περιλαμβάνει έναν στόχο, τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν και τις συμμαχίες που είναι αναγκαίες για την επίτευξή του.

Η δεύτερη στρατηγική προέρχεται από τη μεγάλη άνοδο του εργατικού, σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος της περιόδου 1960-1980 και τη μαρξιστική θεωρητική επανάσταση που τη συνόδευε (και μέσω αυτής αναφέρεται στο 1917 και τον μπολσεβικισμό). Είναι μια στρατηγική ταξικής σύγκρουσης που βασίζεται στην εκτίμηση ότι η κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας είναι μεταξύ του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας (στο οποίο περιλαμβάνονται εκτός από την αστική τάξη, με όλες τις μερίδες της, και οι σύμμαχοί της, που είναι άλλες τάξεις, μερίδες τάξεων και κοινωνικών ομάδων) από τη μια μεριά, και των υποτελών κοινωνικών τάξεων ή κοινωνικών ομάδων από την άλλη. Η στρατηγική της ταξικής σύγκρουσης αποδίδει μεγάλη σημασία στο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων, στις αλλαγές της οργάνωσης της εργασίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων σε κατεύθυνση που προαναγγέλλει το σοσιαλισμό, και κατανοεί την οικονομική μεγέθυνση μόνο σε συνάρτηση και υπό την πρωτοκαθεδρία των κοινωνικών σχέσεων που τη συνοδεύουν. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους η βασική αναφορά της ταξικής στρατηγικής δεν είναι ο λαός αλλά οι εργαζόμενες τάξεις.

Αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε μία από αυτές τις δύο πολιτικές παραδόσεις βλέπει μόνο μία πλευρά της πραγματικότητας: Η πολιτική παράδοση του λαϊκού μετώπου δεν αγνοεί την ύπαρξη των κοινωνικών τάξεων, και όλοι γνωρίζουμε καλά ότι οι σύντροφοι που ακολουθούν αυτή την παράδοση είναι ταξικοί αγωνιστές. Ούτε η πολιτική παράδοση της ταξικής σύγκρουσης αγνοεί την ύπαρξη του ιμπεριαλισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός αρθρώνεται με το μπλοκ εξουσίας. Αυτό είναι τόσο προφανές, που όλοι θα έπρεπε να το γνωρίζουν (περιλαμβανόμενου και του Δ. Μπελαντή). Η διαφοροποίηση των δύο πολιτικών παραδόσεων δεν προέρχεται λοιπόν από ένα είδος πολιτικής ανοησίας όπου η μία ή η άλλη πλευρά θα έκλεινε τα μάτια σε μια ορισμένη πλευρά της πραγματικότητας. Η σύνθεση του ταξικού και του εθνικού που προτείνει ο Δ. Μπελαντής δεν έχει νόημα διότι ήδη κάθε πλευρά έχει πραγματοποιήσει μια τέτοια σύνθεση, με τους δικούς της όρους και τις έννοιες που χρησιμοποιεί.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο πολιτικών παραδόσεων προέρχεται από την ιεράρχηση που κάνει μεταξύ ταξικού και εθνικού, προέρχεται από αυτό που κάθε πλευρά κατανοεί ως κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας, διότι η απάντηση στην ερώτηση «ποια είναι η κύρια αντίθεση» καθορίζει ποιες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες επιδιώκεις να συγκροτήσεις. Εάν η κύρια αντίθεση είναι μεταξύ του λαού και του ιμπεριαλισμού και των ντόπιων συμμάχων του, τότε πρέπει να απευθυνθούμε στην κοινωνική πλειοψηφία που περιλαμβάνει ολόκληρο το λαό, από τον οποίο εξαιρείται η ολιγαρχία, το μεγάλο κεφαλαίο και οι υπηρέτες του. Σε αυτή την προοπτική, η επιδιωκόμενη κοινωνική συμμαχία περιλαμβάνει την παλαιά μικροαστική τάξη, τους ιδιοκτήτες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τους μικρούς εμπόρους που η μνημονιακή πολιτική τούς απειλεί με χρεοκοπία και άλλα μικροαστικά στρώματα. Εάν, αντιθέτως, η κύρια αντίθεση είναι το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας του κεφαλαίου εναντίον των υποτελών κοινωνικών τάξεων, τότε η επιδιωκόμενη συμμαχία δεν μπορεί να περιλαμβάνει τα μικρά και μεσαία αφεντικά (όχι ως άτομα, διότι πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις, αλλά ως κοινωνική τάξη). Ούτε μπορούμε να εκπροσωπήσουμε όσους περιμένουν αυξήσεις των μισθών τους και τους εργοδότες τους ταυτόχρονα, όσους παραμένουν απλήρωτοι και όσους δεν τους πληρώνουν.

Παραδείγματος χάριν, στην αντίληψη του λαϊκού μετώπου, το κόστος της μετάβασης σε εθνικό νόμισμα πρέπει να το επιμεριστεί όλος ο λαός, όλες οι κοινωνικές τάξεις μαζί με το κεφάλαιο, ακόμη και αν υπάρξει μια μικρή μεροληψία υπέρ των εργαζομένων. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Δ. Μπελαντής «Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το λιγότερο που μπορεί και πρέπει να ζητά ένα κόμμα με ηγεμονία της μισθωτής εργασίας είναι η προστασία τουλάχιστον του εργατικού εισοδήματος από μια πιθανή υποτίμηση του νομίσματος (π.χ. ΑΤΑ) (…). Επίσης, πρέπει να τίθεται ζήτημα αξιοπρεπών εργατικών εισοδηματικών αυξήσεων», συνεχίζει ο Δ. Μπελαντής, «αλλά και δεν μπορεί ταυτόχρονα να υποτιμάται ότι μια χώρα σε σύγκρουση με το ιμπεριαλιστικό πλέγμα θα είναι μια χώρα σε στενό οικονομικό περιορισμό και δυσκολία. Σε αυτό το πλαίσιο, τη ζημιά πρέπει κυρίως να την υποστεί το κεφάλαιο και όχι η εργασία, αλλά όλες οι κοινωνικές δυνάμεις θα συμπιεστούν για μια πρώτη περίοδο». Αντιθέτως, στην αντίληψη της ταξικής σύγκρουσης, η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα πρέπει να συνοδεύεται από μια μεγάλη αντίστροφη αναδιανομή του εισοδήματος από την οποία θα ωφεληθούν αμέσως και σε μεγάλο βαθμό οι εργαζόμενες τάξεις και αναπόφευκτα θα μειωθεί το περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων, το οποίο σήμερα βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Εάν με αυτούς τους νέους όρους διανομής του προϊόντος δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους κάποιες επιχειρήσεις, ας περάσουν στα χέρια των εργαζομένων με νομική υποστήριξη του εγχειρήματος της αυτοδιαχείρισης από την κεντρική κυβέρνηση. Στην αντίληψη του λαϊκού μετώπου, αντιθέτως, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα εμφανίζεται ως ένα πρώτο στάδιο κατά το οποίο θα διασφαλιστούν περισσότεροι βαθμοί ελευθερίας της ελληνικής οικονομίας (δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού) έναντι του ιμπεριαλισμού, και κατά το οποίο οι ταξικοί αγώνες λαμβάνονται υπόψη στην αμυντική μορφή τους (με «αξιοπρεπείς εργατικές εισοδηματικές αυξήσεις», κατά την έκφραση του Δ. Μπελαντή), ενώ η επίθεση ενάντια στον καπιταλισμό απωθείται σε μεταγενέστερο στάδιο.

Στην αντίληψη της ταξικής σύγκρουσης, αντιθέτως, η επίθεση στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής οφείλει να είναι συνεχής, εδώ και τώρα, από όπου απορρέει και η ιδέα του μεταβατικού προγράμματος: Το μεταβατικό πρόγραμμα, με τη λενινιστική έννοια του όρου, θα είναι ένα πρόγραμμα αποτελούμενο από στόχους, μέτρα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών, που θα συνδέονται με απώτερους αντικαπιταλιστικούς στρατηγικούς στόχους και θα θέτουν τις προϋποθέσεις για την επίτευξή τους καθώς η ίδια η πείρα του νέου, δυνητικού κοινωνικού μπλοκ εξουσίας των υποτελών τάξεων θα δείχνει ότι η ρήξη σήμερα με την Eυρωζώνη και αύριο με το σύστημα είναι αναγκαία για να μη ζήσουμε σαν δούλοι. Πρόκειται για πρόγραμμα του οποίου τα συστατικά στοιχεία θα προαναγγέλλουν το ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική.

Είναι προφανές ότι οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να συντεθούν σε ενιαία αντίληψη (όπως προτείνει ο Δ. Μπελαντής). Σε τελευταία ανάλυση ανάγονται στην εξής θεμελιώδη διαφορά: ότι για τους μεν ο σοσιαλισμός είναι ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας ενώ για τους δε είναι μια τάση ενύπαρκτη στον καπιταλισμό, επομένως ήδη παρούσα με διάφορες μορφές στη σημερινή κοινωνία, και τις οποίες συνεχώς θα πρέπει να εντοπίζουμε και να ενισχύουμε, να τους δίνουμε χώρο και διάρκεια.

3. Νομισματικές αυταπάτες
Θα μπορούσε θεωρητικά να υπάρξει μια καθαρά καπιταλιστική έξοδος από την Ευρωζώνη, ισχυρίζεται ο Δ. Μπελαντής, αν κάποια υπαρκτή μερίδα του αστισμού το επεδίωκε. Λάθος: Θα μπορούσε να υπάρξει μια καθαρά καπιταλιστική έξοδος και με αριστερή κυβέρνηση εάν αυτή νόμιζε ότι η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και ικανή συνθήκη για να βγούμε από το μνημονιακό καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας, εάν δηλαδή δεν συνόδευε τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα με ένα αριστερό μακροοικονομικό σχέδιο. Η ιδέα ότι το νόμισμα και η υποτίμηση της συναλλαγματικής του ισοτιμίας μπορεί να είναι για εμάς κάτι παραπάνω από ένα εργαλείο των κοινωνικών αγώνων είναι λανθασμένη. Στο τέλος των αλλαγών που ενεργοποιεί μια νομισματική υποτίμηση, το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας μπορεί να έχει αυξηθεί ή να έχει μειωθεί, διότι υπάρχουν παράγοντες που ενεργοποιούνται από την υποτίμηση του νομίσματος και έχουν αντίθετα αποτελέσματα επί των μισθών. Τίποτα δεν υπάρχει στο οικονομικό σύστημα, στους νόμους που το διέπουν, που να προκαθορίζει ποια από τις δύο επιπτώσεις θα είναι η ισχυρότερη. Αυτό ισχύει επειδή η λειτουργία του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος ενσωματώνει μιαν αρχή ριζικής αβεβαιότητας που είναι ο βασικός κοινωνικός ανταγωνισμός κεφαλαίου - εργασίας. Αυτός αποφασίζει τελικά εάν θα αυξηθεί το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας ή εάν θα μειωθεί μετά από μια νομισματική υποτίμηση. Με άλλα λόγια, αποφασίζει το σχετικό βάρος που ρίχνουν οι δύο ανταγωνιστικές πλευρές, το κεφάλαιο και η εργασία, στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων. Αυτό δεν είναι μια πολιτική εκτίμηση, είναι ο αντικειμενικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η καπιταλιστική οικονομία -τόσο αντικειμενικός, που μπορείς να τον γράψεις στον πίνακα υπό τη μορφή εξισώσεων που δεν είναι διαπραγματεύσιμες με βάση τις πολιτικές προτιμήσεις κάποιου. Για αυτούς τους λόγους, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα έχει το ταξικό πρόσημο που έχουν τα μέτρα τα οποία τη συνοδεύουν και εν συνεχεία το πολιτικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται. Αυτά λέγοντας δεν υποβαθμίζει κανείς τη σημασία του νομίσματος, όπως ισχυρίζεται ο Δ. Μπελαντής, απλώς δεν πάει σε ραντεβού στα τυφλά.

4. Τι είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση;
Δεν μπορούμε να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση χωρίς να έχουμε στο νου μας και να εντάσσουμε στην πολιτική μας τις κοινωνικές σχέσεις: τις μορφές ιδιοκτησίας υπό τις οποίες θα μπορεί να διεξάγεται η παραγωγική δραστηριότητα, έναν κανόνα για την πρωτογενή διανομή του εισοδήματος (δηλαδή έναν κανόνα για την αναλογία κατά την οποία τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγής θα μοιράζονται στα κέρδη και στους μισθούς), έναν κανόνα για τη διάθεση του πλεονάσματος της παραγωγής (πόσα κέρδη μπορεί να ιδιοποιείται ο χρηματοπιστωτικός τομέας; πόσο υψηλοί να είναι οι φόροι επί των κερδών; πώς θα αυξηθεί το τμήμα του κέρδους που επενδύεται;), έναν κανόνα για τη δευτερογενή διανομή του εισοδήματος (φύση, μέγεθος και χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους). Επίσης, η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να νοείται χωρίς το θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και των αγορών εργασίας, διότι αυτές οι δύο διαφορετικές βαθμίδες της οικονομίας βρίσκονται σε αλληλεπίδραση.

Για αυτούς τους λόγους, είναι λανθασμένη η παραδοσιακή αντίληψη (την οποία παρουσιάζει και ο Δ. Μπελαντής στην κριτική του) ότι στη μεταβατική περίοδο θα υπάρχουν δίπλα-δίπλα ένα καπιταλιστικός τομέας της οικονομίας και ένας άλλος τομέας, κοινωνικός, αυτοδιαχειριστικός, παραγωγής κοινωνικών αγαθών, με δυο λόγια ένας σοσιαλιστικός τομέας της οικονομίας. Εάν η παραγωγική ανασυγκρότηση έχει τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, θα είναι μια διαδικασία που θα διαπερνάει το σύνολο του παραγωγικού συστήματος, ακόμη και αυτό που θα παραμένει (εξ ανάγκης) υπό καπιταλιστική ιδιοκτησία και διεύθυνση. Αλλιώς θα είχαμε θέσει τις προϋποθέσεις για μια παταγώδη αποτυχία.

5. Κριτική και διάλογος, αλλά για ποιο λόγο;
Το ζήτημα τώρα δεν είναι να συζητήσουμε ποια από τις δύο αυτές στρατηγικές που κληρονομήσαμε από την κοινή μας πολιτική παράδοση της Αριστεράς είναι η σωστή. Ούτε είναι το ζήτημα να εξηγηθούμε για το θέμα της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αυτά θα τα συζητούσαμε εάν επρόκειτο να τραβήξει καθένας το μοναχικό δρόμο του. Εδώ όμως πρέπει να υπάρξει μια συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει εφικτό, με δεδομένη την αδυναμία σύνθεσης των θεμελιωδών διαφορών μας, να βαδίζουμε ξεχωριστά αλλά να χτυπάμε μαζί, σε ενιαίο μέτωπο. Να συζητήσουμε τι είδους μέτωπο χρειαζόμαστε, με ποιο οργανωτικό σχήμα, ποιες προϋποθέσεις συμμετοχής, και το κυριότερο, με ποιο κοινό πρόγραμμα, ώστε να μη μείνει έξω από το μέτωπο ούτε μία από τις αντιμνημονιακές πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς.

Η πολιτική κουζίνα της Θεανώς Φωτίου

The-Cook-The-Thief-His-Wife-and-Her-Lover

Δημοσιεύθηκε στο rednotebook στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

Προφανώς δικαιολογημένη ήταν η θυμηδία που προκάλεσαν οι δηλώσεις της Θεανώς Φωτίου σχετικά με την ελληνική οικογένεια που κάπως βολεύει την οικονομική της στενότητα εφευρίσκοντας συνταγές διατροφής χαμηλού κόστους. Ωστόσο, οι μαρμελάδες και τα γεμιστά της υπουργού έχουν και μια σκοτεινή πλευρά. Τώρα που γελάσαμε αρκετά με εκείνη, μπορούμε να αναρωτηθούμε ποιο είναι το σημαινόμενο πίσω από το γελοίο σημαίνον. Το σημαινόμενο, λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο από τον «λιτό βίο» του Γιάνη Βαρουφάκη: μια ζωή στο όριο της επιβίωσης (για τους φτωχούς), φτωχή (για τους προλετάριους) ή έστω υλικά περιορισμένη (για τους μικροαστούς), πλην όμως τίμια και αξιοπρεπής, όπως για παράδειγμα στη δεκαετία του 1950 —και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η υπουργός συμπλήρωσε με νόημα ότι το μενού της, που δεν προορίζεται βεβαίως για τις εύπορες τάξεις που κατέχουν την εξουσία, μάς είναι γνωστό από το παρελθόν. Είμαστε εκπαιδευμένοι στη λιτότητα από την Ιστορία, λέει.

Για να αποκτήσει το πλήρες νόημα της η προτροπή της υπουργού, πρέπει να την τοποθετήσουμε μέσα στα συμφραζόμενά της, που είναι η σημερινή οικονομική συγκυρία. Ο λιτός βίος ως πρότυπο ζωής προκύπτει ως αυθόρμητο ιδεολόγημα των σημερινών σοσιαλφιλελεύθερων διαχειριστών της εξουσίας υπό την πίεση της ανάγκης τους να εφεύρουν ένα «νέο μοντέλο ανάπτυξης»: ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου, ένα νέο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας, υπό τους περιορισμούς που θέτουν η ύφεση, το υπέρογκο δημόσιο χρέος, και φυσικά η αδήριτη ανάγκη της αστικής τάξης να μεταφέρει όλα τα βάρη της κρίσης στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ο λιτός βίος είναι ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του νέου καθεστώτος συσσώρευσης που αναδύεται μέσα από τους συνεχείς οικονομικούς και κοινωνικούς σχηματισμούς που επέβαλαν τα δύο πρώτα μνημόνια και θα ολοκληρωθούν με το μνημόνιο Τσίπρα-Τσακαλώτου. Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή.

Από την μεγάλη ύφεση στη μεγάλη στασιμότητα

Η μνημονιακή πολιτική της πενταετίας 2010-2014 βύθισε την οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση που μείωσε δραματικά την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών, αποδυνάμωσε τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις και κατακρήμνισε τους μισθούς. Η παρατεταμένη ύφεση απόκτησε με τον καιρό λειτουργίες οικονομικού δαρβινισμού: επέβαλε την λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των «μη ανταγωνιστικών» εργαζόμενων ώστε η οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο αύξησης της παραγωγής και των κερδών μέσω μιας διαδικασίας δημιουργικής καταστροφής. Το παραγωγικό δυναμικό συρρικνώθηκε και η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα. Πρόκειται για διαδικασία εγγενή στον καπιταλισμό, που προκειμένου να βγει από τις μεγάλες δομικές κρίσεις του, κάθε φορά κανιβαλίζει τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις, καταβροχθίζει τους πιο αδύναμους εργαζόμενους, απαλλοτριώνει πλούτο και περιουσίες των μεσαίων και των λαϊκών στρωμάτων, επιβάλλει στις παραγωγικές εργαζόμενες τάξεις την επισφάλεια ή την ανεργία. Η διαδικασία αυτή της δημιουργικής καταστροφής έχει προχωρήσει στην Ελλάδα και οι δυνάμεις της αστικής τάξης βρίσκονται πλέον αρκετά κοντά στην οριστική μορφοποίηση, θεσμική κατοχύρωση και παγίωση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου, με τα βάρβαρα χαρακτηριστικά που επέβαλε η μνημονιακή πολιτική. Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται λοιπόν σήμερα, χάρη στην «φυσική επιλογή» των ανθεκτικότερων κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης, με μικρότερο μεν παραγωγικό σύστημα αλλά με ισχυρότερες επιχειρήσεις. Η συνολική ζήτηση είναι εξαιρετικά μειωμένη, αλλά όχι τόσο μειωμένη για κάθε επιχείρηση ξεχωριστά, αφού τώρα οι ισχυρότερες επιχειρήσεις που επέζησαν ιδιοποιήθηκαν την ζήτηση των ανταγωνιστών τους που υπέκυψαν στην κρίση. Οι δυνάμεις της εργασίας έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανεργίας και των νομοθετικών παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας, οι οποίες κατάργησαν τους θεσμούς προστασίας της εργασίας. Το μέσο περιθώριο κέρδους είναι πολύ υψηλό και η αμοιβή εργασίας είναι πια εξαιρετικά χαμηλή, τόσο σε σύγκριση με την περίοδο πριν το δεύτερο μνημόνιο όσο και σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Οι μνημονιακές αλλαγές έχουν συγκροτήσει ήδη το περίγραμμα ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου και η διαδικασία συγκέντρωσης των συνθηκών για την οριστική μετάβαση σε μια νέα περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου, φαίνεται ότι πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της με το μνημόνιο Τσίπρα-Τσακαλώτου.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου θα προκαλέσει νέο κύκλο εκκαθαρίσεων στο εργατικό δυναμικό και στο παραγωγικό δυναμικό που θα έχουν υφεσιακές επιπτώσεις, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι το μισο-έτοιμο μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου διαθέτει ένα δυναμικό ανάπτυξης με χαμηλούς ρυθμούς της τάξης του 2% (πρόκειται για τον μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης που μπορεί να επιτύχει η ελληνική οικονομία όπως αυτός υπολογίζεται από το ΔΝΤ και άλλες μελέτες). Μπορεί τώρα κάποιος να φανταστεί ως πόσο μεγάλη επιτυχία θα προβληθεί αυτό από τον Αλέξη Τσίπρα, το περιβάλλον του και τους σοσιαλφιλελεύθερους ιδεολόγους του Σύριζα αυτή η μετάβαση από τη μεγάλη ύφεση στη μεγάλη στασιμότητα.

Ανεργία και λιτός βίος

Με τόσο χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως, είναι αδύνατο να υπάρξουν μεγάλες αυξήσεις στην απασχόληση, και το ποσοστό ανεργίας μετά από μια κάποια πτώση θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα. Ακόμη και εάν ολόκληρη η αύξηση της παραγωγής γινόταν με προσλήψεις, ο αριθμός των απασχολουμένων θα αυξανόταν όσο και το προϊόν, δηλαδή κατά 2%, δηλαδή περίπου 70 χιλιάδες άτομα ετησίως. Θα χρειαζόταν έτσι κάτι παραπάνω από μια δεκαετία για να έχουμε «μόνο» μισό εκατομμύριο ανέργους. Επειδή όμως ένα μέρος από την αύξηση της παραγωγής κατά 2% θα το καλύπτουν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας, θα υπήρχε διαρκώς συντήρηση ενός μεγάλου εφεδρικού εργατικού δυναμικού που θα πίεζε διαρκώς τους μισθούς και θα μονιμοποιούσε την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες.

Η χρόνια υψηλή ανεργία ως μέσο πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων, η διατήρηση των μισθών σε πολύ χαμηλά επίπεδα και η καθήλωση της αγοράς εργασίας σε καθεστώς μόνιμης απορρύθμισης, δεν είναι τα πρόσκαιρα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής ή μιας μεταβατικής περιόδου, είναι τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης που θα επέλθει κάποια στιγμή στη βάση του νέου καθεστώτος εκμετάλλευσης της εργασίας που χτίζεται σταδιακά με τα μνημόνια (και είναι ήδη μισο-έτοιμο).

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, εισέρχεται η πολιτική κουζίνα της Θεανώς Φωτίου, με τα γεμιστά της, τα απομεινάρια της κατανάλωσης που θα ανακτηθούν στην πορεία τους προς τις χωματερές προκειμένου να παρασκευαστούν τροφές για τους φτωχούς, και τα παρόμοια. Είναι, μια φθηνή λύση που θα μας επιτρέψει να ζούμε χωρίς πολλά - πολλά έξοδα, ένας λιτός βίος που προορίζεται για εμάς στα πλαίσια του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου —το οποίο δεν θα μπορεί να σταθεί όρθιο χωρίς τους χαμηλούς μισθούς και την ύπαρξη ενός πολυπληθούς εφεδρικού δυναμικού ανέργων. Ετοιμαστείτε, λοιπόν, για τον λιτό βίο, είναι το μήνυμα της υπουργού: ο πλούτος που θα παράγεται σε αυτή τη χώρα όταν αρχίσει η επανεκκίνηση της οικονομίας θα προορίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του για τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις τάξεις που κατέχουν την ιδιοκτησία και την εξουσία.

Η πολιτική κουζίνα της Θεανώς Φωτίου είναι, λοιπόν, το ίδιο απεχθής με την προτροπή της τελευταίας Γαλλίδας βασίλισσας «ας φάνε παντεσπάνι».

Βαδίζουμε χωριστά, χτυπάμε μαζί

150925-twin-houses-1969-870x418

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 24 και στο rednotebook στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

Βρισκόμαστε τώρα αντιμέτωποι με τη σκληρή αλήθεια ότι οι εργαζόμενες τάξεις γύρισαν την πλάτη στη Λαϊκή Ενότητα, και για να είμαστε ακριβείς θεώρησαν κυριολεκτικά ανύπαρκτη την εναλλακτική λύση που παρουσίασε το κόμμα που στηρίξαμε. Θα έπρεπε να είναι προφανές, σε όλους όσοι νιώθουν ότι μπορούν να συνεχίσουν, ότι μετά από μια τέτοια συντριπτική ήττα δεν είναι δυνατόν να συνεχίζουμε όπως πρώτα, και ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να συγκροτήσουμε, και μάλιστα από μηδενική βάση, ανοίγοντας εξ’ υπαρχής όλα τα ζητήματα, από τις ιδεολογικές και θεωρητικές μας αναφορές, το στρατηγικό μας στόχο και πώς να τον πετύχουμε, το πολιτικό μας πρόγραμμα το άμεσο και το μεταβατικό, έως τη μορφή της οργάνωσης που πρέπει να υιοθετήσουμε και την εσωκομματική δημοκρατία.

Για να πε­τύ­χου­με όμως αυτά, θα πρέ­πει να εκτι­μή­σου­με ορθά τα επί­δι­κα αντι­κεί­με­να της ιστο­ρι­κής στιγ­μής - και αυτό μας φέρ­νει αντι­μέ­τω­πους με μια μεί­ζο­να δυ­σκο­λία που δεν χω­ρά­ει κάτω από το χαλί. Οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δια­τρέ­χο­νται από ισχυ­ρές δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές που δεν θα επέ­τρε­παν τη συ­γκρό­τη­ση ενιαί­ου κόμ­μα­τος.

Η πιο ση­μα­ντι­κή από αυτές είναι η εκτί­μη­ση της ιστο­ρι­κής στιγ­μής, της συ­γκυ­ρί­ας. Άλλοι θε­ω­ρούν πως η κύρια πο­λι­τι­κή αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι αφε­νός μεν με­τα­ξύ της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας, που κα­λύ­πτε­ται από την έν­νοια του λαού, αφε­τέ­ρου δε του ιμπε­ρια­λι­σμού και των ολι­γά­ριθ­μων ντό­πιων συμ­μά­χων του. Είναι λο­γι­κό, όσοι δια­τυ­πώ­νουν αυτή την πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση να εμπνέ­ο­νται από το ιστο­ρι­κό υπό­δειγ­μα του ΕΑΜ ως υπό­δειγ­μα άσκη­σης πο­λι­τι­κής και να το προ­σαρ­μό­ζουν στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες. Άλλοι πάλι, έρ­χο­νται από δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις της Αρι­στε­ράς και εκτι­μούν ότι η κύρια αντί­θε­ση στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου και των συμ­μά­χων του (που δεν είναι μια δράκα εκ­με­ταλ­λευ­τών αλλά ένα ολό­κλη­ρο μπλοκ κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, με­ρί­δων τά­ξε­ων και ομά­δων) να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θούν, και να πά­ρουν και τα ρίσκα τους γι’ αυτό.

Δεν πρό­κει­ται για ισχνή δια­φο­ρά διότι εξει­δι­κεύ­ε­ται σε μια σειρά δι­χο­γνω­μιών, σε μια σειρά δια­φο­ρε­τι­κών απα­ντή­σε­ων στην ερώ­τη­ση «τι να κά­νου­με». Για πα­ρά­δειγ­μα, σε ποιους να απευ­θυν­θού­με; Εάν η κύρια αντί­θε­ση είναι με­τα­ξύ λαού και ιμπε­ρια­λι­σμού (και ντό­πιων συμ­μά­χων του), τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στην κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που πε­ρι­λαμ­βά­νει πάνω - κάτω τους πά­ντες εκτός από την ολι­γά­ριθ­μη τάξη της ολι­γαρ­χί­ας και του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου —και εδώ είναι ξε­κά­θα­ρο ότι απευ­θυ­νό­μα­στε και στη μι­κρο­α­στι­κή τάξη, τα λε­γό­με­να «με­σαία στρώ­μα­τα» που υπο­βαθ­μί­ζο­νται, τις μι­κρο­με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις (δη­λα­δή τους ιδιο­κτή­τες τους), τους μι­κρούς εμπό­ρους που κλεί­νουν τα μα­γα­ζιά τους, τους μι­σθω­τούς συλ­λή­βδην ανε­ξάρ­τη­τα από τη θέση τους στην ερ­γα­σια­κή ιε­ραρ­χία κ.λπ. Εάν πάλι η κύρια αντί­θε­ση είναι τάξη ενα­ντί­ον τάξης, το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου ενα­ντί­ον των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στις συ­γκε­κρι­μέ­νες τά­ξεις - που ση­μαί­νει ότι δεν μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πού­με όσους ωφε­λού­νται από την απε­λευ­θέ­ρω­ση των απο­λύ­σε­ων, όπως τα αφε­ντι­κά, μικρά, με­σαία και με­γά­λα, και να εκ­προ­σω­πού­με ταυ­το­χρό­νως όσους θα τις υπο­στούν. Ούτε μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πή­σου­με όσους πε­ρι­μέ­νουν το μισθό των 751 ευρώ και τους ερ­γο­δό­τες τους ταυ­τό­χρο­να, όσους πα­ρα­μέ­νουν απλή­ρω­τοι και όσους δεν τους πλη­ρώ­νουν.

Είναι προ­φα­νές, λοι­πόν, ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δεν μπο­ρούν να συ­γκρο­τη­θούν σε ενιαίο κόμμα. Μπο­ρούν όμως να ορ­γα­νω­θούν σε ξε­χω­ρι­στές πο­λι­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με ενιαία αντί­λη­ψη της συ­γκυ­ρί­ας, της κοι­νω­νι­κής απεύ­θυν­σης και της πο­λι­τι­κής δρά­σης, και εν συ­νε­χεία να συμ­με­τέ­χουν στο αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο. Βα­δί­ζου­με ξε­χω­ρι­στά, χτυ­πά­με μαζί! Η δη­μιουρ­γία ή ανα­συ­γκρό­τη­ση ενός κόμ­μα­τος που θα υπο­κρύ­πτει μέ­τω­πο, όπου οι ρόλοι θα συγ­χέ­ο­νται και όλοι θα συ­νυ­πάρ­χουν μέσα στην ορ­γα­νω­τι­κή δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια, θα οδη­γή­σει ανα­γκα­στι­κά στην πο­λυ­διά­σπα­ση και την πα­ρακ­μή.

Η εργατική ψήφος στον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά της 23 Σεπτεμβρίου 2015

Η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ της 20ής Σεπτεμβρίου άνετα μπορεί να χαρακτηριστεί εργατική (με την έννοια ότι αναφέρεται στις εργαζόμενες τάξεις).
Όπως σωστά παρατηρεί ο Χριστόφορος Βερναρδάκης: «η ταξικότητα της ψήφου που καταγράφηκε τόσο δυναμικά στα εκλογικά αποτελέσματα του Ιανουαρίου –και επιβεβαιώθηκε με τη γεωγραφία του Δημοψηφίσματος– σταθεροποιήθηκε και έδειξε και σημάδια εμβάθυνσης. Ορισμένες πρώτες αναφορές σχετικά: Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις κατεξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές του Λεκανοπεδίου ήταν 42,8% τον Ιανουάριο και 42,7% τον Σεπτέμβριο. Αντίστροφα, το ποσοστό της ΝΔ στις ίδιες περιοχές πήγε από 18,8% τον Ιανουάριο στο 18,2% το Σεπτέμβριο».
Αυτή η σωστή παρατήρηση, ωστόσο, χρήζει ερμηνείας. Άλλη ερμηνεία θα δώσει ο μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ και άλλη θα δώσουν οι ηττημένες δυνάμεις της αντιμνημονιακής Αριστεράς.
Γιατί οι εργαζόμενες τάξεις ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ;
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ είναι προβλέψιμο ότι θα γίνει μια απλή ιδεολογική προέκταση της σωστής διαπίστωσης ότι οι εργαζόμενες τάξεις ψήφισαν στις 20 Σεπτεμβρίου τον ΣΥΡΙΖΑ: οι σοσιαλφιλελεύθεροι Συριζαίοι ιδεολόγοι (μια νέα κοινωνική ομάδα που συγκροτείται ταχύτατα υπό την πίεση των αναγκών της ιστορικής στιγμής) θα ισχυρισθούν ότι ο μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εκφραστής των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων –διότι, εάν δεν ισχύει αυτό, πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τη μαζική τους υποστήριξη στον Αλέξη Τσίπρα;
Αλλά και από τη δική μας πλευρά, της ηττημένης Αριστεράς, αρχίζουν ήδη και αναδύονται στα κοινωνικά δίκτυα, μία μόλις ημέρα μετά τις εκλογές, ορισμένες ερμηνείες του φαινομένου.
Μία ερμηνεία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εκτρέψει ένα μεγάλο ρεύμα άρνησης και διαμαρτυρίας σε ένα μεγάλο ρεύμα κοινωνικής συναίνεσης και υποταγής. Μια τέτοια ερμηνεία, ωστόσο, έχει το μειονέκτημα ότι θεωρεί τις διαδικασίες στους κόλπους της κοινωνίας ως ταχύτατες, όταν ως γνωστόν είναι αργόσυρτες, ότι θεωρεί τις κοινωνικές ισορροπίες ασταθείς, ενώ είναι δυσκατάπαυστες, χώρια που αποδίδει στις εργαζόμενες τάξεις την επιπολαιότητα μικρού παιδιού που μπορεί να περάσει από την αυτονομία στην υποταγή εντός 24ώρου.
Μια άλλη παραλλαγή της ίδιας ερμηνείας, με μεγαλύτερες θεωρητικές αξιώσεις, είναι ότι υπάρχει πλέον εξοικείωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας με την κανονικότητα των μνημονίων. Εδώ όμως τίθεται και πάλι το ερώτημα πώς προέκυψε αυτή η υποτιθέμενη εξοικείωση μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο; Η εξοικείωση με την κανονικότητα ενός νέου, αναδυόμενου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου, δηλαδή ενός νέου καθεστώτος εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, ανήκει στην αργόσυρτη διάρκεια της ιστορίας, δεν συμβαίνει ως αιφνίδιο γεγονός σαν και αυτά που ανήκουν στον ταχύ χρόνο της πολιτικής. Εκτός αυτού, μόνον όταν θα έχουμε σαφή και απτά δείγματα μιας τέτοιας εξοικείωσης (όπως π.χ. όταν θα δούμε τους μισθούς να μην αυξάνονται, ενώ θα μειώνεται το ποσοστό ανεργίας) θα μπορούμε να αποδεχθούμε την ύπαρξή της.
Από το 62% ΟΧΙ στο 35,5% ΣΥΡΙΖΑ
Τέτοιες ερμηνείες, που βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό διάσπαρτες και με διάφορες παραλλαγές στα κοινωνικά δίκτυα, συνοψίζονται στην ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι υπάρχει αντίθεση μεταξύ του 62% του Ιουλίου και του χθεσινού 37% του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει, όμως πράγματι μια τέτοια αντίθεση;
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις εξέφρασαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποστροφή τους προς τη μνημονιακή πολιτική, τη βαθιά επιθυμία τους να μην υποστούν τις συνέπειες ενός τρίτου μνημονίου.
Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, ψηφίζοντας ΟΧΙ δήλωσαν ότι αποστρέφονται τη μνημονιακή πολιτική και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε είναι έτοιμοι να αναλάβουν και κάποια ρίσκα γι’ αυτό (με δεδομένες τις κλειστές τράπεζες, την επιθετικότητα του ταξικού μπλοκ εξουσίας και των λοιπών συνθηκών των ημερών εκείνων). Στη δε περίπτωση των χθεσινών εκλογών, ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσαν ότι επιθυμούν να αποφύγουν πάση θυσία τις συνέπειες του Μνημονίου 3, «δίνοντας εντολή» στον Αλέξη Τσίπρα να είναι επιεικής στην εφαρμογή του μνημονίου, με τον πολύ συγκεκριμένο τρόπο που εκείνος υπόσχεται, δηλαδή αναπτύσσοντας το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμά» του για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Μνημονίου 3.
Οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις δεν έδωσαν «καθαρή λαϊκή εντολή» στον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει το αντικοινωνικό περιεχόμενο του μνημονίου Τσίπρα, αλλά να εφαρμόσει «παράλληλο πρόγραμμα» αντισταθμιστικό προς το μνημόνιο. Το κίνητρο γι’ αυτή τη στάση των εργαζόμενων τάξεων είναι η αποστροφή προς τη μνημονιακή πολιτική και τα δεινά που ρημάζουν την καθημερινή τους ζωή. Είναι η ίδια αποστροφή που εκφράστηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους απέναντι σε δύο διαφορετικά διλήμματα: Άλλη απάντηση έδωσαν οι εργαζόμενες τάξεις στο δημοψήφισμα, όταν θέλησαν να αποφύγουν να μπει ξανά το μαχαίρι στο λαιμό, και άλλη έδωσαν χθες, όταν το μαχαίρι είχε ήδη αρχίσει να πληγώνει, πλην όμως και στις δύο περιπτώσεις το κίνητρο ήταν το ίδιο. Η απαλλαγή από το μνημόνιο ή έστω η απάλυνση των δεινών που επιφέρει.
Αυτά βεβαίως δεν αφορούν το σκληρό πυρήνα ανεγκέφαλων οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το νέο είδος μετα-πασοκικού ανθρώπου που αναδύθηκε από τη στιγμή που άρχισε η μνημονιακή μετάλλαξη του Αλέξη Τσίπρα, ούτε τη γραφειοκρατία του κόμματος, τους καρεκλοκένταυρους, ούτε τους σοσιαλφιλελεύθερους ιδεολόγους του κόμματος και τα δορυφορικά τους παπαγαλάκια, αφορούν όμως τη μεγάλη μάζα των εργαζόμενων τάξεων που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ.
Υποταγή του «αντιμνημονιακού λαού»;
Δεν υπάρχει, λοιπόν, συναίνεση και υποταγή του αντιμνημονιακού λαού που εκφράστηκε τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα, ούτε υπάρχει εξοικείωσή του, εν μια νυκτί, με τη μνημονιακή κανονικότητα –και γι’ αυτό το λόγο η ήττα της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν μόνο πολιτική, δεν ήταν κοινωνική. Μπορεί η ήττα να βύθισε τους πολιτικούς αντιμνημονιακούς σχηματισμούς στα όρια της ανυπαρξίας, αλλά δεν αποδιάρθρωσε την κοινωνική βάση τους που είναι το συγκρότημα κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων που αναδύθηκε στην επιφάνεια του πολιτικού με το δημοψήφισμα του Ιουλίου απέναντι και ενάντια στο κυρίαρχο αστικό κοινωνικό μπλοκ.
Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα, γιατί οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις θεώρησαν ότι η λιγότερο κακή επιλογή τους ήταν να ψηφίσουν τον επιεικέστερο (ίσως) των υποψήφιων βασανιστών τους, τη στιγμή που υπήρχε και η επιλογή της αντιμνημονιακής Λαϊκής Ενότητας; Η σκληρή αλήθεια είναι ότι οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις θεώρησαν ως ανύπαρκτη εναλλακτική λύση τη Λαϊκή Ενότητα –αλλιώς δεν εξηγείται το εκλογικό ποσοστό της. Είναι προφανές, λοιπόν, τώρα ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να χτίσουμε από μηδενική βάση, με όλα τα ζητήματα ανοιχτά, από το πολιτικό μας σχέδιο και τις λεπτομέρειες του προγράμματος έως τη μορφή της οργάνωσης και την εσωκομματική δημοκρατία, το ιδεολογικό μας πρόσημο και όλα τα άλλα, εκτιμώντας ορθά τα επίδικα αντικείμενα της ιστορικής στιγμής και αξιοποιώντας τα διδάγματα από την συντριπτική ήττα της Λαϊκής Ενότητας. - See more at: http://dea.org.gr/%CE%B7-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1#sthash.GE20J1ng.dpuf

Υπάρχει "καλό ευρώ";

url

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 10 Σεπτεμβρίου 2015

Εάν υπάρχει «καλή δραχμή», αναρωτιέται ο Μισέλ Iσόν, γνωστός Γάλλος οικονομολόγος της 4ης Διεθνούς, σε άρθρο του θέλοντας να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση που υποτίθεται ότι διεξάγεται στην Ελλάδα γύρω από το δίλημμα ευρώ έναντι δραχμής. Το άρθρο του αναλώνεται σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι δεν υπάρχει «καλή δραχμή», αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που θα υπάρξουν στη διάρκεια μιας ενδεχόμενης μετάβασης από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα. Καμία έκπληξη λοιπόν που δημοσιεύθηκε στην «Εποχή», σε μια εφημερίδα που έχει προσχωρήσει στο στρατόπεδο του μεταλλαγμένου, μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ.

Με δε­δο­μέ­νη τώρα την απή­χη­ση που είχε το άρθρο του Μισέλ Ισόν ακόμη και σε κύ­κλους που στέ­κο­νται κρι­τι­κά ένα­ντι του μνη­μο­νια­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (μετά και από την ανα­δη­μο­σί­ευ­ση του άρ­θρου στο rednotebook), αξί­ζει να συ­νε­χί­σου­με τη δου­λειά που ξε­κί­νη­σε ο Γάλ­λος οι­κο­νο­μο­λό­γος από εκεί που την άφησε, θέ­το­ντας δη­λα­δή εμείς το ερώ­τη­μα εάν υπάρ­χει «καλό ευρώ». Γιατί όποιος ρω­τά­ει μόνο εάν υπάρ­χει «καλή δραχ­μή», αφή­νει τη δου­λειά μι­σο­τε­λειω­μέ­νη.

Με το ευρώ, εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση για πάντα

Το ευρώ, λοι­πόν, είναι εκ φύσεως «κακό», διότι επιβάλλει σε κάθε οι­κο­νο­μία της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης να αντι­με­τω­πίζει τις μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές της ανι­σορ­ρο­πίες με τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης, δη­λα­δή με τρόπο που στρέφεται ευθέως κατά των ερ­γα­ζόμενων τάξεων και των συν­δι­κα­λι­στι­κών τους ορ­γα­νώσεων. Το ευρώ επιβάλλει τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης ανεξάρτητα από τους θε­σμούς που ορί­ζουν τον τρόπο λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­ζώ­νης, της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας και των άλλων βαθ­μί­δων της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης. Είναι η θε­σμο­θε­τη­μένη μορφή της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης - και όλοι μας πλέον γνω­ρί­ζου­με τι ση­μαί­νει εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση. Επο­μέ­νως, δεν είναι μια πο­λι­τι­κή (και μόνο κα­τα­χρη­στι­κά την απο­κα­λού­με έτσι), διότι στην έν­νοια της πο­λι­τι­κής εμπε­ριέ­χε­ται η έν­νοια της επι­λο­γής. Στην πε­ρί­πτω­ση, όμως, της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, από τη στιγ­μή που υιο­θε­τείς το ευρώ, δεν υπάρ­χει επι­λο­γή, πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία προ­σαρ­μο­γής που ακο­λου­θεί ανα­γκα­στι­κά κάθε χώρα της Ευ­ρω­ζώ­νης όταν πρέ­πει να μειω­θούν οι τιμές της ένα­ντι των αντα­γω­νι­στών της, για λει­τουρ­γία χτι­σμέ­νη μέσα στην δομή του οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος, ανα­γκα­στι­κή και υπο­χρε­ω­τι­κή - και αυτό που της προσ­δί­δει αυτόν τον ανα­γκα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα είναι η υιο­θέ­τη­ση του ευρώ ως εθνι­κού νο­μί­σμα­τος. Δεν χρειά­ζε­ται, δη­λα­δή, να υπάρ­ξει πο­λι­τι­κή από­φα­ση, επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση και εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα της δια­δι­κα­σί­ας ώστε να εκ­κι­νή­σει η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση - θα ξε­κι­νή­σει μόνη της, έχει αυ­τό­μα­το πι­λό­το που εγκα­τα­στά­θη­κε εδώ με την υιο­θέ­τη­ση του ευρώ. Ούτε μπο­ρεί κά­ποιος να απαλ­λα­γεί από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή απαλ­λά­χθη­κε από τα μνη­μό­νια (που βε­βαί­ως ενι­σχύ­ουν και διευ­ρύ­νουν τα απο­τε­λέ­σμα­τά της). Η Ισπα­νία και η Ιτα­λία δεν υπά­χθη­καν σε μνη­μό­νιο, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης ξε­κί­νη­σε εκεί και ανα­πτύ­χθη­κε πλή­ρως. Ούτε απαλ­λάσ­σε­ται μια χώρα από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή μεί­ω­σε το εξω­τε­ρι­κό χρέος της.

Για να γίνει κα­τα­νοη­τό, όμως, για ποιο λόγο ισχύ­ουν αυτά, πρέ­πει να κά­νου­με έναν μικρό απο­λο­γι­σμό των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων.

Μι­κρός απο­λο­γι­σμός των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων

Ας ξε­κι­νή­σου­με με την αφή­γη­ση της δια­δι­κα­σί­ας της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης από τους ίδιους τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους στην ιδε­α­τή, στην κα­θα­ρή μορφή της, στην «αγνό­τη­τα» που εμ­φα­νί­ζει στο εσω­τε­ρι­κό της δικής τους θε­ω­ρί­ας. και ας δούμε μετά τι πραγ­μα­τι­κά έχει απο­δώ­σει αυτή η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση.

Το κα­θε­στω­τι­κό δι­ή­γη­μα της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πάει ως εξής:

Μέρος πρώτο: Στην οι­κο­νο­μία επι­βάλ­λε­ται ένα αρ­νη­τι­κό σοκ, μια μεγάλη εκού­σια ή ακού­σια μείωση της ζήτησης, που οδη­γεί αμέ­σως σε μείωση της πα­ρα­γω­γής και της απα­σχό­λη­σης, και συ­να­κό­λου­θα σε άνοδο της ανερ­γίας - η οι­κο­νο­μία λοι­πόν εισέρχε­ται σε περίοδο ύφεσης. Καθώς δεν υπάρχει εθνι­κό νόμισμα να υπο­τι­μη­θεί για να μειώ­σει τις εγ­χώ­ριες τιμές και να αυξήσει έτσι την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τη μειω­μέ­νη ζήτηση,[1] ανοίγεται ανα­γκα­στι­κά ο δρόμος σε έναν άλλον τρόπο προ­σαρ­μο­γής της οι­κο­νο­μίας, αυτόν που ονο­μά­ζε­ται «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» (και πε­ρι­γρά­φε­ται αμέ­σως πα­ρα­κά­τω ως δεύ­τε­ρο και τρίτο μέρος της κα­θε­στω­τι­κής αφή­γη­σης).
Μέρος δεύ­τε­ρο: Στο νέο, μειω­μένο επίπεδο πα­ρα­γω­γής και αυ­ξη­μένης ανερ­γίας, τα συν­δι­κάτα και οι ερ­γα­ζόμενοι θα απολέσουν ένα μέρος από τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή τους δύναμη, με αποτέλεσμα οι μι­σθοί τους να μειω­θούν. Θα πρέ­πει δε να κα­τα­νο­ή­σουν ότι επι­βάλ­λε­ται να απο­δε­χθούν τις τόσο γνω­στές σε εμάς διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές στην αγορά ερ­γα­σί­ας για να βοη­θή­σουν τη χώρα - και όταν δεν το κα­τα­νο­ούν, οι δυ­σμε­νείς αλ­λα­γές θα πρέ­πει να τους επι­βλη­θούν από την πο­λι­τι­κή ηγε­σία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο όνομα του γε­νι­κού συμ­φέ­ρο­ντος (όπως το κα­τα­νο­εί η κυ­ρί­αρ­χη τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών και των οι­κο­νο­μο­λό­γων που τους υπη­ρε­τούν).
Μέρος τρίτο: Η μείωση του κόστους ερ­γα­σίας που θα προ­κύ­ψει έτσι, υπο­τί­θε­ται ότι θα οδηγήσει σε μείωση των εγ­χω­ρί­ων τιμών, επομένως και σε βελτίωση της αντα­γω­νι­στι­κότητας τιμής. Εάν π.χ. το κό­στος ερ­γα­σί­ας ανά μο­νά­δα προ­ϊ­ό­ντος μειω­θεί κατά 20%, πε­ρί­που όσο και στην Ελ­λά­δα, οι τιμές θα μπο­ρού­σαν να μειω­θούν έως και 20% χωρίς να θι­γούν τα πε­ρι­θώ­ρια κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων. Ιδού, λοι­πόν, που υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση (μεί­ω­ση των εγ­χω­ρί­ων τιμών) χωρίς εθνι­κό νό­μι­σμα, χωρίς νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση.
Αυτά δι­η­γεί­ται η κα­θε­στω­τι­κή θε­ω­ρία. Αυτά που αφη­γεί­ται στο πρώτο και το δεύ­τε­ρο μέρος της, δη­λα­δή η ύφεση, η άνο­δος της ανερ­γί­ας, η μεί­ω­ση των μι­σθών και η κα­τα­στρο­φή των θε­σμών της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας που προ­στα­τεύ­ουν τους ερ­γα­ζό­με­νους, βε­βαί­ως και έχουν επα­λη­θευ­θεί πλή­ρως - όχι μόνο στην Ελ­λά­δα. Το τρίτο μέρος της θε­ω­ρί­ας τους, όμως, ότι θα μειω­θούν οι τιμές, και χάρη σε αυτό θα αυ­ξη­θούν η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, οι εξα­γω­γές, το ΑΕΠ και η απα­σχό­λη­ση, δεν το εί­δα­με,[2] ούτε στην Ελ­λά­δα και την Πορ­το­γα­λία που ήταν σε μνη­μό­νιο,[3] ούτε στην Ισπα­νία και την Ιτα­λία που δεν ήταν σε μνη­μό­νιο, είτε σε άλλες χώρες που είχαν πιο σύ­ντο­μα είτε λι­γό­τε­ρο σφο­δρά επει­σό­δια εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης (π.χ. Γαλ­λία, Γερ­μα­νία στα χρό­νια της agenda 2010).[4] Το μέσο πε­ρι­θώ­ριο κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων είτε έμει­νε άθι­κτο είτε αυ­ξή­θη­κε (με­ρι­κές φορές θε­α­μα­τι­κά) με αντί­στοι­χη μείωση του μέσου μι­σθού συ­νο­δευό­με­νη από ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών των εξα­γω­γών (που είναι και το τε­λι­κό ζη­τού­με­νο μιας υπο­τί­μη­σης). Πα­ντού η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης απο­δυ­νά­μω­σε τα ερ­γα­τι­κά σω­μα­τεία και τους θε­σμούς που απο­κρυ­στάλ­λω­ναν τις πα­λιές κα­τα­κτή­σεις τους, πα­ντού ο συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων με­τα­τρά­πη­κε δρα­μα­τι­κά υπέρ του κε­φα­λαί­ου χάρη στη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης και στο όνομα του ευρώ.[5] Πα­ντού οι ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών δεν οφεί­λο­νταν σε κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία, σε ελ­λι­πή εφαρ­μο­γή των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής ή σε κά­ποια αμέ­λεια των κυ­βερ­νή­σε­ων, αλλά οφεί­λο­νταν σε δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής,[6] χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αμε­τά­βλη­τα, που ισχύ­ουν δη­λα­δή για όλες τις χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού σε όλες τις επο­χές και συ­γκυ­ρί­ες.

Στην πα­ρα­πά­νω πε­ρι­γρα­φή της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, είτε όπως αυτή εμ­φα­νί­ζε­ται στην κα­θε­στω­τι­κή αφή­γη­σή της, είτε όπως υπάρ­χει πραγ­μα­τι­κά, δεν πα­ρεμ­βάλλε­ται που­θε­νά ο χα­ρα­κτήρας της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας, ούτε κάποιου άλλου θε­σμού της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης, δεν γί­νε­ται καμιά ανα­φο­ρά σε άλλα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Ευ­ρω­ζώ­νης: Απλά και μόνον η ύπαρξη κοι­νού νομίσμα­τος, του ευρώ, απο­τε­λεί την ανα­γκαία και ικανή συνθήκη της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης. Το ευρώ είναι η ικανή και ανα­γκαία συν­θή­κη για την ύπαρ­ξη ενός πα­νί­σχυ­ρου μη­χα­νι­σμού εκτό­νω­σης της πίεσης του διε­θνούς αντα­γω­νι­σμού πάνω στην αγορά ερ­γα­σίας, είναι η μη­χα­νή που με­τα­τρέπει συ­νε­χώς το συ­σχε­τι­σμό δυνάμεων σε βάρος των ορ­γα­νω­μένων δυνάμεων των ερ­γα­ζο­μένων. Το ευρώ μόνο του, χωρίς να χρειά­ζε­ται κα­νέ­ναν άλλο θεσμό ή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ευ­ρω­ζώ­νης, υπο­χρε­ώ­νει κάθε ερ­γα­τι­κή τάξη να πε­ρά­σει μέσα από τις μυ­λό­πε­τρες της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης. Η εσω­τε­ρι­κή υποτίμηση υπάρ­χει επει­δή είναι εν­σω­μα­τω­μένη στην ύπαρξη του ευρώ.[7] Δεν υπάρ­χει, ούτε μπο­ρεί να υπάρ­ξει «καλό ευρώ».


[1] Για τον τρόπο που λει­τουρ­γεί η οι­κο­νο­μία όταν υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, βλ. στο άρθρο “Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις” στο http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis

[2] Artus P. “What is to be done in the euro zone since internal devaluations do not work?”, 7 Μαρ­τί­ου 2013, Natixis, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=68885

[3] Οι εξε­λί­ξεις στην Ιρ­λαν­δία δεν είχαν τον ίδιο έντο­νο χα­ρα­κτή­ρα καθώς η χώρα αυτή δια­τη­ρεί προ­νο­μια­κές εμπο­ρι­κές και πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις με τις ΗΠΑ, όπου το ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε μετά την οξεία φάση της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης (2008-2009) και προ­κά­λε­σε με­γέ­θυν­ση των ιρ­λαν­δι­κών εξα­γω­γών. Η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης δεν μεί­ω­σε τις τιμές των εξα­γω­γών πα­ρό­τι μεί­ω­σε τις εγ­χώ­ριες τιμές για εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση.

[4] Χρειά­στη­κε μια κρίση βα­θύ­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας από την με­γά­λη κρίση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 στις ΗΠΑ για να μειω­θούν οι εγ­χώ­ριες τιμές στην Ελ­λά­δα κατά 4% (με­τα­ξύ πρώ­του τρι­μή­νου 2010 και πρώ­του τρι­μή­νου 2015). Βλ. ανα­λυ­τι­κά στις ετή­σιες εκ­θέ­σεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και την απα­σχό­λη­ση. Για την Πορ­το­γα­λία και την Ισπα­νία βλ. στο Gonzalez & Gutierrez (2014) “Internal devaluation in the European periphery: the story of a failure”, UCLM, http://​dialnet.​unirioja.​es/​servlet/​articulo?​codigo=4830673&​orden=1&​info=...​. Για άλλες χώρες βλ. στο Artus P., “Prices are sticky in virtually all countries, which means nominal adjustments and"internal devaluations" are doomed to fail”, 7 Νο­εμ­βρί­ου 2012, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=66833

[5] Φυ­σι­κά και ο συ­νο­λι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων δεν με­τα­τρά­πη­κε απο­κλει­στι­κά χάρη σε αυτά, φυ­σι­κά και υπήρ­ξαν και άλλες πα­ράλ­λη­λες επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πα­ντού ήταν η κύρια συ­νι­στώ­σα της επί­θε­σης.

[6] Στη διάρ­κεια των κρί­σε­ων του κα­πι­τα­λι­σμού, επι­τε­λεί­ται μια «φυ­σι­κή επι­λο­γή» των αν­θε­κτι­κό­τε­ρων κε­φα­λαί­ων και μια κα­τα­στρο­φή των λι­γό­τε­ρο απο­δο­τι­κών κε­φα­λαί­ων. Η συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται εξαι­ρε­τι­κά, αλλά όχι τόσο για κάθε επι­χεί­ρη­ση ξε­χω­ρι­στά, αφού οι ισχυ­ρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις που επι­ζούν ιδιο­ποιού­νται την ζή­τη­ση των αντα­γω­νι­στών τους που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση. Κάθε ξε­χω­ρι­στή επι­χεί­ρη­ση που επέ­ζη­σε, μπο­ρεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους αντα­γω­νι­στές της, να υπε­ρα­σπί­ζε­ται αρ­κε­τά απο­τε­λε­σμα­τι­κά το ύψος των τιμών της. Μια ανά­λο­γη δια­δι­κα­σία κα­τα­στρο­φής δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται στην αγορά ερ­γα­σί­ας, όπου οι άνερ­γοι δεν εξα­φα­νί­ζο­νται όπως εξα­φα­νί­ζε­ται το απα­ξιω­μέ­νο κε­φά­λαιο των επι­χει­ρή­σε­ων που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση, αλλά πα­ρα­μέ­νουν στην αγορά ερ­γα­σί­ας για πολύ καιρό και ασκούν πτω­τι­κή πίεση επί των μι­σθών. Αυτά δεν απο­τε­λούν κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία της μιας ή της άλλης χώρας, αλλά δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής.

[7] Ας προ­σθέ­σου­με σε αυτά και ότι καθώς οι τιμές δεν μειώ­νο­νται ου­σια­στι­κά με την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση, αυτή δεν υπο­κα­θι­στά τη βα­σι­κή λει­τουρ­γία της υπο­τί­μη­σης ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος η οποία κα­θι­στά αμέ­σως φθη­νό­τε­ρα τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα. Με το ευρώ, τα ελ­λείμ­μα­τα στο εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο αγα­θών και υπη­ρε­σιών δεν κλεί­νουν μέσω αλ­λα­γών στις τιμές αλλά με μεί­ω­ση της ζή­τη­σης, δη­λα­δή με ύφεση (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της Ελ­λά­δας, της Ισπα­νί­ας και της Πορ­το­γα­λί­ας στη διάρ­κεια της τρέ­χου­σας κρί­σης). Έτσι, σε κα­θε­στώς ευρώ, η ύφεση και η βρα­δεία ανά­πτυ­ξη είναι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να υπάρ­χει ισο­σκε­λι­σμέ­νο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συ­ναλ­λα­γών. Αυτό μπο­ρεί να ανα­τρα­πεί με με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα (βελ­τί­ω­ση ποιό­τη­τας, πα­ρα­γω­γή νέων προ­ϊ­ό­ντων κ.λπ.). Οι αλ­λα­γές αυτές όμως πραγ­μα­το­ποιού­νται σε ορί­ζο­ντα δε­κα­ε­τί­ας και ευ­νο­ού­νται από συν­θή­κες τα­χεί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου - κάτι που δεν ευ­νο­εί η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης.

Μια ταξικά μεροληπτική πρόταση για τη μείωση της ανεργίας

banner12

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά 9/9/2015.

1. Η υψηλή ανεργία είναι δομικό στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η μείωση και εν συνεχεία η διατήρηση των μισθών σε βαλκανικά επίπεδα είναι συστατικό στοιχείο του μνημονιακού μοντέλου ανάπτυξης, του μνημονιακού μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που οικοδομείται σταδιακά στην Ελλάδα μέσω της εφαρμογής των διαδοχικών «προγραμμάτων προσαρμογής της οικονομίας».
Υπάρχουν δύο όροι για να διατηρούνται οι μισθοί σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Ο πρώτος είναι να υπάρχει χρόνια υψηλή ανεργία ως μέσο πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων και ο δεύτερος είναι η διατήρηση της αγοράς εργασίας σε καθεστώς μόνιμης απορρύθμισης. Η χρόνια και υψηλή ανεργία είναι δομικό, δηλαδή αναπόσπαστο και διαρκές στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου. Με πιο απλά λόγια, το μνημονιακό καθεστώς, που οικοδομείται τώρα με σκοπό να παραμείνει κατά τις επόμενες δεκαετίες, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς υψηλά ποσοστά ανεργίας τόσο υψηλά, ώστε να συμπιέζουν τους μισθούς. Ακόμη και εάν το καθεστώς ξεφύγει κάποια στιγμή από την ύφεση, η μεγέθυνσή του θα είναι αναγκαστικά περιορισμένη, ώστε να διατηρείται υψηλό το ποσοστό ανεργίας, να παραμένουν πειθαρχημένες οι εργαζόμενες τάξεις και να αποδέχονται χαμηλούς μισθούς -τόσο χαμηλούς, ώστε η κερδοφορία να ανέρχεται στο ύψος που επιθυμεί και απαιτεί το κεφάλαιο.
Όποιος, λοιπόν, εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική εργάζεται αναγκαστικά για ένα μέλλον χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας –και εάν νομίζει ότι μπορεί να κάνει κάτι ενάντια σε αυτό, όπως αρκετά στελέχη του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται, κοροϊδεύει τον εαυτό του και τους άλλους.
Εμείς όμως -και μιλώ τώρα για τη Λαϊκή Ενότητα- θα μπορούσαμε να μειώσουμε την ανεργία; Τι πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμά μας γι’ αυτό;
2. Για τη μείωση της ανεργίας στη βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμη διάρκεια
Σημείο εκκίνησης μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία θα θέσει σε λειτουργία το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας και θα αυξήσει την απασχόληση. Τα κύρια βήματα για την αύξηση της ζήτησης μπορούν να είναι τα εξής:
α. Το κράτος να αναλάβει τον ρόλο του εργοδότη τελευταίας καταφυγής, χρηματοδοτώντας μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και στους κρίσιμους τομείς (υγεία και κοινωνική πολιτική), όπου οι κοινωνικές ανάγκες παραμένουν δραματικά ακάλυπτες.
β. Ταυτοχρόνως, μια πρόσθετη αύξηση της ζήτησης ήδη από το πρώτο έτος θα προέλθει από την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, που θα προκαλέσει μια συγκριτικά μικρότερη, αλλά αξιόλογη αύξηση του μέσου μισθού. Προκειμένου να αναπτυχθεί ελεύθερα το παιχνίδι μεταβίβασης της αύξησής του σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσουμε και όλα όσα ανήκουν στην κινηματική πρακτική και τον ταξικό συνδικαλισμό.
γ. Αύξηση του μέσου μισθού δεν θα επέλθει, όμως, μόνο εξαιτίας της αύξησης του κατώτατου μισθού, αλλά και επειδή θα αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας, ώστε να ευνοεί την ισχύ των μισθωτών στις διαπραγματεύσεις έναντι των εργοδοτών.
Έτσι, θα επέλθει αύξηση της ζήτησης ως το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αρχικής μεγέθυνσης της απασχόλησης και της αύξησης των μισθών, δηλαδή της αύξησης του συνολικού εισοδήματος της μισθωτής εργασίας. Αυτή η μεγέθυνση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, όπως έχουν δείξει πρόσφατες έρευνες για την Ελλάδα, είναι ικανή να οδηγήσει σε διαδοχικούς κύκλους αυξήσεων της παραγωγής, διότι έχει μεγαλύτερη σημασία ως ζήτηση παρά ως κόστος (τουλάχιστον για όσο καιρό υπάρχει αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό).
Αυτά θα ισχύουν έως ότου η οικονομία χρησιμοποιήσει το παραγωγικό της δυναμικό πλήρως ή στο μεγαλύτερο βαθμό του. Μετά από αυτό, η μείωση της ανεργίας θα εξαρτηθεί από άλλους παράγοντες που δρουν στη μακροχρόνια διάρκεια.
3. Για τη μείωση της ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια
Ο βασικός καθορισμός του ποσοστού ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια είναι το ύψος της απαίτησης του κεφαλαίου επί του προϊόντος, δηλαδή του στόχου που θέτουν οι επιχειρήσεις για τα κέρδη τους. Όσο υψηλότερη είναι η απαίτηση του κεφαλαίου επί του προϊόντος, όσο υψηλότερος είναι ο στόχος που έχει θέσει για τα κέρδη, όσο μεγαλύτερο δηλαδή είναι το μερίδιο του ΑΕΠ που το κεφάλαιο θέλει να ιδιοποιηθεί, τόσο χαμηλότεροι πρέπει να είναι οι μισθοί για να δεχθούν οι επιχειρήσεις να απασχολήσουν το εργατικό δυναμικό και τόσο υψηλότερη πρέπει να είναι η ανεργία.
Αυτός είναι ο λόγος που τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι, μέσα στην κρίση, το μέσο περιθώριο κέρδους στην Ελλάδα αυξήθηκε κατακόρυφα και διέγραψε πορεία ακριβώς παράλληλη με την καμπύλη του ποσοστού ανεργίας, υπογραμμίζοντας έτσι τη στενή σχέση μεταξύ των δύο μεγεθών.
Επομένως, η μείωση της ανεργίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα χωρίς να μειωθούν οι απαιτήσεις κερδοφορίας των επιχειρήσεων, που κατά μέσο όρο απολαμβάνουν σήμερα στην Ελλάδα υπερμεγέθη περιθώρια κέρδους σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Μια τέτοια μείωση των υπέρογκων απαιτήσεων κερδοφορίας μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους:
α. Ακριβώς όπως οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου μειώνουν την ικανότητα των μισθωτών εργαζομένων να αυξάνουν το εισοδηματικό μερίδιό τους στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έτσι και η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να μειώσει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων, ώστε να μειωθούν οι ολιγοπωλιακές τιμές σε μεγάλους και σημαντικούς κλάδους παραγωγής (σε αντίθεση με τις ψευδεπίγραφες διαρθρωτικές αλλαγές που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα σε φαρμακεία, γιατρούς κ.λπ.).
β. Η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να παρέμβει νομοθετικά, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να απαλλοτριώνουν τις επιχειρήσεις που οι ιδιοκτήτες τους δεν επιθυμούν να κρατήσουν σε λειτουργία, επειδή το ύψος του κέρδους που αποκομίζουν δεν είναι ικανοποιητικό. Πέραν του οφέλους που θα υπάρξει σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος των εργαζομένων, η διατήρηση σε λειτουργία μεγάλου αριθμού τέτοιων επιχειρήσεων θα ευνοήσει και την ένταση του ανταγωνισμού στους αντίστοιχους κλάδους, άρα και τη μείωση των τιμών και των περιθωρίων κέρδους. Γενικότερα, οι άμεσες κρατικές παρεμβάσεις στις μορφές ιδιοκτησίας του αργούντος παραγωγικού δυναμικού πρέπει να επιβάλλονται όταν το γενικό συμφέρον, όπως το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενες τάξεις με το δικό τους αξιακό φορτίο, το επιβάλλει.

Ποιες ταξικές συμμαχίες ενόψει Μνημονίου 3;

workers_of_the_world_bansky-996a7
Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 26 Αυγούστου 2015
Οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν τώρα τον κόσμο του ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου, οφείλουν αναγκαστικά να στοιχηθούν με αυτόν τον κόσμο, ή έστω με την πλειοψηφία του, έτσι ώστε να φέρουν τις διεκδικήσεις του στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μετατρέψουν το κοινωνικό δυναμικό που εκφράζει σε πολιτική δύναμη.

Για να συμ­βεί όμως αυτό, θα πρέ­πει να έχου­με σαφή εκτί­μη­ση για τη φύση του ΟΧΙ, για το πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νό του, για το «μή­νυ­μα» του –διότι άλλες είναι οι τα­ξι­κές και πο­λι­τι­κές συμ­μα­χί­ες που κά­νεις όταν εκτι­μάς πως το ΟΧΙ εκ­φρά­ζει μια κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία στην οποία οι μόνοι που δεν ανή­κουν είναι μια δράκα ξε­νό­δου­λων ολι­γαρ­χών, και άλλες συμ­μα­χί­ες κά­νεις όταν εκτι­μάς ότι δίπλα στην αστι­κή τάξη στέ­κουν σαν σύμ­μα­χοί της ευ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης.

Κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία ή κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας;

Ο κό­σμος της 5ης Ιου­λί­ου, στην πλειο­ψη­φία του, είναι ένα δυ­νη­τι­κά νέο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας αντα­γω­νι­στι­κό προς το κυ­ρί­αρ­χο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου και έχει στον πυ­ρή­να του συ­γκε­κρι­μέ­νες, αριθ­μη­τι­κά υπέρ­τε­ρες, κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: τους ανέρ­γους, τη νε­ο­λαία και τους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου τομέα, και πάνω από όλους τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα (με εξαί­ρε­ση το ανώ­τε­ρο στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό, που τά­χθη­κε κα­θα­ρά με τα αφε­ντι­κά στις κρί­σι­μες στιγ­μές της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος). Είναι ένα μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων που ανα­δύ­θη­κε μέσα από τον κοι­νω­νι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γουν μέσα στην κρίση οι συ­ντε­ταγ­μέ­νες, συ­νει­δη­τές και επι­θε­τι­κές δυ­νά­μεις της ιδιο­κτη­σί­ας και του κε­φα­λαί­ου στην Ελ­λά­δα, ενα­ντί­ον όσων ζουν ή προ­σπα­θούν να ζή­σουν από την ερ­γα­σία τους.

Με άλλα λόγια, η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας, που παίρ­νει στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία τη μορφή της αντί­θε­σης νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού-υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων. Είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο, φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του. Είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θεί, και όπως μας έδει­ξε το δη­μο­ψή­φι­σμα να αγω­νι­στεί και για ρι­ζο­σπα­στι­κές αλ­λα­γές.

Το γε­γο­νός ότι το πο­λι­τι­κό μπλοκ του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, που πήρε τη μορφή του μπλοκ «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, βρί­σκε­ται σε στενή σχέση και συμ­μα­χία με τις ομό­λο­γες πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης κα­θό­λου δεν ση­μαί­νει ότι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι η αντί­θε­ση «λα­ός-ιμπε­ρια­λι­σμός». Ο λαός του ΟΧΙ δεν εκ­φρά­ζει μια με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με τις «ξένες δυ­νά­μεις» και μια μικρή ομάδα ολι­γαρ­χών που είναι οι ντό­πιοι σύμ­μα­χοί τους. Εάν ήταν έτσι τα πράγ­μα­τα, μια πο­λι­τι­κή τύπου ΕΑΜ θα έπρε­πε να προ­κρι­θεί –αλλά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι αλ­λιώς.

Αυτό που συμ­βαί­νει πραγ­μα­τι­κά είναι ότι σε κάθε πλευ­ρά της αντί­θε­σης κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας (νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού-υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων) αντι­στοι­χεί το ευ­ρω­παϊ­κό της αντί­στοι­χο: στο πλευ­ρό των αστι­κών δυ­νά­με­ων της Ελ­λά­δας βρί­σκο­νται οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης, και τα δεινά που υφί­στα­νται οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις στην Ελ­λά­δα είναι τα ίδια με αυτά που υφί­στα­νται σε μι­κρό­τε­ρο βαθμό (αλλά μι­κρό­τε­ρο μόνον προς το παρόν) οι άλλες υπο­τε­λείς τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η αντί­θε­ση με τον ιμπε­ρια­λι­σμό, είναι η αντί­θε­ση με το κε­φά­λαιο, με την αστι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της, είτε αυτοί βρί­σκο­νται στο εσω­τε­ρι­κό είτε στο εξω­τε­ρι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η εθνι­κή κυ­ριαρ­χία αλλά η ρι­ζι­κή ανα­τρο­πή του τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων, είναι η πάλη τάξης ενα­ντί­ον τάξης.

Για να κρι­θεί η εγκυ­ρό­τη­τα των πα­ρα­πά­νω ισχυ­ρι­σμών είναι ανα­γκαίο να εξε­τά­σει κά­ποιος τη σχέση της με­γά­λης και με­σαί­ας αστι­κής τάξης με τα μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα, όχι με γε­νι­κές θε­ω­ρη­τι­κές ανα­φο­ρές μόνο, αλλά και στις συ­γκε­κρι­μέ­νες συν­θή­κες της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης στα χρό­νια της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής.

Το ζή­τη­μα των μι­κρο­α­στι­κών στρω­μά­των

Τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώματα των εμπόρων, των μι­κροϊ­διο­κτη­τών και της μικρής πα­ρα­γω­γής επλή­γη­σαν κατά τη διε­τία 2010-2011 με την εφαρ­μο­γή του πρώ­του μνη­μο­νί­ου εξαι­τί­ας της δρα­μα­τι­κής μεί­ω­σης της ζή­τη­σης που οδή­γη­σε σε πτώ­χευ­ση πολ­λές μι­κρές επι­χει­ρή­σεις. Ωστό­σο, η αστι­κή τάξη απο­κα­τέ­στη­σε τη συμ­μα­χία της με τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα το 2012, με το δεύτερο μνημόνιο που έκανε πραγ­μα­τι­κότητα τα πιο ηδυ­πα­θή όνει­ρα των μι­κρών αφε­ντι­κών: την πλήρη υπο­τα­γή των ερ­γα­ζόμενων τάξεων στις απαι­τήσεις του ερ­γο­δότη. Η κυβέρνηση της ΝΔ υλο­ποί­η­σε τότε μια πο­λι­τι­κή συμ­μα­χίας της αστι­κής τάξης με την πα­ρα­δο­σια­κή (ή πα­λαιά) μι­κρο­α­στι­κή τάξη, με μέσο την εν­σω­μάτωση κρίσιμων και στρα­τη­γι­κών συμ­φε­ρόντων της στο Κράτος: κα­τα­κόρυφη πτώση των μισθών και απε­λευ­θέρωση της μαύρης ερ­γα­σίας, νο­μι­μο­ποίηση των πιο άγριων μορφών εκ­με­τάλλευ­σης των μι­σθω­τών, ανεξέλεγ­κτη φο­ρο­λο­γι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά των μικρών επι­χει­ρήσεων, κατάργηση των ωραρίων (ακόμη και του πε­ριο­ρι­σμένου ελέγχου που ασκούσε η Επι­θεώρηση Ερ­γα­σίας) και, ση­μα­ντι­κό­τε­ρο όλων, εν­σω­μά­τω­ση αυτών των αλ­λα­γών σε θε­σμούς. Έτσι, ενώ το πρώτο μνημόνιο βύθιζε στην κρίση τις μικρές επι­χει­ρήσεις πε­ριο­ρίζο­ντας δρα­μα­τι­κά τις πωλήσεις των προϊόντων τους και οδη­γώ­ντας πολ­λές από αυτές στη χρε­ο­κο­πία, με το δεύτερο μνημόνιο και τα νο­μο­θε­τήματα που ακο­λούθησαν, η αστι­κή τάξη έβαλε ξανά κάτω από τη φτε­ρούγα της τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώματα των μικρών επι­χει­ρήσεων του εμπο­ρίου, της μικρής ιδιο­κτη­σιας, της φο­ρο­δια­φυ­γής και της αδήλωτης ερ­γα­σίας, της ερ­γο­δο­τι­κής αυ­θαι­ρε­σίας και του δε­σπο­τι­σμού του αφε­ντι­κού. Βε­βαί­ως, αυτές οι δια­πι­στώ­σεις έχουν στα­τι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα και δεν ση­μαί­νουν ότι ο κάθε μι­κρός επι­χει­ρη­μα­τί­ας ξε­χω­ρι­στά βρί­σκε­ται απέ­να­ντί μας. Ως με­ρί­δα τάξης όμως, στην πλειο­νό­τη­τά τους, ανή­κουν στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της αστι­κής τάξης και των συμ­μά­χων της.

Αλλά και με τη νέα μι­κρο­α­στι­κή τάξη των μι­σθω­τών, των ανώτερων και μεσαίων στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού και του δημόσιου τομέα, η αστ&iot